Αρχαία ελληνικά Γ΄
Λυκείου:
Διδακτική Ενότητα 16: Η πόλις Διδακτική Ενότητα
16: Η πόλις Ο Αριστοτέλης
δηλώνει με τον όρο τέλος τον λόγο μιας σειράς ενεργειών ή την ολοκληρωμένη
μορφή προς την πραγμάτωση της οποίας τείνει ένα ον. Έτσι, το τέλος λειτουργεί
ως πρωθύστερο αίτιο και αρχή· δεν είναι αποτελείωμα αλλά τελείωση, η ορθή
ολοκλήρωση μιας συγκεκριμένης διαδικασίας. Γι’ αυτό και το πραγματικό τέλος
ενός όντος είναι να κατακτήσει το κορυφαίο για το ίδιο αγαθό και να ολοκληρώσει
τη φύση του. Το πραγματικό τέλος μιας κοινωνίας είναι να εξασφαλίσει στα μέλη
της την ευτυχία. Αυτό το πετυχαίνει η ανώτατη μορφή κοινωνίας, η πόλις. Κείμενο αναφοράς ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ,
Πολιτικά, Α 1.1·8, 1252a1-7· b27-32 Ἐπειδή πᾶσαν πόλιν ὁρῶμεν κοινωνίαν τινά οὖσαν καί πᾶσαν κοινωνίαν ἀγαθοῦ τινος ἕνεκεν συνεστηκυῖαν (τοῦ γάρ εἶναι δοκοῦντος ἀγαθοῦ χάριν πάντα πράττουσι πάντες), δῆλον ὡς πᾶσαι μέν ἀγαθοῦ τινος
στοχάζονται, μάλιστα δέ καί τοῦ κυριωτάτου πάντων
ἡ πασῶν κυριωτάτη καί πάσας περιέχουσα τάς ἄλλας. Αὕτη δ’ ἐστίν ἡ καλουμένη πόλις
καί ἡ κοινωνία ἡ πολιτική. […] Ἡ δ’ ἐκ πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος
πόλις, ἤδη πάσης ἔχουσα πέρας τῆς αὐταρκείας ὡς ἔπος εἰπεῖν, γινομένη μέν τοῦ ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δέ τοῦ εὖ ζῆν. Διό πᾶσα πόλις φύσει ἔστιν, εἴπερ καί αἱ πρῶται κοινωνίαι.
Τέλος γάρ αὕτη ἐκείνων, ἡ δέ φύσις τέλος ἐστίν. Μετάφραση Αφού βλέπουμε ότι
κάθε πόλη είναι μια μορφή κοινωνίας και ότι κάθε κοινωνία έχει συσταθεί για την
επίτευξη κάποιου αγαθού (διότι όλοι οι άνθρωποι πράττουν τα πάντα γι’ αυτό που
τους φαίνεται αγαθό), είναι φανερό ότι όλες βέβαια οι κοινωνίες στοχεύουν σε
κάποιο αγαθό, κατεξοχήν όμως στοχεύει στο κυριότερο από όλα τα αγαθά η
κυριότερη όλων, αυτή που περικλείει μέσα της όλες τις άλλες. Αυτή είναι η
ονομαζόμενη πόλη και κοινωνία πολιτική. [...] Η κοινωνία που
αποτελείται από περισσότερες κώμες είναι ολοκληρωμένη πόλη, αφού έχει ήδη
κατακτήσει την απόλυτη αυτάρκεια -για να ορίσουμε την ολοκληρωμένη πόλη με ένα
μόνο λόγο. δημιουργήθηκε για να διασφαλίσει τη ζωή, υπάρχει όμως πια για την
καλή ζωή. Αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι πόλεις είναι φυσικά
δημιουργήματα, αφού ακριβώς και οι πρώτες κοινωνίες είναι φυσικά δημιουργήματα.
Διότι η πόλη είναι η απώτατη ολοκλήρωση εκείνων, και η φύση είναι απώτατη ολοκλήρωση. (μετάφραση Β.
Μπετσάκος) Επειδή βλέπουμε
ότι κάθε πόλη αποτελεί μια μορφή κοινωνίας και ότι κάθε κοινωνία έχει συσταθεί
αποσκοπώντας σε κάποιο αγαθό (διότι όλοι οι άνθρωποι ό,τι κάνουν το κάνουν για
να κατακτήσουν αυτό που τους φαίνεται αγαθό), είναι φανερό ότι όλες οι
κοινωνίες αποσκοπούν βεβαίως σε κάποιο αγαθό, η κοινωνία όμως που είναι η πιο
σημαντική απ’ όλες και που εμπεριέχει όλες τις άλλες είναι αυτή που κατεξοχήν
επιδιώκει το αγαθό, και μάλιστα το πιο σημαντικό. Και αυτή είναι η καλούμενη
πόλη και πολιτική κοινωνία. [...] Η πόλη δεν είναι
λοιπόν τίποτε άλλο παρά η τέλεια κοινωνία που αποτελείται από περισσότερες
κώμες και διαθέτει, μπορούμε να πούμε, τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια.
συγκροτήθηκε βεβαίως για την εξασφάλιση των αναγκαίων για τη ζωή προϋποθέσεων,
όμως υπάρχει χάριν της ευδαιμονίας. Γι’ αυτό κάθε πόλη είναι μια φυσική
πραγματικότητα, εφόσον αυτό ισχύει και για τις πρώτες μορφές κοινωνίας (ενν.
την οικία και την κώμη). Διότι αυτή συνιστά γι’ αυτές τον σκοπό τους και η φύση
είναι σκοπός. (μετάφραση Δ.
Παπαδής) πόλις: είναι η
τελειότερη μορφή κοινωνικής συμβίωσης. Περιλαμβάνει ατελέστερα κοινωνικά
μορφώματα, όπως η οικογένεια, η φυλετική συγγένεια και σχέση, το χωριό, μια
συντεχνία κ.ά. Η πόλις δεν είναι απλώς μια ανταλλακτική κοινωνία που
διασφαλίζει την επιβίωση των μελών της, αλλά εκείνη η οργανωμένη και αρθρωμένη
κοινωνία που διασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την πλήρη ανάπτυξη όλων των
δυνατοτήτων του ανθρώπου. Ύψιστος σκοπός της ύπαρξής της είναι το κοινό αγαθό,
η συλλογική και ατομική ευτυχία των μελών της. ἀγαθόν: Το ἀγαθὸν για τον Αριστοτέλη δεν είναι ένα και μοναδικό· είναι κατά περίπτωση
διαφορετικό. Άλλες ανάγκες έχει ένας υγιής άνθρωπος και άλλες ένας ασθενής· μια
τροφή μπορεί να είναι καλή για ένα ζώο και βλαβερή για ένα άλλο. Επίσης, η
έννοια του ἀγαθοῦ είναι
πολυσήμαντη· αγαθό μπορεί είναι κάτι σύμφωνο με την αρετή αλλά και κάτι ωφέλιμο
ή ευχάριστο. Το ἀγαθόν, ακόμη,
μπορεί να είναι όντως αγαθό ή απλώς να εκλαμβάνεται ως τέτοιο. Οπωσδήποτε, το
αριστοτελικό ἀγαθὸν δεν είναι μια
καθολική και χωριστή από τον κόσμο ουσία, όπως φαίνεται να πίστευε ο Πλάτων. Το ἀγαθόν, σε όλες τις εκδοχές του, αποτελεί για τον άνθρωπο και την κοινωνία
άμεσο ή απώτερο στόχο. Το τονίζει
ο φιλόσοφος στις πρώτες του φράσεις στα Ἠθικὰ Νικομάχεια 1094a1-3: Πᾶσα τέχνη και πᾶσα μέθοδος, ὁμοίως δε πρᾶξίς τε και προαίρεσις, ἀγαθοῦ τινός ἐφίεσθαι δοκεῖ· διό καλῶς ἀπεφήναντο τἀγαθόν, οὗ πάντ’ ἐφίεται [: Κάθε τεχνική δεξιότητα και κάθε γνωστική δραστηριότητα, παρόμοια
και κάθε πράξη και κάθε διαδικασία επιλογής και προτίμησης έχει για στόχο της
–κατά την παραδοχή όλων– κάποιο αγαθό. Σωστά, επομένως, είπαν για το αγαθό πως
