Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 17: Ο άνθρωπος ζῷον πολιτικόν | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 17: Ο άνθρωπος ζῷον πολιτικόν

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 17:  Ο άνθρωπος ζῷον πολιτικόν
 
Διδακτική Ενότητα 17:  Ο άνθρωπος ζῷον πολιτικόν
Στο πλαίσιο της ανώτατης μορφής κοινωνίας, της πόλεως, ο άνθρωπος πραγματώνει τη φύση του: αναπτύσσει πολύμορφες σχέσεις με τους συμπολίτες του. Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για τις σχέσεις που αναπτύσσει ένα ζώο με άλλα ζώα και με το περιβάλλον. Μπορεί και ο άνθρωπος να είναι ένα ζῷον (ένα ζωντανό ον), αλλά μόνο οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους είναι έλλογες σχέσεις: σημαίνονται με τη γλώσσα και αξιολογούνται λογικά. Αυτές οι έλλογες σχέσεις φανερώνουν την ανθρώπινη ουσία: είμαστε από τη φύση μας φτιαγμένοι έτσι που να ζούμε μαζί με άλλους ανθρώπους, μέσα σε κοινωνία.
 
Αριστοτέλης, Πολιτικά, Α 1.10-11, 1253a7-18
Διότι δέ πολιτικόν ὁ ἄνθρωπος ζῷον πάσης μελίττης και παντός ἀγελαίου ζῴου μᾶλλον, δῆλον. Οὐθέν γάρ, ὡς φαμέν, μάτην ἡ φύσις ποιεῖ· λόγον δέ μόνον ἄνθρωπος ἔχει τῶν ζῴων· ἡ μέν οὖν φωνή τοῦ λυπηροῦ καί ἡδέος ἐστί σημεῖον, διό καί τοῖς ἄλλοις ὑπάρχει ζῴοις (μέχρι γάρ τούτου ἡ φύσις αὐτῶν ἐλήλυθε, τοῦ ἔχειν αἴσθησιν λυπηροῦ καί ἡδέος καί ταῦτα σημαίνειν ἀλλήλοις), ὁ δέ λόγος ἐπί τῷ δηλοῦν ἐστι τό συμφέρον καί τό βλαβερόν, ὥστε καί τό δίκαιον καί τό ἄδικον· τοῦτο γάρ πρός τά ἄλλα ζῷα τοῖς ἀνθρώποις ἴδιον, τό μόνον ἀγαθοῦ καί κακοῦ καί δικαίου καί ἀδίκου καί τῶν ἄλλων αἴσθησιν ἔχειν· ἡ δέ τούτων κοινωνία ποιεῖ οἰκίαν καί πόλιν.
 
Μετάφραση
Είναι, νομίζω, φανερό γιατί ο άνθρωπος είναι πολιτικὸν ζῷον περισσότερο απ’ ό,τι οι μέλισσες ή τα άλλα αγελαία ζώα: Όπως έχουμε ήδη πει πολλές φορές, η φύση δεν κάνει τίποτε δίχως λόγο και χωρίς αιτία. Ας προσέξουμε ύστερ’ απ’ αυτό ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που είναι εφοδιασμένο με την ικανότητα του λόγου. Η απλή φωνή δεν εκφράζει, ως γνωστόν, παρά μόνο τη λύπη και την ευχαρίστηση⸱ γι’ αυτό και υπάρχει σε όλα τα ζώα. η φύση τούς έδωσε, πράγματι, όλη κι όλη αυτή την ικανότητα, να αντιλαμβάνονται το δυσάρεστο και το ευχάριστο και αυτά να τα κάνουν φανερά το ένα στο άλλο. του λόγου όμως ο προορισμός είναι να κάνει φανερό τι είναι ωφέλιμο και τι βλαβερό και, άρα, τι είναι δίκαιο και τι άδικο. αυτό είναι, πράγματι, που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και όλα τα άλλα παρόμοια πράγματα -και, φυσικά, η συμμετοχή σε όλα αυτά είναι που κάνει την οικογένεια και την πόλη.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
 
Να ο λόγος για τον οποίο είναι ολοφάνερο πως ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό περισσότερο κι από τη μέλισσα κι από όλα τα άλλα που ζουν σε αγέλες. Γιατί, όπως είπαμε, η φύση δεν κάνει τίποτε στην τύχη. Και μόνος απ’ όλα τα ζώα ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο. Και οι μεν άναρθρες κραυγές εκφράζουν τη λύπη και την ευχαρίστηση, και γι’ αυτό υπάρχουν στα άλλα ζώα. Η φύση τους δηλαδή τους επιτρέπει να αισθάνονται τη λύπη και την ευχαρίστηση και να γνωστοποιούν τα συναισθήματα αυτά το ένα στο άλλο. Αλλά ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο. Αυτό, πραγματικά, είναι το διακριτικό σημείο που κάμνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει απ’ όλα τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός δηλ. αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και τις άλλες παρόμοιες αξίες. Η κοινή γνώση αυτών των αξιών συντείνει στη δημιουργία της οικογένειας και της πόλης.
(μετάφραση Β. Μοσκόβης)
 
οὐθέν μάτην ἡ φύσις ποιεῖ: Η φύση δεν κάνει τίποτε χωρίς σκοπό· όλες οι φυσικές διεργασίες κάπου αποβλέπουν. Πρόκειται για φράση που επαναλαμβάνει ο Αριστοτέλης σε πολλές πραγματείες του. Υποστηρίζει ότι στη φύση τίποτε δεν γίνεται μάταια, τα πάντα εξυπηρετούν ορισμένη σκοπιμότητα, από την οποία και νοηματοδοτούνται: … εἰ μηθέν μάτην ποιεῖ ἡ φύσις. Ἕνεκά του γάρ πάντα ὑπάρχει τα φύσει, ἢ συμπτώματα ἔσται τῶν ἕνεκά του [: αν είναι αλήθεια ότι η φύση τίποτε δεν κάνει στην τύχη. Όλα, αλήθεια, τα φυσικά όντα υπάρχουν για κάποιο σκοπό, ή είναι τυχαία παραστρατήματα εκείνων που υπάρχουν για κάποιο σκοπό] (Περί ψυχῆς 434a31-32). Στην ανάπτυξή της η θεωρία αυτή ονομάστηκε αριστοτελική τελολογία. Προνομιακός χώρος της τελολογίας είναι η βιολογία. Σχεδόν όλα τα παραδείγματα που φέρνει ο φιλόσοφος αντλούνται από την έμβια φύση· γίνεται αναφορά στα σχήματα των δοντιών, που είναι όπως είναι για να εξυπηρετούν την πρόσληψη και επεξεργασία των τροφών, στις στοχευμένες ενέργειες μυρμηγκιών και μελισσών για την επιβίωση της κοινότητάς τους, στην ύπαρξη και λειτουργία των φύλλων χάριν των καρπών. Βασίζεται, λοιπόν, ο Αριστοτέλης στη βιολογία και επεκτείνει το τελολογικό ερμηνευτικό μοντέλο του και σε άλλα πεδία των φυσικών επιστημών. λόγος: H λέξη λόγος χρησιμοποιείται συχνά για να δηλωθούν αξεχώριστες μεταξύ τους η λογική (ως ιδιαίτερο γνώρισμα του ανθρώπου και ως διανοητική δραστηριότητα) και η γλώσσα (ως σύστημα σημείων και ως συγκεκριμένη έκφραση). Στο συγκεκριμένο χωρίο ο λόγος αντιδιαστέλλεται προς την φωνήν, και, συνεπώς, έχει ενισχυμένη τη σημασία της γλώσσας (χωρίς να χάνεται βέβαια η σημασία της ανθρώπινης λογικής).
 
φωνή: ο ήχος που παράγεται από τον λάρυγγα, τις φωνητικές χορδές και τη στοματική κοιλότητα είτε των ανθρώπων είτε των ζώων. Βλ. Περί ψυχῆς 420b5-7: ἡ δέ φωνή ψόφος [: ήχος] τίς ἐστιν ἐμψύχου· τῶν γάρ ἀψύχων οὐθέν φωνεῖ, ἀλλά καθ’ ὁμοιότητα λέγεται φωνεῖν, οἷον αὐλός καί λύρα. Η φωνή είναι άναρθρος ήχος, ενώ ο λόγος είναι έναρθρος (αρθρωμένος), απαρτισμένος δηλαδή από διακριτά στοιχεία, τα οποία μπορεί να έχουν το δικό τους νόημα. Ο έναρθρος λόγος παράγεται από σύνολα λέξεων (π.χ. προτάσεις), μεμονωμένες λέξεις (διακριτά στοιχεία του, με δικό τους νόημα), ενώ οι λέξεις από φθόγγους (διακριτούς ήχους χωρίς αυτόνομο νόημα).
 
ἀνθρώποις ἴδιον: Οι αριστοτελικοί ορισμοί αποτελούνται: α) από μία ή περισσότερες επάλληλες
έννοιες γένους, εντάσσοντας έτσι την οριζόμενη έννοια σε μία ή περισσότερες ευρύτερες κατηγορίες, και β) από την ειδοποιό διαφορά, η οποία διακρίνει την οριζόμενη έννοια από άλλες ομοειδείς (αυτές που ανήκουν στο ίδιο γένος). Ο άνθρωπος είναι ζῷον (έννοια γένους) και έχει ως αποκλειστικά δικό του γνώρισμα (ἴδιον, ειδοποιός διαφορά) τον λόγον, δηλαδή τη λογική και γλώσσα.].
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
 
Α. Τι λέει το κείμενο;
1. Με ποια ζώα συγκρίνει ο Αριστοτέλης τον άνθρωπο; Ποιο είναι το κοινό πεδίο το οποίο επιτρέπει αυτή τη σύγκριση;
 