είναι αυτό που αποτελεί τον στόχο όλων των πραγμάτων]. κώμη: μια μικρή
κοινότητα ανθρώπων, π.χ. ένα χωριό. Η οἰκία και η κώμη
αποτελούν ατελείς μορφές ανθρώπινης κοινωνίας, γιατί δεν μπορούν να
εξασφαλίσουν στα μέλη τους την πληρότητα των σχέσεων και την ολοκλήρωση της
κοινωνικής φύσης του ανθρώπου. Η οἰκία περιλαμβάνει,
κατά τον Αριστοτέλη, μόνο τη συζυγική σχέση άνδρα-γυναίκας, τη σχέση
πατέρα-τέκνων και τη σχέση δεσπότη-δούλου. Η κώμη διευρύνει αυτόν τον κύκλο
ικανοποιώντας κάποιες περαιτέρω ανάγκες, πρωταρχικά οικονομικές. Έτσι, οἰκία και κώμη διασφαλίζουν τη ζωή (ζῆν), δεν μπορούν
όμως να παράσχουν την καλή ζωή (εὖ ζῆν), την αυτάρκεια δηλαδή και την ευτυχία. Αυτό, όπως είδαμε, είναι έργο της
πόλεως. εὖ ζῆν: Απαραίτητες
προϋποθέσεις της καλής κοινωνικής ζωής ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1325b13 κ.ε.) απαριθμεί
τις εξής: α) επάρκεια τροφής, β) ποικιλία τεχνών και τεχνιτών, γ) επαρκής
οπλισμός, δ) οικονομική ευπορία, ε) θρησκευτικοί θεσμοί, στ) θεσμοί
δικαιοσύνης. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό της πόλης θεωρείται από τον
φιλόσοφο και το πιο σημαντικό. αὐτάρκεια: Η αυτάρκεια αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα της πόλεως και
πρωταρχική επιδίωξή της. Με αυτήν δηλώνεται η επάρκεια των αγαθών που είναι
απαραίτητα για την απόκτηση και διατήρηση της συλλογικής ευτυχίας (εὐδαιμονίας). Πρόκειται για αγαθά εξωτερικά (υλικά), σωματικά και ψυχικά. Η
αυτάρκεια μιας πόλης εξαρτάται α) από τη γεωγραφική της θέση, ώστε να
εξασφαλίζονται υλικά αγαθά, β) από το έμψυχο, ανθρώπινο δυναμικό που
διασφαλίζει την άμυνα της πόλης-κράτους και γ) από το σύστημα χρηστής διοίκησης
και απονομής δικαιοσύνης, που εγγυάται την εσωτερική συνοχή της πόλης. πᾶσα πόλις φύσει ἔστιν: Σύμφωνα με τον
Αριστοτέλη, τόσο η κοινωνικότητα του ανθρώπου όσο και η σύσταση της πόλεως
ανάγονται στη φύση, είναι φυσικά φαινόμενα. Δεν αποκλείεται η συγκεκριμένη διδασκαλία
του φιλοσόφου να αποτελεί απάντηση σε ορισμένους σοφιστές που υποστήριζαν ότι
οι πολιτικοί θεσμοί και οι νόμοι αποτελούν προϊόντα ανθρώπινα, κοινωνικές
συμβάσεις που έρχονται σε σύγκρουση με τις φυσικές διεργασίες. Ενδεικτικές
Δραστηριότητες Α. Τι λέει το
κείμενο; 1. Πού αποδίδει
ο Αριστοτέλης την ύπαρξη κοινωνιών και πόλεων; Απάντηση: Ο
Αριστοτέλης αποδίδει την ύπαρξη των κοινωνιών και των πόλεων στη φυσική τάση
του ανθρώπου να συμβιώνει και να συνεργάζεται με τους άλλους, καθώς και στην
επιδίωξη κάποιου αγαθού. Κάθε κοινωνία συγκροτείται «ἀγαθοῦ τινος ἕνεκεν»,
επειδή όλοι οι άνθρωποι ενεργούν με σκοπό αυτό που θεωρούν αγαθό. Οι πρώτες και
ατελέστερες μορφές κοινωνίας, ο οἶκος και η
κώμη, δημιουργούνται από τη φύση για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών και
την εξασφάλιση της ζωής («ζῆν»). Από τη συνένωση περισσότερων
κωμών προκύπτει η πόλις, η οποία αποτελεί την ολοκλήρωση και το φυσικό τέλος
των προηγούμενων κοινωνιών. Εφόσον, λοιπόν, οι πρώτες κοινωνίες είναι φυσικές
και η πόλη είναι η τελείωσή τους, και η ίδια η πόλη υπάρχει «φύσει». Παράλληλα,
ως η ανώτερη και περιεκτικότερη μορφή κοινωνίας, δεν αποβλέπει μόνο στην
επιβίωση, αλλά στην αυτάρκεια και στο «εὖ ζῆν»,
δηλαδή στην καλή, ολοκληρωμένη και ευτυχισμένη ζωή των πολιτών. Επομένως, η
ύπαρξη κοινωνιών και πόλεων θεμελιώνεται τόσο στη φυσική κοινωνικότητα και στις
ανάγκες του ανθρώπου όσο και στην τελολογική επιδίωξη του αγαθού, με ύψιστο
σκοπό της πόλης την κοινή ευδαιμονία. 2. Ποιο είναι το
αγαθό στο οποίο αποβλέπει η πόλη; Απάντηση: Το αγαθό
στο οποίο αποβλέπει η πόλη είναι το κυριότερο και ανώτερο από όλα τα επιμέρους
αγαθά, δηλαδή η ευδαιμονία του συνόλου των πολιτών. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι
κάθε κοινωνία συγκροτείται για την επίτευξη κάποιου αγαθού· επειδή όμως η πόλη
είναι η ανώτατη και κυριότερη κοινωνία και περιλαμβάνει όλες τις άλλες μορφές
κοινωνικής οργάνωσης, επιδιώκει και το ανώτατο αγαθό. Η πόλη αρχικά
δημιουργείται «τοῦ ζῆν ἕνεκεν»,
για να εξασφαλίσει δηλαδή τις αναγκαίες προϋποθέσεις της ζωής και της
επιβίωσης. Η ύπαρξή της, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε αυτόν τον σκοπό, αλλά
αποβλέπει στο «εὖ ζῆν», στην
καλή, ολοκληρωμένη και ενάρετη ζωή. Αυτό προϋποθέτει την αυτάρκεια της
πολιτικής κοινότητας, δηλαδή την επάρκεια υλικών, σωματικών και ψυχικών αγαθών,
καθώς και θεσμούς διοίκησης και δικαιοσύνης που εξασφαλίζουν την αρμονική
συμβίωση. Επομένως, το ύψιστο αγαθό της πόλης είναι το κοινό καλό: η συλλογική
και, μέσω αυτής, η ατομική ευτυχία των μελών της, καθώς και η πλήρης ανάπτυξη
των ανθρώπινων δυνατοτήτων τους. 3. Είναι η πόλη
ένα φυσικό δημιούργημα και γιατί; Απάντηση: Ναι,
κατά τον Αριστοτέλη η πόλη είναι φυσικό δημιούργημα («πᾶσα πόλις
φύσει ἔστιν»). Ο
φιλόσοφος θεμελιώνει τη θέση αυτή σε έναν τελολογικό συλλογισμό: οι πρώτες
μορφές κοινωνίας, ο οἶκος και η κώμη, προκύπτουν από
φυσικές ανάγκες του ανθρώπου και επομένως υπάρχουν εκ φύσεως. Η πόλη
δημιουργείται από τη συνένωση περισσότερων κωμών και αποτελεί την ολοκλήρωση,
το «τέλος» τους. Εφόσον, λοιπόν, οι πρώτες κοινωνίες είναι φυσικές και η πόλη
είναι ο τελικός σκοπός και η τελείωσή τους, τότε και η ίδια είναι φυσική.