Απάντηση: Ο Αριστοτέλης συγκρίνει τον άνθρωπο κυρίως με τη μέλισσα και, γενικότερα, με κάθε αγελαίο ζώο, δηλαδή με τα ζώα που ζουν οργανωμένα σε ομάδες ή κοινότητες. Το κοινό πεδίο που επιτρέπει τη σύγκριση είναι η φυσική κοινωνικότητα: τόσο ο άνθρωπος όσο και τα αγελαία ζώα δεν ζουν απομονωμένα, αλλά συνυπάρχουν, συνεργάζονται και επικοινωνούν με τα ομοειδή τους. Ωστόσο, ο άνθρωπος είναι «πολιτικόν ζῷον» σε ανώτερο βαθμό, επειδή διαθέτει όχι μόνο φωνή, όπως τα άλλα ζώα, αλλά και λόγο, δηλαδή έναρθρη γλώσσα και λογική σκέψη. Με τη φωνή τα ζώα γνωστοποιούν απλώς το ευχάριστο και το δυσάρεστο, ενώ με τον λόγο ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει και να εκφράζει το ωφέλιμο και το βλαβερό, το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο. Η κοινή αντίληψη και αποδοχή αυτών των ηθικών αξιών καθιστά δυνατή τη συγκρότηση σταθερών και οργανωμένων ανθρώπινων κοινωνιών, αρχικά της οικογένειας και έπειτα της πόλης. Επομένως, η σύγκριση βασίζεται στην κοινωνική φύση ανθρώπων και αγελαίων ζώων, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει την υπεροχή της ανθρώπινης κοινωνικότητας, η οποία θεμελιώνεται στον λόγο και στην κοινότητα αξιών.
 
2. Άνθρωπος και ζώα, λόγος και φωνή: να αντιστοιχίσετε τα μέλη του πρώτου ζεύγους με αυτά του δεύτερου. Ποια μηνύματα μεταφέρει η απλή φωνή και ποια ο λόγος;
 
Απάντηση: Στη συλλογιστική του Αριστοτέλη τα δύο ζεύγη αντιστοιχίζονται ως εξής: στα ζώα αντιστοιχεί η φωνή, ενώ στον άνθρωπο ο λόγος. Η φωνή υπάρχει και στον άνθρωπο, αλλά είναι κοινή σε όλα τα έμψυχα όντα και αποτελεί την απλούστερη μορφή επικοινωνίας. Με αυτήν τα ζώα εκφράζουν και γνωστοποιούν το ευχάριστο και το δυσάρεστο, δηλαδή την ηδονή και τη λύπη που αισθάνονται. Επομένως, τα μηνύματα της φωνής συνδέονται άμεσα με τις αισθήσεις και τις βιολογικές ανάγκες: ένα ζώο μπορεί, για παράδειγμα, να δηλώσει πόνο, φόβο, ικανοποίηση ή ανάγκη και να προκαλέσει ανάλογη αντίδραση στα άλλα ζώα.
Αντίθετα, ο λόγος αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα του ανθρώπου και περιλαμβάνει τόσο την έναρθρη γλώσσα όσο και τη λογική σκέψη. Με τον λόγο ο άνθρωπος δεν μεταδίδει απλώς αισθήματα, αλλά εκφράζει κρίσεις και αξιολογήσεις: διακρίνει και γνωστοποιεί το συμφέρον από το βλαβερό, το καλό από το κακό και το δίκαιο από το άδικο. Τα μηνύματά του, συνεπώς, έχουν λογικό, ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο. Χάρη σε αυτή την ικανότητα, οι άνθρωποι μπορούν να συζητούν, να συμφωνούν σε κοινές αξίες και κανόνες, να οργανώνουν τη συμβίωσή τους και να συγκροτούν την οικογένεια και την πόλη.
Συμπερασματικά, η φωνή δηλώνει κυρίως υποκειμενικές αισθητηριακές καταστάσεις, όπως το ευχάριστο και το δυσάρεστο, ενώ ο λόγος εκφράζει συνειδητές λογικές και ηθικές διακρίσεις. Αυτή ακριβώς η κατοχή του λόγου διαφοροποιεί ουσιαστικά τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα και τον καθιστά «πολιτικὸν ζῷον» σε ανώτερο βαθμό.
 
Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου
1. Να εντοπίσετε τις δύο αναφορές του Αριστοτέλη στη φύση. Πώς αντιμετωπίζει τη φύση ο φιλόσοφος;
Απάντηση: Οι δύο αναφορές του Αριστοτέλη στη φύση είναι οι εξής: πρώτον, η διατύπωση «οὐθέν γάρ, ὡς φαμέν, μάτην ἡ φύσις ποιεῖ» («η φύση δεν κάνει τίποτε μάταια») και, δεύτερον, η αναφορά στη φυσική ικανότητα των ζώων να αισθάνονται το ευχάριστο και το δυσάρεστο και να τα γνωστοποιούν μεταξύ τους: «μέχρι γάρ τούτου ἡ φύσις αὐτῶν ἐλήλυθε». Στην πρώτη περίπτωση η φύση παρουσιάζεται ως δύναμη που ενεργεί με σκοπό, ενώ στη δεύτερη ως δύναμη που έχει εφοδιάσει κάθε ζωντανό ον με συγκεκριμένες ικανότητες, ανάλογες με τον προορισμό και το είδος του.
Ο φιλόσοφος, επομένως, αντιμετωπίζει τη φύση τελολογικά: θεωρεί ότι τίποτε φυσικό δεν υπάρχει ή δεν συμβαίνει τυχαία, άσκοπα ή χωρίς αιτία, αλλά όλα αποβλέπουν σε ένα τέλος, δηλαδή σε έναν ορισμένο σκοπό. Κάθε φυσικό γνώρισμα εξυπηρετεί μια λειτουργία. Έτσι, η φωνή έχει δοθεί στα ζώα, ώστε να δηλώνουν το ευχάριστο και το δυσάρεστο, ενώ ο λόγος έχει δοθεί αποκλειστικά στον άνθρωπο, ώστε να εκφράζει το ωφέλιμο και το βλαβερό, το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο.
Η ύπαρξη του λόγου, λοιπόν, δεν είναι ένα τυχαίο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Αποτελεί φυσικό εφόδιο που υπηρετεί τον ιδιαίτερο προορισμό του ανθρώπου: να επικοινωνεί με τους άλλους, να διαμορφώνει κοινές ηθικές κρίσεις και αξίες και να οργανώνει συλλογικά τη ζωή του. Εφόσον η φύση δεν κάνει τίποτε μάταια, η χορήγηση του λόγου αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό και πολιτικό ον. Με τον λόγο συγκροτείται η κοινότητα του δικαίου και του αδίκου, από την οποία προκύπτουν η οικογένεια και η πόλη. Συνεπώς, για τον Αριστοτέλη η φύση είναι έλλογη, οργανωμένη και σκόπιμη δύναμη, η οποία κατευθύνει κάθε ον προς την ολοκλήρωση της ουσίας και του φυσικού του σκοπού.
 
2. Η έννοια ζῷον χρησιμοποιείται στο απόσπασμα ως έννοια γένους. Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά που διακρίνει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζῷα;
 
Απάντηση: Η έννοια ζῷον λειτουργεί ως έννοια γένους, επειδή περιλαμβάνει μια ευρεία κατηγορία έμβιων όντων, στην οποία ανήκουν τόσο ο άνθρωπος όσο και τα υπόλοιπα ζώα. Για να οριστεί ειδικότερα ο άνθρωπος μέσα σε αυτό το γένος, χρειάζεται να προσδιοριστεί το ιδιαίτερο γνώρισμα που τον ξεχωρίζει από τα άλλα μέλη του. Η ειδοποιός αυτή διαφορά είναι η αποκλειστική κατοχή του λόγου: «λόγον δέ μόνον ἄνθρωπος ἔχει τῶν ζῴων».
Ο λόγος εδώ δηλώνει αξεχώριστα τη λογική ικανότητα και την έναρθρη γλώσσα. Τα άλλα ζώα διαθέτουν μόνο φωνή, με την οποία εκφράζουν και γνωστοποιούν αισθητηριακές καταστάσεις, δηλαδή το ευχάριστο και το δυσάρεστο. Ο άνθρωπος, αντίθετα, χάρη στον λόγο υπερβαίνει την απλή έκφραση συναισθημάτων και μπορεί να σχηματίζει, να αξιολογεί και να διατυπώνει έννοιες και κρίσεις για το συμφέρον και το βλαβερό, το αγαθό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο.
Επομένως, ο άνθρωπος ορίζεται ως ζῷον λόγον ἔχον: το «ζῷον» είναι το γένος, ενώ το «λόγον ἔχον» αποτελεί την ειδοποιό διαφορά. Η διαφορά αυτή δεν είναι μόνο γλωσσική ή διανοητική, αλλά και ηθική και πολιτική. Μέσω του λόγου οι άνθρωποι αποκτούν κοινή αντίληψη των αξιών, συνεννοούνται, θεσπίζουν κανόνες και οργανώνουν τη συμβίωσή τους. Γι’ αυτό η κοινότητα του καλού, του κακού, του δικαίου και του αδίκου οδηγεί στη συγκρότηση της οικογένειας και της πόλης και καθιστά τον άνθρωπο πολιτικό ον σε βαθμό ανώτερο από κάθε άλλο αγελαίο ζώο.
 
3. Διερεύνηση: Γιατί ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι η μετοχή του ανθρώπου στο αίσθημα του δικαίου και του αδίκου, του καλού και του κακού, και άλλων τέτοιων αντιστίξεων, οδηγεί στη σύσταση κοινωνιών;
 
Απάντηση: Ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι η συμμετοχή του ανθρώπου στην αντίληψη του δικαίου και του αδίκου, του καλού και του κακού και των άλλων παρόμοιων αντιθέσεων οδηγεί στη σύσταση κοινωνιών, επειδή αυτές οι έννοιες δεν αφορούν μόνο το άτομο, αλλά αποκτούν νόημα κυρίως στις σχέσεις του με τους άλλους. Ο άνθρωπος, χάρη στον λόγο, δεν περιορίζεται, όπως τα άλλα ζώα, στην αίσθηση και στη γνωστοποίηση του ευχάριστου και του δυσάρεστου. Μπορεί να σκέφτεται, να αξιολογεί τις πράξεις και τις καταστάσεις, να διακρίνει τι ωφελεί ή βλάπτει το σύνολο και να διατυπώνει κρίσεις για όσα πρέπει ή δεν πρέπει να γίνονται.
Η δυνατότητα αυτή επιτρέπει στους ανθρώπους να επικοινωνούν όχι μόνο ανάγκες και συναισθήματα, αλλά και κοινές αξίες. Μέσω της συζήτησης μπορούν να συμφωνούν σε κανόνες συμπεριφοράς, να καθορίζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις, να επιλύουν διαφορές και να επιδιώκουν το κοινό συμφέρον. Η κοινή αντίληψη του δικαίου δημιουργεί αμοιβαίες δεσμεύσεις, εμπιστοσύνη και τάξη, ενώ η διάκριση του καλού από το κακό προσφέρει κριτήρια για την αξιολόγηση των πράξεων. Έτσι η ανθρώπινη συμβίωση παύει να είναι μια απλή συνύπαρξη ή αγελαία συγκέντρωση και μετατρέπεται σε οργανωμένη κοινότητα με θεσμούς, νόμους και κοινό προσανατολισμό.
Αυτό εκφράζει η φράση «ἡ δὲ τούτων κοινωνία ποιεῖ οἰκίαν καὶ πόλιν». Η λέξη κοινωνία δηλώνει εδώ τη συμμετοχή και την από κοινού αποδοχή των ηθικών και πολιτικών αξιών. Από αυτήν προκύπτει πρώτα η οικογένεια, η βασική μορφή συμβίωσης, και στη συνέχεια η πόλη, η ολοκληρωμένη πολιτική κοινότητα. Η πόλη δεν συγκροτείται απλώς για την επιβίωση, αλλά για την εξασφάλιση του «εὖ ζῆν», δηλαδή μιας καλής, δίκαιης και ενάρετης ζωής.
Συνεπώς, κατά τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ον, επειδή διαθέτει λόγο και ηθική συνείδηση. Χάρη σε αυτά μπορεί να συμμετέχει σε ένα κοινό σύστημα αξιών, να οργανώνει τη συλλογική ζωή και να δημιουργεί κοινωνίες που στηρίζονται όχι μόνο στη φυσική ανάγκη, αλλά κυρίως στη δικαιοσύνη και στην επιδίωξη του κοινού αγαθού.
 
Γ. Για τη γλώσσα του κειμένου
1. Να μελετήσετε τη λέξη κοινωνία. Χρησιμοποιείται με την ίδια σημασία στην προηγούμενη Διδακτική Ενότητα και σε αυτήν;
 
Απάντηση: Η λέξη κοινωνία δεν χρησιμοποιείται με απολύτως την ίδια σημασία στις δύο Διδακτικές Ενότητες, μολονότι οι σημασίες της συνδέονται στενά. Ετυμολογικά παράγεται από το επίθετο κοινός και δηλώνει ό,τι βασίζεται στη συμμετοχή περισσότερων προσώπων σε κάτι κοινό: σε έναν σκοπό, σε αγαθά, σε αξίες ή σε έναν οργανωμένο τρόπο ζωής.
Στην προηγούμενη Διδακτική Ενότητα η κοινωνία έχει κυρίως αντικειμενική και πολιτειακή σημασία. Δηλώνει μια οργανωμένη ένωση ανθρώπων που συγκροτείται για την επίτευξη κάποιου αγαθού. Έτσι, κάθε μορφή συλλογικής συμβίωσης —η οικογένεια, η κώμη και τελικά η πόλη— αποτελεί κοινωνία. Η πόλη χαρακτηρίζεται «κοινωνία πολιτική» και είναι η ανώτερη και πληρέστερη από όλες, επειδή περιλαμβάνει τις μικρότερες κοινωνίες, έχει κατακτήσει την αυτάρκεια και αποβλέπει όχι μόνο στο ζῆν, δηλαδή στην απλή επιβίωση, αλλά στο εὖ ζῆν, στην καλή και ευτυχισμένη ζωή. Εδώ, επομένως, η λέξη δηλώνει πρωτίστως το ίδιο το κοινωνικό μόρφωμα ή την οργανωμένη κοινότητα.
Στην παρούσα Διδακτική Ενότητα, στη φράση «ἡ δὲ τούτων κοινωνία ποιεῖ οἰκίαν καὶ πόλιν», η λέξη έχει περισσότερο ενεργητική και αφηρημένη σημασία: δηλώνει την κοινή συμμετοχή των ανθρώπων στην αντίληψη και αποδοχή του αγαθού και του κακού, του δικαίου και του αδίκου και των άλλων συναφών ηθικών αξιών. Χάρη στον λόγο οι άνθρωποι μπορούν να εκφράζουν αυτές τις κρίσεις, να τις μοιράζονται, να συμφωνούν σε κανόνες και να οργανώνουν τη συμβίωσή τους. Η κοινωνία αυτών των αξιών δεν είναι ήδη η οικογένεια ή η πόλη· είναι ο δεσμός και η κοινή βάση που τις δημιουργεί.
Συνεπώς, στην προηγούμενη ενότητα η κοινωνία δηλώνει κυρίως το αποτέλεσμα, δηλαδή την οργανωμένη ανθρώπινη κοινότητα που επιδιώκει ένα κοινό αγαθό, ενώ στην παρούσα δηλώνει κυρίως την προϋπόθεση της συγκρότησής της, δηλαδή την από κοινού συμμετοχή σε ηθικές αντιλήψεις και αξίες. Οι δύο σημασίες, ωστόσο, είναι συμπληρωματικές: η κοινή αντίληψη του δικαίου και του αγαθού καθιστά δυνατή τη δημιουργία των επιμέρους κοινωνιών, και η ολοκληρωμένη πολιτική κοινωνία επιτρέπει στους ανθρώπους να πραγματώσουν το κοινό αγαθό και το εὖ ζῆν.
 