Άλλωστε, για τον Αριστοτέλη «ἡ φύσις τέλος ἐστίν»: η
αληθινή φύση ενός πράγματος φανερώνεται στην ολοκληρωμένη μορφή προς την οποία
αυτό εξελίσσεται. Έτσι, η πόλη δεν είναι μια τυχαία ή συμβατική συνάθροιση
ανθρώπων, αλλά το αποτέλεσμα της φυσικής εξέλιξης της ανθρώπινης
κοινωνικότητας. Δημιουργείται αρχικά «τοῦ ζῆν ἕνεκεν»,
για να εξασφαλίσει την επιβίωση, υπάρχει όμως «τοῦ εὖ ζῆν», για
να προσφέρει αυτάρκεια, δικαιοσύνη, κοινό αγαθό και ευδαιμονία. Συνεπώς, είναι
φυσικό δημιούργημα τόσο ως ολοκλήρωση των φυσικών πρώτων κοινωνιών όσο και
επειδή ανταποκρίνεται στην κοινωνική και πολιτική φύση του ανθρώπου. Β. Ας εμβαθύνουμε
στο νόημα του κειμένου 1. Ταυτίζονται,
σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αριστοτέλη, οι όροι κοινωνία και πόλις; Απάντηση: Οι όροι
«κοινωνία» και «πόλις» δεν ταυτίζονται πλήρως στη διδασκαλία του Αριστοτέλη. Η
«κοινωνία» είναι η ευρύτερη έννοια και δηλώνει κάθε οργανωμένη συνένωση
ανθρώπων που συγκροτείται για την επίτευξη κάποιου αγαθού («πᾶσαν
κοινωνίαν ἀγαθοῦ τινος ἕνεκεν
συνεστηκυῖαν»). Επομένως, κοινωνίες είναι τόσο οι
πρώτες και ατελέστερες μορφές συμβίωσης, όπως ο οἶκος και η
κώμη, όσο και άλλες επιμέρους ενώσεις που εξυπηρετούν συγκεκριμένες ανάγκες και
σκοπούς. Η πόλις, αντίθετα, αποτελεί ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνίας: είναι η
«κυριωτάτη» από όλες και εκείνη που «πάσας περιέχει τὰς ἄλλας»,
δηλαδή η ανώτερη, πληρέστερη και περιεκτικότερη πολιτική κοινωνία. Προκύπτει
από τη συνένωση περισσότερων κωμών, ολοκληρώνει τη φυσική εξέλιξη των επιμέρους
κοινωνιών και έχει κατακτήσει την αυτάρκεια. Γι’ αυτό δεν αποβλέπει μόνο στην
εξασφάλιση της ζωής («ζῆν»), όπως κυρίως ο οἶκος και η
κώμη, αλλά στην καλή και ευτυχισμένη ζωή («εὖ ζῆν»),
δηλαδή στο κοινό και ύψιστο αγαθό των πολιτών. Συνεπώς, κάθε πόλις είναι
κοινωνία, αλλά δεν είναι κάθε κοινωνία πόλις· η πόλις είναι η τέλεια μορφή
κοινωνίας, η οποία περικλείει και οργανώνει τις κατώτερες κοινωνικές μορφές και
πραγματώνει τον ανώτερο σκοπό τους. 2. Ποια σχέση
υπάρχει ανάμεσα στις πρώτες κοινωνίες (οἶκος,
κώμη) και την πόλη; Απάντηση: Ανάμεσα
στις πρώτες κοινωνίες και την πόλη υπάρχει σχέση φυσικής εξέλιξης, οργανικής
συνέχειας και τελολογικής ολοκλήρωσης. Ο οἶκος
αποτελεί την πρώτη και στοιχειωδέστερη μορφή κοινωνικής συμβίωσης:
δημιουργείται από φυσικές σχέσεις και καλύπτει τις καθημερινές, βασικές ανάγκες
των ανθρώπων. Από τη συνένωση περισσότερων οἴκων
προκύπτει η κώμη, η οποία διευρύνει τον κύκλο της συνεργασίας και ικανοποιεί
περισσότερες, κυρίως οικονομικές και πρακτικές, ανάγκες. Ωστόσο, τόσο ο οἶκος όσο
και η κώμη είναι ατελείς κοινωνίες, επειδή εξασφαλίζουν κυρίως το «ζῆν»,
δηλαδή την επιβίωση, χωρίς να διαθέτουν πλήρη αυτάρκεια. Από τη συνένωση
περισσότερων κωμών συγκροτείται η πόλις, η «τέλειος κοινωνία», η οποία
περιλαμβάνει και οργανώνει τις προηγούμενες κοινωνικές μορφές και έχει φτάσει
στο ύψιστο όριο της αυτάρκειας. Η πόλη είναι το «τέλος» των πρώτων κοινωνιών,
όχι με την έννοια της χρονικής παύσης τους, αλλά με την έννοια του σκοπού, της
τελείωσης και της ολοκληρωμένης μορφής προς την οποία αυτές φυσικά
κατευθύνονται. Επομένως, οι πρώτες κοινωνίες αποτελούν τις αναγκαίες
προϋποθέσεις και τα συστατικά μέρη της πόλης, ενώ η πόλη αποτελεί την
ολοκλήρωση της φύσης και του σκοπού τους. Εφόσον μάλιστα ο οἶκος και η
κώμη είναι φυσικά δημιουργήματα, φυσικό δημιούργημα είναι και η πόλη που
προκύπτει ως τελείωσή τους. Σε αυτήν πλέον δεν διασφαλίζεται μόνο το «ζῆν», αλλά
το «εὖ ζῆν»: η
καλή, ενάρετη και ευτυχισμένη ζωή, το κοινό αγαθό και η συλλογική και ατομική
ευδαιμονία των πολιτών. 3. Ο Αριστοτέλης
διακρίνει τον λόγο δημιουργίας από τον λόγο ύπαρξης της πόλης. Ποιος
είναι ο καθένας; Ποιο περιεχόμενο νομίζετε ότι αποδίδει ο φιλόσοφος
στους όρους ζῆν και εὖ ζῆν; Απάντηση: Ο
Αριστοτέλης διακρίνει σαφώς τον αρχικό λόγο δημιουργίας της πόλης από τον
τελικό λόγο της ύπαρξής της με τη φράση «γινομένη μεν τοῦ ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δὲ τοῦ εὖ ζῆν». Η
πόλη δημιουργήθηκε αρχικά για χάρη του «ζῆν»,
δηλαδή για να εξασφαλίσει στους ανθρώπους τις αναγκαίες προϋποθέσεις της ζωής
και της επιβίωσης. Οι μεμονωμένοι άνθρωποι, οι οικογένειες και οι μικρές
κοινότητες δεν είναι αυτάρκεις· γι’ αυτό συνενώνονται, ώστε με την αμοιβαία
συνεργασία να καλύπτουν βασικές βιοτικές ανάγκες, όπως η τροφή, η κατοικία, η
ασφάλεια, η άμυνα και η οικονομική επάρκεια. Αυτός είναι ο γενετικός ή
ιστορικός λόγος συγκρότησης της πόλης. Ωστόσο, όταν η πόλη ολοκληρωθεί και
κατακτήσει την αυτάρκεια, δεν υπάρχει απλώς για να διατηρεί τους ανθρώπους στη
ζωή, αλλά για χάρη του «εὖ ζῆν». Αυτός
είναι ο τελικός και ανώτερος σκοπός της: να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια
καλή, ενάρετη, δίκαιη και ευτυχισμένη ζωή. Το «εὖ ζῆν»
περιλαμβάνει όχι μόνο υλικά και σωματικά αγαθά, αλλά και ψυχικά και ηθικά
αγαθά, την εύρυθμη διοίκηση, την απονομή δικαιοσύνης, τη συμμετοχή στα κοινά
και την ανάπτυξη των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Επομένως, με τον όρο «ζῆν» ο
φιλόσοφος εννοεί τη βιολογική επιβίωση και την ικανοποίηση των στοιχειωδών
αναγκών, ενώ με τον όρο «εὖ ζῆν» εννοεί
την ποιοτική ολοκλήρωση της ανθρώπινης ζωής μέσα στην πολιτική κοινότητα,
δηλαδή την ατομική και συλλογική ευδαιμονία. Η διάκριση αυτή φανερώνει και την
τελολογική σκέψη του Αριστοτέλη: η πόλη γεννιέται από την ανάγκη, αλλά
ολοκληρώνει τη φύση και τον προορισμό της όταν υπηρετεί το ανώτατο αγαθό των
πολιτών. Γ. Για τη γλώσσα
του κειμένου 1. Έχει
υποστηριχτεί η άποψη ότι τα σωζόμενα αριστοτελικά κείμενα αποτελούν σημειώσεις
που χρησιμοποιούσε ο φιλόσοφος κατά τη διδασκαλία του στην Ακαδημία ή το Λύκειο.