2. Να προσπαθήσετε να βρείτε τι ακριβώς αιτιολογεί ο σύνδεσμός γάρ σε καθεμιά από τις τρεις φορές που χρησιμοποιείται.

Απάντηση: Ο αιτιολογικός σύνδεσμος γάρ χρησιμοποιείται τρεις φορές στο απόσπασμα και κάθε φορά εισάγει την αιτιολόγηση μιας διαφορετικής θέσης του Αριστοτέλη:
α. «Οὐθέν γάρ, ὡς φαμέν, μάτην ἡ φύσις ποιεῖ»: Το πρώτο γάρ αιτιολογεί την αρχική θέση ότι ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον σε μεγαλύτερο βαθμό από τη μέλισσα και από κάθε άλλο αγελαίο ζώο. Η φύση δεν δημιουργεί τίποτε άσκοπα· επομένως, το ότι προίκισε αποκλειστικά τον άνθρωπο με λόγο αποδεικνύει ότι η ανθρώπινη κοινωνικότητα έχει ιδιαίτερο σκοπό και ανώτερη μορφή. Με τον λόγο ο άνθρωπος μπορεί να εκφράζει ηθικές κρίσεις και να οργανώνει πολιτικές κοινότητες.
β. «μέχρι γάρ τούτου ἡ φύσις αὐτῶν ἐλήλυθε»: Το δεύτερο γάρ αιτιολογεί γιατί η φωνή υπάρχει και στα άλλα ζώα. Η φύση τους έχει δώσει την ικανότητα να αισθάνονται το ευχάριστο και το δυσάρεστο και να γνωστοποιούν αυτές τις αισθήσεις μεταξύ τους· γι’ αυτό διαθέτουν φωνή. Η επικοινωνιακή τους δυνατότητα, όμως, φτάνει μόνο ως αυτό το σημείο και δεν περιλαμβάνει τη σύλληψη και έκφραση ηθικών εννοιών.
γ. «τοῦτο γάρ πρός τά ἄλλα ζῷα τοῖς ἀνθρώποις ἴδιον»: Το τρίτο γάρ αιτιολογεί τη σύνδεση του λόγου με τη δήλωση του συμφέροντος και του βλαβερού και, κατ’ επέκταση, του δικαίου και του αδίκου. Ο άνθρωπος μπορεί να εκφράζει αυτές τις διακρίσεις, επειδή μόνο αυτός, σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, έχει αντίληψη του αγαθού και του κακού, του δικαίου και του αδίκου και των συναφών ηθικών αξιών.
Συνολικά, οι τρεις αιτιολογήσεις σχηματίζουν μια συνεκτική συλλογιστική πορεία: η φύση ενεργεί πάντοτε με σκοπό· στα ζώα έδωσε τη φωνή για την κοινοποίηση απλών αισθημάτων, ενώ στον άνθρωπο έδωσε τον λόγο για τη διατύπωση λογικών και ηθικών κρίσεων. Η αποκλειστική αυτή ικανότητα του ανθρώπου θεμελιώνει τη δημιουργία της οικογένειας και της πόλης και αποδεικνύει ότι είναι κατεξοχήν πολιτικό ον.
 
3. Στη μετάφραση του Β. Μοσκόβη συναντώνται ορισμένες λέξεις που δεν φαίνεται να υπάρχουν στο κείμενο του Αριστοτέλη (έναρθρος, άναρθρος, συναισθήματα, αξίες). Είναι, κατά τη γνώμη σας, θεμιτή η συγκεκριμένη μεταφραστική επιλογή;
 