Επαληθεύει το συγκεκριμένο κείμενο την εκτίμηση αυτή; Απάντηση: Το
συγκεκριμένο απόσπασμα επαληθεύει σε σημαντικό βαθμό την άποψη ότι τα σωζόμενα
αριστοτελικά έργα έχουν χαρακτήρα διδακτικών σημειώσεων και δεν αποτελούν
κείμενα οριστικά επεξεργασμένα για δημοσίευση. Η διατύπωση είναι πυκνή, λιτή
και αποδεικτική, καθώς ο Αριστοτέλης παραθέτει διαδοχικά τις προκείμενες και τα
συμπεράσματα του συλλογισμού του, χωρίς εκτενή ανάπτυξη ή καλλιέπεια. Αυτό
γίνεται φανερό από τους λογικούς και αιτιολογικούς συνδέσμους «ἐπειδή»,
«γάρ», «δῆλον ὡς», «διό»
και «εἴπερ», οι
οποίοι οργανώνουν σχηματικά την επιχειρηματολογία: κάθε κοινωνία αποβλέπει σε
κάποιο αγαθό· η πόλη είναι η κυριότερη κοινωνία και περιλαμβάνει όλες τις
άλλες· άρα επιδιώκει το κυριότερο αγαθό. Αντίστοιχα, επειδή οι πρώτες κοινωνίες
είναι φυσικές και η πόλη αποτελεί το τέλος τους, συνάγεται ότι και η πόλη
υπάρχει «φύσει». Ο σημειωματικός χαρακτήρας διακρίνεται επίσης στις ελλειπτικές
ή συμπυκνωμένες εκφράσεις, όπως «ὡς ἔπος εἰπεῖν», «εἴπερ καί αἱ πρῶται
κοινωνίαι» και «τέλος γάρ αὕτη ἐκείνων»,
όπου ο αναγνώστης ή ο ακροατής καλείται να συμπληρώσει νοητά όσα έχουν ήδη
εξηγηθεί ή θα αναπτύσσονταν προφορικά κατά τη διδασκαλία. Παράλληλα, ο
φιλόσοφος χρησιμοποιεί βασικούς όρους -«κοινωνία», «ἀγαθόν»,
«τέλος», «φύσις», «αὐτάρκεια», «ζῆν», «εὖ ζῆν»- με
μεγάλη εννοιολογική πυκνότητα, χωρίς εδώ να τους ορίζει αναλυτικά.
Χαρακτηριστικές είναι ακόμη οι επαναλήψεις λέξεων και ομόρριζων τύπων, όπως «πᾶσαν πόλιν
– πᾶσαν
κοινωνίαν – πᾶσαι», «κυριωτάτου – κυριωτάτη» και «τέλος –
τέλειος», οι οποίες δεν υπηρετούν τόσο την αισθητική ποικιλία όσο τη σαφή
σύνδεση των εννοιών και την απομνημόνευση της λογικής πορείας. Επομένως, η
αυστηρή συλλογιστική διάρθρωση, η οικονομία της έκφρασης, οι ελλείψεις, οι
επαναλήψεις και η πυκνή φιλοσοφική ορολογία ενισχύουν την εκτίμηση ότι το
κείμενο λειτουργούσε ως υπόμνημα διδασκαλίας. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι
είναι πρόχειρο ή ασύνδετο· αντίθετα, παρουσιάζει μεγάλη ακρίβεια και εσωτερική
συνοχή, στοιχεία που φανερώνουν συστηματική φιλοσοφική επεξεργασία. 2. Οι λέξεις
τέλος και τέλειος σχετίζονται ετυμολογικά. Θεωρείτε ότι στο συγκεκριμένο
απόσπασμα από τα Πολιτικά σχετίζονται και νοηματικά; Απάντηση: Οι
λέξεις «τέλος» και «τέλειος» δεν συνδέονται στο απόσπασμα μόνο ετυμολογικά αλλά
και ουσιαστικά, καθώς εκφράζουν δύο όψεις της ίδιας τελολογικής αντίληψης του
Αριστοτέλη. Ο όρος «τέλος» δεν σημαίνει απλώς τη χρονική λήξη ή την παύση μιας
διαδικασίας, αλλά τον σκοπό, την ολοκλήρωση και την πλήρη πραγμάτωση της φύσης
ενός όντος. Αντίστοιχα, «τέλειος» είναι εκείνος που έχει φτάσει στο τέλος του,
δηλαδή στην ολοκληρωμένη μορφή προς την οποία από τη φύση του τείνει. Η
νοηματική αυτή σχέση φαίνεται καθαρά στις φράσεις «ἡ δ’ ἐκ
πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος πόλις» και «τέλος γαρ αὕτη ἐκείνων».
Η πόλη χαρακτηρίζεται «τέλειος», επειδή αποτελεί το «τέλος» των πρώτων
κοινωνιών, δηλαδή του οἴκου και της κώμης. Οι κοινωνίες
αυτές δημιουργούνται φυσικά για την κάλυψη βασικών αναγκών, αλλά παραμένουν
ατελείς, αφού δεν διαθέτουν πλήρη αυτάρκεια και εξασφαλίζουν κυρίως το «ζῆν». Η
πόλη, αντίθετα, προκύπτει από την εξέλιξη και τη συνένωσή τους, κατακτά το
ύψιστο όριο της αυτάρκειας και καθιστά δυνατό το «εὖ ζῆν», την
καλή και ευτυχισμένη ζωή. Επομένως, είναι «τέλεια», επειδή ολοκληρώνει τη
φυσική πορεία και πραγματώνει τον σκοπό των προηγούμενων κοινωνικών μορφών. Η
πρόταση «ἡ δε φύσις τέλος ἐστίν»
ενισχύει αυτή τη σύνδεση: για τον Αριστοτέλη η φύση ενός πράγματος
αποκαλύπτεται στην τελική, πλήρως ανεπτυγμένη μορφή του. Έτσι, η πόλη είναι
συγχρόνως το τέλος των πρώτων κοινωνιών και η τέλεια πολιτική κοινωνία.
Συνεπώς, οι δύο λέξεις συνδέονται άμεσα νοηματικά: το «τέλος» δηλώνει τον σκοπό
και την ολοκλήρωση, ενώ το «τέλειος» χαρακτηρίζει αυτό που έχει φτάσει στην
ολοκλήρωση αυτή και έχει πραγματώσει πλήρως τη φύση του. 3. τέλειος: Η
μία μετάφραση φαίνεται να αποδίδει το επίθετο στο ουσιαστικό πόλις, ενώ η άλλη
στο κοινωνία. Ποια πιστεύετε ότι είναι ακριβέστερη; Προκύπτουν
ουσιαστικές νοηματικές αποκλίσεις από τη διαφοροποίηση αυτή; Απάντηση: Από
γραμματική και συντακτική άποψη ακριβέστερη φαίνεται η απόδοση «η κοινωνία που
αποτελείται από περισσότερες κώμες είναι ολοκληρωμένη πόλη», δηλαδή η σύνδεση
του επιθέτου «τέλειος» με το ουσιαστικό «πόλις». Στο αρχαίο κείμενο η φράση
είναι «ἡ δ’ ἐκ
πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος πόλις». Το «κοινωνία»
είναι θηλυκό ουσιαστικό, όπως και το «πόλις», και επομένως μόνο η μορφολογική
συμφωνία δεν αρκεί για να προσδιορίσει σε ποιο από τα δύο αναφέρεται το
επίθετο. Ωστόσο, η σειρά των λέξεων και η συντακτική δομή δείχνουν ότι το «ἡ…
κοινωνία» λειτουργεί ως υποκείμενο, ενώ το «τέλειος πόλις» αποτελεί το
κατηγορούμενο: η κοινωνία που σχηματίζεται από πολλές κώμες είναι μια πόλη
ολοκληρωμένη. Το επίθετο «τέλειος», το οποίο προηγείται άμεσα του «πόλις»,
προσδιορίζει φυσικότερα αυτό το ουσιαστικό και δηλώνει ότι η πόλη έχει φτάσει
στην πλήρη ανάπτυξη και αυτάρκειά της. Η δεύτερη μετάφραση, «η τέλεια κοινωνία
που αποτελείται από περισσότερες κώμες», μεταφέρει το επίθετο στο «κοινωνία»
και συνεπώς απομακρύνεται κάπως από την ακριβή συντακτική διατύπωση του
πρωτοτύπου. Δεν αλλοιώνει, όμως, ουσιαστικά το βασικό νόημα. Η πόλη είναι για
τον Αριστοτέλη η ανώτατη, πληρέστερη και τελειότερη μορφή κοινωνίας· επομένως,
αν χαρακτηριστεί «τέλεια» η κοινωνία που συγκροτείται από πολλές κώμες, το
επίθετο αποδίδει έμμεσα πάλι την πόλη. Οι δύο μεταφράσεις καταλήγουν στην ίδια
κεντρική ιδέα: η ένωση πολλών κωμών συνιστά την ολοκληρωμένη πολιτική
κοινότητα, η οποία έχει κατακτήσει την αυτάρκεια και υπηρετεί όχι μόνο το «ζῆν» αλλά
και το «εὖ ζῆν». Παρ’
όλα αυτά, υπάρχει μια μικρή διαφορά έμφασης. Η απόδοση «ολοκληρωμένη πόλη»
προβάλλει την πόλη ως το τελικό στάδιο της φυσικής εξέλιξης των πρώτων
κοινωνιών και συνδέεται αμεσότερα με τη φράση «τέλος γὰρ αὕτη ἐκείνων».