Απάντηση: Η μεταφραστική επιλογή του Β. Μοσκόβη μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή, παρότι οι λέξεις «έναρθρος», «άναρθρος», «συναισθήματα» και «αξίες» δεν αντιστοιχούν σε αυτοτελείς λέξεις του αρχαίου κειμένου. Ο μεταφραστής δεν τις προσθέτει αυθαίρετα, αλλά τις χρησιμοποιεί για να αποδώσει με σαφήνεια νοήματα που εμπεριέχονται στις αριστοτελικές έννοιες και στη μεταξύ τους αντίθεση.
Ειδικότερα, οι χαρακτηρισμοί «έναρθρος» και «άναρθρος» διευκρινίζουν τη διάκριση ανάμεσα στον λόγο και στη φωνή. Στο πρωτότυπο ο λόγος ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο και δηλώνει συγχρόνως τη λογική σκέψη και τη γλωσσική της έκφραση, ενώ η φωνή είναι κοινή στον άνθρωπο και στα ζώα και γνωστοποιεί το ευχάριστο και το δυσάρεστο. Επομένως, η απόδοση «έναρθρος λόγος» τονίζει ότι η ανθρώπινη γλώσσα αποτελείται από οργανωμένα και νοηματοδοτημένα γλωσσικά στοιχεία, ενώ οι «άναρθρες κραυγές» αποδίδουν παραστατικά τη μη λεκτική φωνητική επικοινωνία των ζώων. Οι όροι αυτοί δεν μεταφράζουν κατά λέξη, αλλά αποσαφηνίζουν μια ουσιαστική διάκριση που υπάρχει στο κείμενο.
Παρόμοια, η λέξη «συναισθήματα» αποδίδει ερμηνευτικά την «αἴσθησιν λυπηροῦ καὶ ἡδέος», δηλαδή την ικανότητα των ζώων να αισθάνονται τη λύπη και την ευχαρίστηση και να τις γνωστοποιούν. Ο όρος είναι κατανοητός στη νέα ελληνική, αν και δεν είναι απόλυτα ακριβής, επειδή το αρχαίο κείμενο αναφέρεται κυρίως σε αισθήσεις ή βιώματα ευχαρίστησης και πόνου και όχι στο ευρύτερο σύνολο των συναισθημάτων. Αντίστοιχα, η λέξη «αξίες» συνοψίζει το «ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ καὶ δικαίου καὶ ἀδίκου καὶ τῶν ἄλλων», δηλαδή τις ηθικές και κοινωνικές έννοιες που μόνο ο άνθρωπος μπορεί να αντιλαμβάνεται και να μοιράζεται με τους άλλους. Και εδώ πρόκειται για εύστοχη ερμηνευτική συμπύκνωση, όχι για κατά λέξη αντιστοιχία.
Συνεπώς, η μετάφραση του Μοσκόβη είναι περισσότερο ερμηνευτική παρά αυστηρά κυριολεκτική. Οι προσθήκες του βοηθούν τον σύγχρονο αναγνώστη να κατανοήσει τη διαφορά φωνής και λόγου και το περιεχόμενο των ηθικών διακρίσεων του ανθρώπου, χωρίς να αλλοιώνουν τη βασική σκέψη του Αριστοτέλη. Είναι, λοιπόν, θεμιτές, εφόσον αναγνωρίζεται ότι αποτελούν επεξηγηματικές αποδόσεις. Μόνη επιφύλαξη αφορά τη λέξη «συναισθήματα», η οποία διευρύνει κάπως το ακριβές νόημα της αριστοτελικής «αἰσθήσεως»· μια πιστότερη απόδοση θα μπορούσε να μιλά για «αισθήματα ευχαρίστησης και λύπης».
 
Παράλληλα Κείμενα
Ο Χόμπς στο ακόλουθο απόσπασμα από το έργο του Περί του πολίτη ή Φιλοσοφικά στοιχεία για την κυβέρνηση και την πολιτική κοινωνία (1651), εμπνευσμένος από τη σχετική ανάλυση του Αριστοτέλη στα Πολιτικά, συγκρίνει τον άνθρωπο με άλλα ζώα που ζουν σε κοινότητες, όπως η μέλισσα και το μυρμήγκι.
 
Είναι αλήθεια ότι σε αυτά τα πλάσματα [μέλισσες και μυρμήγκια], που ζουν μαζί μόνο με τις αισθήσεις και τις επιθυμίες, η συναίνεση των διαθέσεων είναι τόσο ανθεκτική, ώστε δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο, για να εξασφαλίσουν και να διατηρήσουν την ειρήνη μεταξύ τους, πέρα από τη φυσική επιθυμία τους. Αλλά στους ανθρώπους τα πράγματα είναι διαφορετικά. Γιατί, πρώτον, μεταξύ τους υπάρχει διεκδίκηση τιμής και αξιώματος. στα κτήνη δεν υπάρχει καμία: όθεν μεταξύ των ανθρώπων υπάρχει μίσος και φθόνος, απ’ όπου ανακύπτουν αναρχικές εκδηλώσεις και πόλεμος. στα κτήνη δεν υπάρχει κανένα τέτοιο θέμα. Στη συνέχεια, η φυσική επιθυμία των μελισσών και των ομοίων πλασμάτων είναι ευάγωγος, και επιθυμούν το κοινό καλό, το οποίο μεταξύ τους δεν διαφέρει από το ιδιωτικό. αλλά ο άνθρωπος σπάνια θεωρεί καλό κάτι που δεν διαθέτει κάποια υπεροχή στην απόλαυσή του περισσότερη από εκείνο το οποίο κατέχουν οι άλλοι. Τρίτον, αυτά τα πλάσματα, τα οποία δεν διαθέτουν λόγο, δεν βλέπουν κανένα ελάττωμα ή νομίζουν ότι δεν βλέπουν κανένα, στη διοίκηση των πολιτειών τους. αλλά σε ένα πλήθος ανθρώπων υπάρχουν πολλοί που θεωρώντας ότι είναι σοφότεροι από τους άλλους προσπαθούν να καινοτομούν και οι διάφοροι καινοτόμοι καινοτομούν με διαφόρους τρόπους, πράγμα που συνιστά διάσπαση και εμφύλιο πόλεμο. Τέταρτον, αυτά τα ζωώδη πλάσματα, ανεξάρτητα από τον τρόπο που μπορεί να χρησιμοποιούν τη φωνή τους, για να δηλώσουν τα συναισθήματά τους το ένα στο άλλο, εντούτοις στερούνται εκείνο το είδος λέξεων που απαιτείται για τη διέγερση των κινήσεων του νου, με τις οποίες το καλό φαίνεται στο νου ως καλύτερο και το κακό ως χειρότερο απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα· όμως η γλώσσα του ανθρώπου είναι μια σάλπιγγα πολέμου και επανάστασης. [...]. Πέμπτον, δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ βλάβης και ζημίας. εκ τούτου συμβαίνει ότι, όσο καιρό τα πάνε καλά, δεν κατηγορούν τους συντρόφους τους. Αλλά οι άνθρωποι που τους επιτρέπεται να είναι νωθροί αποτελούν το μεγαλύτερο πρόβλημα για μια πολιτεία⸱ γιατί δεν συνηθίζουν να μάχονται για δημόσιο αξίωμα, προτού νικήσουν την πείνα και το κρύο. Τέλος, η συναίνεση των εν λόγω πλασμάτων είναι φυσική, ενώ των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα μόνο συνθήκης, δηλαδή τεχνητή. επομένως, δεν πρέπει να απορούμε που απαιτείται κάτι περισσότερο για τους ανθρώπους, προκειμένου να μπορέσουν να ζήσουν ειρηνικά. [...]. Επειδή λοιπόν η σύμπλευση πολλών βουλήσεων προς τον ίδιο σκοπό δεν αρκεί για τη διατήρηση της ειρήνης και τη σταθερή άμυνα, είναι απαραίτητο στα αναγκαία ζητήματα που αφορούν την ειρήνη και την αυτοάμυνα να υπάρχει μία μόνο βούληση όλων των ανθρώπων. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει, αν κάθε άνθρωπος δεν υποτάξει τη βούλησή του σε κάποιον άλλο, είτε άνθρωπο είτε συμβούλιο.
(μετάφραση Η. Βαβούρας & Ε. Φιριπή)
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
1. Να αποδώσετε με δικά σας λόγια τους πέντε λόγους για τους οποίους ο Χομπς πιστεύει ότι τα συγκεκριμένα ζώα σχηματίζουν λειτουργικές κοινότητες καλύτερα από τον άνθρωπο.
 
Απάντηση: Ο Χομπς υποστηρίζει ότι οι μέλισσες και τα μυρμήγκια σχηματίζουν λειτουργικότερες κοινότητες από τους ανθρώπους, επειδή η συμπεριφορά τους κατευθύνεται φυσικά προς τη συνεργασία και το κοινό καλό, ενώ οι άνθρωποι παρασύρονται συχνά από τον ανταγωνισμό, τη φιλοδοξία και την ιδιοτέλεια. Οι πέντε βασικοί λόγοι είναι οι ακόλουθοι:
α. Απουσία ανταγωνισμού για τιμή και αξιώματα: Στις κοινότητες των ζώων δεν υπάρχει διεκδίκηση κοινωνικής υπεροχής, τιμών ή εξουσίας. Αντίθετα, οι άνθρωποι ανταγωνίζονται για διάκριση και αξιώματα· έτσι γεννιούνται ο φθόνος και το μίσος, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε συγκρούσεις, αναρχία και πόλεμο.
β. Ταύτιση ατομικού και κοινού καλού: Οι φυσικές επιθυμίες των μελισσών και των μυρμηγκιών είναι στραμμένες προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινότητας, χωρίς το ατομικό τους όφελος να συγκρούεται με το κοινό. Ο άνθρωπος, όμως, επιδιώκει συχνά ένα αγαθό μόνο όταν μπορεί να το απολαύσει περισσότερο από τους άλλους και να αποκτήσει μέσω αυτού προσωπική υπεροχή.
γ. Αδυναμία κριτικής και επιθυμίας για αλλαγή της διοίκησης: Επειδή τα ζώα δεν διαθέτουν λόγο, δεν εντοπίζουν ελαττώματα στην οργάνωση της κοινότητάς τους ούτε επιχειρούν να την αναμορφώσουν. Στις ανθρώπινες κοινωνίες, αντίθετα, πολλοί θεωρούν τον εαυτό τους σοφότερο από τους άλλους και προτείνουν διαφορετικές αλλαγές· η σύγκρουση αυτών των απόψεων προκαλεί διχασμό και μπορεί να καταλήξει σε εμφύλιο πόλεμο.
δ. Απουσία παραπλανητικής