Αντίθετα, η απόδοση «τέλεια κοινωνία» τονίζει περισσότερο την αξιολογική και
ιεραρχική υπεροχή της πολιτικής κοινωνίας έναντι του οἴκου και
της κώμης. Συνεπώς, η πρώτη μετάφραση είναι συντακτικά πιστότερη, ενώ η δεύτερη
είναι ερμηνευτικά θεμιτή· η διαφοροποίησή τους δεν προκαλεί ουσιαστική
νοηματική απόκλιση, αλλά μόνο μετατόπιση της έμφασης από την ολοκληρωμένη μορφή
της πόλης στην τελειότητα της κοινωνίας που αυτή αποτελεί. Παράλληλα Κείμενα 1. ΗΡΟΔΟΤΟΣ Ἱστορίαι, Α 32.4-9 Ο Ηρόδοτος μας
παρουσιάζει τον διάλογο ανάμεσα στον πάμπλουτο Κροίσο και τον Σόλωνα, έναν από
τους επτά σοφούς. Στο ερώτημα του Κροίσου για το ποιος είναι ο ευτυχέστερος
άνθρωπος ο Σόλων τονίζει ότι για να χαρακτηρίσει με σιγουριά κάποιον
ευτυχισμένο πρέπει, εκτός των άλλων προϋποθέσεων, να έχει δει και το τέλος της
ζωής ενός ανθρώπου. Με αυτούς τους
όρους, Κροίσε, ο άνθρωπος είναι έρμαιο της τύχης. Σ’ εμένα βέβαια εσύ
φανερώνεσαι να έχεις πολλά πλούτη και να είσαι βασιλιάς πολλών ανθρώπων. Όμως
εκείνο που ρωτάς ακόμη δεν είμαι σε θέση να το πω, πριν μάθω πως είχες καλά
τέλη. Γιατί δεν είναι ασφαλώς πιο ευτυχισμένος ο πολύ πλούσιος από εκείνον που
έχει το καθημερινό του, εκτός κι αν του μείνει η τύχη πιστή και τελειώσει τη
ζωή του μέσα σε όλα τα αγαθά του. Γιατί υπάρχουν ζάπλουτοι άνθρωποι,
δυστυχισμένοι όμως, και άλλοι με μετρημένα αγαθά, αλλά ευτυχείς. Ο πολύ
πλούσιος, δύστυχος όμως, σε δύο σημεία μόνον ξεπερνά τον ευτυχισμένο, ενώ αυτός
τον πλούσιο και δυστυχισμένο σε πολλά. Ο πρώτος έχει πιο πολλά μέσα να
ικανοποιήσει τις επιθυμίες του και για να σηκώσει μια συμφορά μεγάλη που τον
βρήκε, περισσότερη δύναμη. Όμως ο άλλος τον ξεπερνά στα ακόλουθα
σημεία: τη συμφορά και τις επιθυμίες του δεν έχει όμοια δύναμη να τις βαστάξει,
από αυτά όμως τον προστατεύει η ευτυχία. ούτε σακάτης είναι ούτε άρρωστος ούτε
συφοριασμένος, αλλά καλότεκνος, ωραίος. Και αν πλάι σ’ αυτά τύχει να έχει και
καλά τέλη στη ζωή του, αυτός είναι εκείνος που ζητάς, ο άξιος να ονομάζεται
ευτυχισμένος. Πριν όμως πεθάνει κάποιος, πρέπει να διστάζει κανείς και να μη
τον λέει ευτυχισμένο, αλλά πως του χαμογελά η τύχη. Γιατί όλα αυτά που είπαμε,
να βρεθούν συγκεντρωμένα σε έναν άνθρωπο είναι αδύνατο, όπως καμιά χώρα δεν
είναι αυτάρκης παράγοντας σε ό,τι της χρειάζεται, αλλά άλλα αγαθά τα έχει κι
άλλα της λείπουν. εκείνη που θα τύχει να έχει τα πιο πολλά αγαθά, αυτή είναι
και η καλύτερη. Έτσι και του ανθρώπου η ύπαρξη, μία προς μία, καμία δεν είναι
αυτάρκης. Γιατί το ένα το έχει, το άλλο της λείπει. Και όποιος τύχει, όσο ζει,
να έχει τα πιο πολλά αγαθά, κι ύστερα να βρει και καλά τέλη στη ζωή του, αυτός
για μένα, βασιλιά, αξίζει να φέρνει τον τίτλο αυτόν. (μετάφραση Δ. Ν.
Μαρωνίτης) Ενδεικτικές
Δραστηριότητες 1. Ο Σόλων
θεωρεί ότι υπάρχει αναλογική ομοιότητα ανάμεσα στην ευτυχία του μεμονωμένου
ανθρώπου και την ευδαιμονία της πόλης. Να μελετήσετε την αναλογία αυτή. Απάντηση: Ο Σόλων
παραλληλίζει την ανθρώπινη ευτυχία με την ευδαιμονία μιας πόλης, επειδή και οι
δύο δεν εξαρτώνται από ένα μόνο αγαθό ούτε από μια πρόσκαιρη κατάσταση, αλλά
από τη συγκέντρωση, τη διάρκεια και την τελική αποτίμηση πολλών επιμέρους
αγαθών. Όπως δεν αρκεί ο μεγάλος πλούτος για να θεωρηθεί ένας άνθρωπος
ευτυχισμένος, έτσι και μια πόλη δεν είναι ευδαίμων μόνο επειδή διαθέτει ένα
πλεονέκτημα ή άφθονους πόρους. Ο άνθρωπος χρειάζεται, όσο ζει, όσο το δυνατόν
περισσότερα αγαθά -υγεία, σωματική αρτιότητα, οικογενειακή ευτυχία, υλική
επάρκεια και προστασία από μεγάλες συμφορές- και επιπλέον πρέπει να ολοκληρώσει
καλά τη ζωή του. Αντίστοιχα, μια χώρα ή πόλη έχει ορισμένα αγαθά και στερείται
άλλα· καλύτερη θεωρείται εκείνη που διαθέτει τα περισσότερα από όσα χρειάζεται
και μπορεί να εξασφαλίζει σταθερά την καλή ζωή των μελών της. Κεντρικό στοιχείο
της αναλογίας είναι η αυτάρκεια. Ο Σόλων παρατηρεί ότι ούτε μία χώρα παράγει
όλα όσα χρειάζεται ούτε ένας μεμονωμένος άνθρωπος διαθέτει μόνος του κάθε
αναγκαίο αγαθό. Η απόλυτη αυτάρκεια, επομένως, είναι ανέφικτη και για τους δύο.
Ωστόσο, όπως ευτυχέστερος είναι ο άνθρωπος που συγκεντρώνει τα περισσότερα
αγαθά και τα διατηρεί ως το τέλος, έτσι ευδαιμονέστερη είναι η πόλη που
διαθέτει τη μεγαλύτερη δυνατή επάρκεια υλικών μέσων, ανθρώπινου δυναμικού,
ασφάλειας και θεσμών και μπορεί να αντιμετωπίζει τις ανάγκες και τις δοκιμασίες
της. Η ευδαιμονία, λοιπόν, είναι και στις δύο περιπτώσεις σχετική πληρότητα και
όχι απόλυτη κατοχή όλων των αγαθών. Παράλληλα, αποφασιστική είναι η διάσταση
του χρόνου και του «τέλους». Ο Σόλων αρνείται να ονομάσει κάποιον ευτυχισμένο
πριν δει την ολοκλήρωση της ζωής του, επειδή η τύχη μπορεί να ανατρέψει την
προηγούμενη ευημερία του. Μόνο το καλό τέλος επιτρέπει την ασφαλή συνολική
κρίση. Κατ’ αναλογία, η ευδαιμονία μιας πόλης δεν κρίνεται από μια πρόσκαιρη
περίοδο πλούτου ή ισχύος, αλλά από τη διάρκεια, τη σταθερότητα και την
ολοκλήρωση της ιστορικής της πορείας. Η αναλογία αυτή συναντά την αριστοτελική
τελολογική αντίληψη: η πραγματική φύση και αξία ενός όντος φαίνεται όταν αυτό
φτάσει στο τέλος του, δηλαδή στην πλήρη πραγμάτωση των δυνατοτήτων του. Όπως ο
άνθρωπος είναι αληθινά ευτυχισμένος όταν ολοκληρώνει καλά τον βίο του μέσα σε
αγαθά, έτσι και η πόλη πραγματώνει τον σκοπό της όταν, έχοντας κατακτήσει τη
μεγαλύτερη δυνατή αυτάρκεια, δεν εξασφαλίζει απλώς το «ζῆν», αλλά
το «εὖ ζῆν»,
δηλαδή τη σταθερή, δίκαιη και κοινή ευδαιμονία των πολιτών. Υπάρχει, πάντως,
και μια διαφορά: στον Ηρόδοτο η ατομική ευτυχία εξαρτάται έντονα από την τύχη,
ενώ στην αριστοτελική πόλη η συλλογική ευδαιμονία συνδέεται περισσότερο με την
οργανωμένη πολιτική δράση, την αυτάρκεια, τη χρηστή διοίκηση και τη δικαιοσύνη.
Συνεπώς, η πόλη λειτουργεί ως ευρύτερο ανάλογο του ανθρώπου: και οι δύο
χρειάζονται ένα σύνολο αγαθών, σχετική αυτάρκεια, διάρκεια και ολοκλήρωση, όμως
η πόλη μπορεί μέσω των θεσμών και της συνεργασίας να περιορίζει την εξάρτηση
των μελών της από την τύχη και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις του κοινού
αγαθού. 2. Να συγκρίνετε
όσα λέει ο Σόλων για την αυτάρκεια μιας πόλης με την αναφορά του Αριστοτέλη
στην αυτάρκεια και όσα μάθατε γι’ αυτήν. Απάντηση: Τόσο ο
Σόλων όσο και ο Αριστοτέλης συνδέουν την αυτάρκεια της πόλης με την κατοχή των
αγαθών που είναι αναγκαία για την καλή ζωή, όμως προσεγγίζουν την έννοια από
διαφορετική οπτική. Ο Σόλων, στο απόσπασμα του Ηροδότου, τονίζει κυρίως τα όρια
της αυτάρκειας: καμία χώρα δεν παράγει όλα όσα χρειάζεται, αλλά «ἄλλα μεν ἔχει, ἄλλων δε ἐπιδέεται».
Επομένως, η αυτάρκεια δεν είναι απόλυτη. Καλύτερη θεωρείται η χώρα που διαθέτει
τα περισσότερα αγαθά και έχει τις λιγότερες ελλείψεις. Η άποψη αυτή εντάσσεται
στην αναλογία ανάμεσα στην πόλη και στον άνθρωπο: όπως κανένας άνθρωπος δεν
συγκεντρώνει όλα τα αγαθά, αλλά ευτυχέστερος είναι εκείνος που έχει τα
περισσότερα και ολοκληρώνει καλά τη ζωή του, έτσι και καμία πόλη δεν είναι
πλήρως αυτάρκης, αλλά υπερέχει εκείνη που διαθέτει τη μεγαλύτερη δυνατή
επάρκεια. Ο Αριστοτέλης, αντίθετα, παρουσιάζει την αυτάρκεια ως θεμελιώδες
γνώρισμα της ολοκληρωμένης πόλης. Η κοινωνία που προκύπτει από τη συνένωση
περισσότερων κωμών είναι «τέλειος πόλις», επειδή έχει φτάσει, «ὡς ἔπος εἰπεῖν», στο
πέρας της αυτάρκειας. Η μετριαστική αυτή φράση δείχνει ότι ούτε ο Αριστοτέλης
εννοεί μια απόλυτη και απεριόριστη αυτάρκεια, αλλά τη μέγιστη δυνατή επάρκεια
που επιτρέπει στην πολιτική κοινότητα να εκπληρώνει τον σκοπό της χωρίς
ουσιώδεις εξαρτήσεις. Η αυτάρκεια περιλαμβάνει εξωτερικά ή υλικά αγαθά,
σωματικά και ψυχικά αγαθά, επαρκή τροφή, τεχνίτες και τέχνες, οπλισμό και
άμυνα, οικονομική ευπορία, θρησκευτικούς θεσμούς και, κυρίως, θεσμούς διοίκησης
και δικαιοσύνης. Εξαρτάται επίσης από την κατάλληλη γεωγραφική θέση, το
ανθρώπινο δυναμικό και τη χρηστή οργάνωση της πόλης. Η βασική ομοιότητα των δύο
αντιλήψεων είναι ότι η αυτάρκεια νοείται ως σχετική πληρότητα αγαθών και ως
προϋπόθεση της ευδαιμονίας, όχι ως κατοχή ενός μόνο πλεονεκτήματος. Και οι δύο
αναγνωρίζουν πως η πόλη πρέπει να διαθέτει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα
αναγκαία μέσα. Η διαφορά τους βρίσκεται κυρίως στην έμφαση: ο Σόλων
υπογραμμίζει την ανθρώπινη και πολιτική αδυναμία επίτευξης πλήρους αυτάρκειας
και τον ρόλο της τύχης, ενώ ο Αριστοτέλης εντάσσει την αυτάρκεια σε μια
τελολογική και πολιτική θεωρία. Για αυτόν αποτελεί το κριτήριο με το οποίο η
πόλη διακρίνεται από τον οἶκο και την κώμη και φτάνει στην
ολοκλήρωσή της. Οι πρώτες κοινωνίες εξασφαλίζουν κυρίως το «ζῆν», ενώ η
αυτάρκης πόλη καθιστά δυνατό το «εὖ ζῆν»,
δηλαδή τη δίκαιη, ενάρετη και ευτυχισμένη ζωή. Συνεπώς, στον Σόλωνα η αυτάρκεια
λειτουργεί κυρίως ως συγκριτικό μέτρο της ευημερίας μιας χώρας: καλύτερη είναι
εκείνη που έχει τα περισσότερα αγαθά. Στον Αριστοτέλη αποκτά βαθύτερο θεσμικό
και ηθικό περιεχόμενο: είναι η επάρκεια αγαθών, ανθρώπων και θεσμών που
επιτρέπει στην πόλη να πραγματώσει το ύψιστο τέλος της, την κοινή και ατομική
ευδαιμονία των πολιτών. 2. ΝΕΜΕΣΙΟΣ ΕΜΕΣΗΣ
Περί φύσεως ἀνθρώπου, 1 9.8-22 Ο Νεμέσιος υπήρξε
επίσκοπος στην ΄Έμεσα (σημερινή Χομς της Συρίας) γύρω στο 400 μ.Χ. Η σημαντική
θεολογική πραγματεία του Περί φύσεως ἀνθρώπου, που
αντλεί πολλά στοιχεία από την αρχαία ελληνική φιλοσοφική γραμματεία, άσκησε
μεγάλη επίδραση σε πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς. Στο ακόλουθο απόσπασμα
ανάγει τη δημιουργία των κοινωνιών στις ποικίλες ανάγκες του ανθρώπινου είδους. Ο άνθρωπος λοιπόν
έχει ανάγκη από τροφή και ποτό για τις κενώσεις και τις αφιδρώσεις, έχει ανάγκη
από ντύσιμο, διότι δεν έχει από τη φύση καμία ισχυρή περιβολή, έχει ανάγκη από
σπίτι εξαιτίας της κακής κράσης του αέρα που τον περιβάλλει και εξαιτίας των
θηρίων. έχει ανάγκη θεραπείας εξαιτίας των μεταβολών που συμβαίνουν στις
ποιότητες και της αίσθησης που έχει δοθεί στο σώμα. Διότι εάν δεν υπήρχε σε
εμάς η αίσθηση ούτε θα πονούσαμε ούτε θα είχαμε ανάγκη από θεραπείες, καθώς δε
θα αντιλαμβανόμασταν τον πόνο και θα μπορούσαμε να καταστραφούμε, καθώς δε θα
γνωρίζαμε το κακό, ώστε να γιατρέψουμε το πάθος. Εξαιτίας των τεχνών και των
επιστημών και εξαιτίας των αναγκών που προκύπτουν από αυτές χρειαζόμαστε ο ένας
τον άλλον. Και επειδή χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον, γι’ αυτό πολλοί
μαζευτήκαμε και κοινωνούμε μεταξύ μας στις ανάγκες της ζωής κατά τις συμφωνίες
μεταξύ των ανθρώπων, συγκέντρωση και συνοικισμός τον οποίο ονόμασαν πόλη, για
να ωφελούμαστε ο ένας από τον άλλον όχι από μακριά αλλά από κοντά, καθώς ο
άνθρωπος από τη φύση του ζει ομαδικά και είναι ζώο πολιτικό. Διότι ένας δεν
είναι αυτάρκης σε όλα. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι πόλεις δημιουργήθηκαν για τις
συμφωνίες των ανθρώπων και για να μαθαίνει ο ένας από τον άλλον. (μετάφραση Γ.
Πλεξίδας) Ενδεικτικές
Δραστηριότητες 1. Ο Νεμέσιος
Εμέσης υπήρξε εκλεκτικός στις φιλοσοφικές του διδασκαλίες: δανειζόταν
από διάφορους προγενεστέρους απόψεις με τις οποίες συμφωνούσε. Τι
νομίζετε ότι έχει δανειστεί από τον Πρωταγόρα και τι από τον Αριστοτέλη; Απάντηση: Στο
απόσπασμα ο Νεμέσιος συνδυάζει στοιχεία που παραπέμπουν τόσο στον Πρωταγόρα όσο
και στον Αριστοτέλη. Από τον Πρωταγόρα φαίνεται να έχει αντλήσει κυρίως την
αντίληψη για τη φυσική αδυναμία και την ανεπάρκεια του ανθρώπου, οι οποίες τον
αναγκάζουν να αναπτύξει τέχνες και να συνεργαστεί με τους άλλους. Όπως στον
πρωταγόρειο μύθο ο άνθρωπος εμφανίζεται σε σύγκριση με τα άλλα ζώα γυμνός,
ανυπόδητος, άστρωτος και άοπλος, έτσι και ο Νεμέσιος τον παρουσιάζει χωρίς
φυσική προστασία: χρειάζεται τροφή και ποτό, ένδυση επειδή δεν διαθέτει «ισχυρή
περιβολή», κατοικία για να προφυλάσσεται από τις καιρικές συνθήκες και τα
θηρία, καθώς και ιατρική φροντίδα λόγω της σωματικής του ευπάθειας. Αυτές οι ελλείψεις
οδηγούν στην επινόηση και στην αξιοποίηση των τεχνών και των επιστημών. Επειδή,
όμως, κανείς δεν κατέχει μόνος του όλες τις ειδικές γνώσεις και δεξιότητες,
δημιουργείται καταμερισμός εργασίας και αμοιβαία εξάρτηση. Η πόλη, επομένως,
εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της ανάγκης για συνεργασία, ανταλλαγή γνώσεων και
κοινή αντιμετώπιση των βιοτικών δυσκολιών. Με την πρωταγόρεια αντίληψη
συνδέεται επίσης η αναφορά στις «συμφωνίες μεταξύ των ανθρώπων», αφού
υποδηλώνει ότι η οργανωμένη κοινωνική συμβίωση στηρίζεται σε ανθρώπινες
συμβάσεις και σε κοινά αποδεκτούς κανόνες. Από τον Αριστοτέλη ο Νεμέσιος
δανείζεται πρώτα την ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι «φύσει» κοινωνικό και πολιτικό
ον, όπως δηλώνεται σχεδόν αυτούσια στη φράση «ὁἄνθρωπος
φύσει ἀγελαῖόν ἐστι και
πολιτικόν ζῷον». Η ανάγκη του ανθρώπου για τους άλλους
δεν παρουσιάζεται μόνο ως περιστασιακή επιλογή, αλλά ως γνώρισμα της ίδιας της
φύσης του. Αριστοτελική είναι επίσης η θέση ότι ο μεμονωμένος άνθρωπος δεν
είναι αυτάρκης: η φράση «εἷς γὰρ πρός
πάντα οὐκ αὐτάρκης»
αντιστοιχεί στην αντίληψη ότι οι πρώτες κοινωνίες και τελικά η πόλη
συγκροτούνται επειδή τα άτομα και οι μικρότερες ομάδες αδυνατούν να
εξασφαλίσουν μόνα τους όλα τα αναγκαία αγαθά. Η συνάθροιση και ο συνοικισμός
πολλών ανθρώπων σε πόλη επιτρέπουν την αμοιβαία ωφέλεια, την κάλυψη των αναγκών
και την απόκτηση μεγαλύτερης αυτάρκειας. Επιπλέον, η άποψη ότι οι άνθρωποι
σχηματίζουν πόλεις για να ζουν και να ωφελούνται από κοντά θυμίζει τον
αριστοτελικό γενετικό σκοπό της πόλης, το «ζῆν»,
δηλαδή την εξασφάλιση των προϋποθέσεων της ζωής. Ωστόσο, ο Νεμέσιος δεν
αναπαράγει αυτούσιες τις δύο διδασκαλίες, αλλά τις συνθέτει εκλεκτικά. Από τον
Πρωταγόρα υιοθετεί την έμφαση στη βιολογική ανεπάρκεια, στην τεχνική
δημιουργικότητα και στις ανθρώπινες συμφωνίες· από τον Αριστοτέλη την έμφυτη
κοινωνικότητα, τον χαρακτηρισμό του ανθρώπου ως πολιτικού ζώου και τη σύνδεση
της πόλης με την υπέρβαση της ατομικής ανεπάρκειας μέσω της αυτάρκειας. Υπάρχει
μάλιστα μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση: ενώ ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι η
ολοκληρωμένη πόλη δεν αποβλέπει μόνο στο «ζῆν» αλλά
κυρίως στο «εὖ ζῆν», ο
Νεμέσιος στο συγκεκριμένο χωρίο τονίζει περισσότερο τη χρησιμότητα της
συμβίωσης, την κάλυψη των αναγκών και την αμοιβαία μάθηση. Συνεπώς, η σκέψη του
αποτελεί σύνθεση της πρωταγόρειας ερμηνείας της κοινωνίας ως απάντησης στην
ανθρώπινη αδυναμία και της αριστοτελικής αντίληψης ότι η κοινωνική και πολιτική
ζωή ανήκει στη φύση του ανθρώπου. 2. Όπως έχουμε
δει η αριστοτελική φιλοσοφία είναι τελολογική: ανάγει κάθε φυσική
λειτουργία σε ένα τέλος, έναν σκοπό η επίτευξη του οποίου από ένα ον σημαίνει
και πραγμάτωση-τελειοποίησή του. Ισχύει κάτι τέτοιο και για τις θέσεις
του Νεμέσιου στο Παράλληλο Κείμενο; Απάντηση: Στις
θέσεις του Νεμέσιου διακρίνεται πράγματι μια μορφή τελολογικής σκέψης, όχι όμως
τόσο ολοκληρωμένη και ρητή όσο στην αριστοτελική φιλοσοφία. Ο Νεμέσιος
παρουσιάζει τις φυσικές ελλείψεις και τις ανάγκες του ανθρώπου -την ανάγκη
τροφής, ενδυμασίας, κατοικίας και θεραπείας- όχι ως ασύνδετα γνωρίσματα, αλλά
ως αφετηρία μιας πορείας που οδηγεί στην ανάπτυξη των τεχνών και των επιστημών,
στην αλληλεξάρτηση και τελικά στη συγκρότηση της πόλης. Επειδή κανένας άνθρωπος
δεν είναι «πρὸς πάντα αὐτάρκης»,
οι άνθρωποι χρειάζονται ο ένας τον άλλον, συγκεντρώνονται, συνεργάζονται και
συμβιώνουν, ώστε να καλύπτουν αποτελεσματικότερα τις ανάγκες τους. Έτσι, η
ανθρώπινη ανεπάρκεια λειτουργεί ως κινητήρια αιτία μιας εξέλιξης με
συγκεκριμένο αποτέλεσμα και σκοπό: την οργανωμένη κοινωνική ζωή. Τελολογική
διάσταση έχει και η αναφορά του Νεμέσιου στην αίσθηση. Η αίσθηση του πόνου δεν παρουσιάζεται
ως άσκοπη λειτουργία, αλλά ως μέσο προστασίας και αυτοσυντήρησης: χάρη σε αυτήν
ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το κακό που προσβάλλει το σώμα του και αναζητεί
θεραπεία. Αν δεν αισθανόταν τον πόνο, θα μπορούσε να καταστραφεί χωρίς να
αντιληφθεί την πάθησή του. Επομένως, μια φυσική λειτουργία ερμηνεύεται με βάση
την ωφέλεια και τον σκοπό που υπηρετεί, δηλαδή τη διατήρηση της ζωής.
Αντίστοιχα, η πόλη δεν εμφανίζεται ως τυχαία συνάθροιση, αλλά ως οργανωμένη
κοινότητα που εξυπηρετεί ορισμένους σκοπούς: οι άνθρωποι συγκεντρώνονται «για
να ωφελούμαστε ο ένας από τον άλλον», για να κοινωνούν στις ανάγκες της ζωής
και «για να μαθαίνει ο ένας από τον άλλον». Η εγγύτητα, η αμοιβαία βοήθεια, ο
καταμερισμός των τεχνών και η μετάδοση της γνώσης επιτρέπουν στον άνθρωπο να
υπερβεί τη φυσική του ανεπάρκεια. Με αυτή την έννοια, η κοινωνική και πολιτική
οργάνωση αποτελεί την τελείωση των δυνατοτήτων του: μόνο μέσα στην κοινότητα
μπορεί να εξασφαλίσει όσα δεν μπορεί να αποκτήσει μόνος του και να πραγματώσει
τη φύση του ως «ἀγελαῖον» και
«πολιτικόν ζῷον». Ωστόσο, υπάρχει ουσιαστική διαφορά από
τον Αριστοτέλη. Στον Αριστοτέλη η πόλη είναι το φυσικό «τέλος» του οἴκου και
της κώμης, η τέλεια και αυτάρκης κοινωνία που δεν εξασφαλίζει μόνο το «ζῆν», αλλά
κυρίως το «εὖ ζῆν»,
δηλαδή την ενάρετη και ευδαίμονα ζωή. Ο Νεμέσιος, αντίθετα, τονίζει περισσότερο
τη χρηστική και βιοτική λειτουργία της πόλης: την κάλυψη των αναγκών, την
αμοιβαία ωφέλεια και τη μάθηση. Δεν αναπτύσσει ρητά την πόλη ως ύψιστη
ολοκλήρωση των προηγούμενων κοινωνιών ούτε συνδέει τον τελικό σκοπό της τόσο καθαρά
με την ηθική αρετή και την ευδαιμονία. Συνεπώς, στο κείμενό του υπάρχει
τελολογικός προσανατολισμός, αφού οι φυσικές λειτουργίες, οι ανάγκες, οι τέχνες
και η κοινωνική συμβίωση εξηγούνται μέσω των σκοπών που υπηρετούν· η τελολογία
του, όμως, είναι κυρίως λειτουργική και πρακτική, ενώ του Αριστοτέλη είναι
συστηματικότερη, φυσική, πολιτική και ηθική. Εισαγωγικό σχόλιο
ενότητας Σύμφωνα με τη
διδασκαλία του Αριστοτέλη, το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και
αξιολογείται η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου είναι η πόλις. Ασφαλώς ο
φιλόσοφος έχει υπόψη του κυρίως το πολιτειακό μοντέλο της αρχαιοελληνικής πόλης-κράτους.
Η πόλις είναι μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνίας, εξελικτική τελειοποίηση
πρότερων και ατελών κοινωνικών μορφωμάτων, του οἴκου και της κώμης.
Δεν αποβλέπει όμως, όπως αυτά, μόνο στην επιβίωση των μελών της αλλά και στη
συλλογική και ατομική ευτυχία των πολιτῶν, δηλαδή των
συμπολιτών (αυτή είναι η αρχαία σημασία της λέξης πολίτης). Η συλλογική εὐδαιμονία υπηρετείται από τη σχετική αυτάρκεια, αυτονομία και αυτοδιοίκηση
(ελευθερία), που χαρακτηρίζουν την αρχαιοελληνική πόλη. Καθώς οι πρότερες
μορφές κοινωνικής οργάνωσης, ο οἶκος και η κώμη,
συστήνονται με φυσικό τρόπο, η εξέλιξή τους και η τελειότερη μορφή κοινωνίας, η
πόλις, είναι επίσης ένα φυσικό δημιούργημα. Εξάλλου, το κύτταρό της, ο πολίτης,
είναι πολιτικόν ζῷον εκ φύσεως:
ζωντανό ον που η φύση του προϋποθέτει πολυποίκιλες σχέσεις ανταλλαγών και
αλληλεπίδρασης μεταξύ των μελών αυτής της οργανωμένης κοινωνίας. Αυτό ακριβώς
το πλέγμα σχέσεων είναι που συστήνει την πόλιν. Δεν πρόκειται
απλώς για σχέσεις αλληλεπίδρασης σαν αυτές που αναπτύσσουν τα ζώα μεταξύ τους και
με το περιβάλλον· οι σχέσεις των πολιτών έχουν έλλογο χαρακτήρα: υποστηρίζονται
από τον λόγον, τη λογική και τη γλώσσα. Η λογικότητα του ανθρώπου είναι η άλλη
όψη της πολιτικής του φύσης. Αυτή, εξάλλου, είναι και μια παλιά σημασία της
αρχαιοελληνικής λέξης λόγος: σχέση. Μέσω του λόγου οι
άνθρωποι σημασιοδοτούν, κατανοούν και σημαίνουν διακρίσεις που αποτελούν συστατικό
πυρήνα της πολιτικής κοινωνίας: το ωφέλιμο και το βλαβερό, το δίκαιο και το
άδικο. Η ηθική διάσταση των ανθρωπίνων σχέσεων μόνο μέσα στο λογικό περιβάλλον
της κοινωνίας νοηματοδοτείται και αξιολογείται. Η λογικότητα και
ηθικότητα της κοινωνικής ζωής και των πολιτικών σχέσεων αντικατοπτρίζει για τους
αρχαίους Έλληνες την κοσμική λογικότητα, δηλαδή την αρμονία, την ισορροπία και
την ευταξία των κινήσεων στον κόσμον. Η σοφία της φύσης αλλά και οι νόμοι που
διέπουν σταθερά τους λόγους-σχέσεις μεταξύ των ουρανίων σωμάτων, αυτοί που
ρυθμίζουν και εξασφαλίζουν μιαν αταλάντευτη σταθερότητα στον χώρο και τον
χρόνο, γίνονται για τους αρχαίους Έλληνες πρότυπο των ανθρώπινων νόμων. Οι
νόμοι αυτοί καλούνται να εξασφαλίσουν μιαν αντίστοιχη προς τον κόσμον κοινωνική
αρμονία. Αν, όμως,
δημιουργός των κοσμικών νόμων είναι ο θεός ή η φύση, δημιουργός των νόμων της
κοινωνίας είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Για τον Αριστοτέλη αυτό το δημιούργημα, η
αυτοθέσμιση της πολιτικής κοινότητας, συμπυκνούται στο πολίτευμα. Το πολίτευμα
είναι το σύνολο των νόμων και των θεσμών, αλλά και ο αντίστοιχος προς αυτούς
τους νόμους και θεσμούς τρόπος ζωής μέσα στην πόλη-κράτος. Πολιτεύματα
υπάρχουν –επισημαίνει ο φιλόσοφος– πολλά και τρόποι κοινωνικής ζωής αντίστοιχα πολλοί.
Καθοριστικοί παράγοντες συνδεμένοι με το πολίτευμα είναι η εξουσία και το
συμφέρον. Έτσι, κριτήριο διάκρισης των πολιτευμάτων είναι το ποιος ασκεί την
εξουσία: ο ένας, οι λίγοι ή οι πολλοί· και κριτήριο αξιολόγησής τους είναι το
ποιου το συμφέρον υπηρετεί το καθένα: ενός, λίγων ή όλων. Κατεξοχήν, όμως, και
άριστο πολίτευμα, αυτό και μόνο για το οποίο θα ταίριαζε απόλυτα η λέξη
πολιτεία, είναι εκείνο που έχει ως κύτταρά του όντως πολίτες, ελεύθερους
ανθρώπους που συμμετέχουν στα κοινά και παίρνουν αποφάσεις για τη ζωή τους,
αποβλέποντας στη συλλογική ευτυχία. Στην αριστοτελική
πολιτεία την εξουσία την έχουν οι πολλοί και κυρίαρχη είναι η αρχή της πλειοψηφίας
μεταξύ των πολιτών, των ελεύθερων ενήλικων ανδρών που έχουν κατοχυρωμένα
πολιτικά δικαιώματα. Και ο Αριστοτέλης στοχάζεται την πολιτεία με βάση όσα
ισχύουν για τους Αθηναίους πολίτες: στην αρχαία Αθήνα οι ανήλικοι, οι γυναίκες,
οι δούλοι και οι μέτοικοι δεν αποτελούν πολίτες. Σε μια ιδανική
πολιτεία οι πολλοί ασκούν την εξουσία τους για το συμφέρον όλων, του συνόλου
των πολιτών. Σε μια πραγματική πόλη, όπως την αρχαία Αθήνα, η εξουσία των
πολλών και φτωχότερων πολιτών αποβλέπει στο δικό τους συμφέρον, στο κράτος του
δήμου. Άρα η δημοκρατία, για τον Αριστοτέλη, δεν μπορεί να είναι ένα άριστο
πολίτευμα, εφόσον τρόπον τινά μεροληπτεί υπέρ του δήμου, των πολλών και οπαδών
της, έναντι των πλουσιότερων ή ευγενικής καταγωγής πολιτών (των λεγόμενων ἀρίστων). Σίγουρα, όμως, είναι το καλύτερο δυνατό πολίτευμα, αυτό που
επιτρέπει να διεκδικούν πάντα οι πολίτες της το εὖ ζῆν.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου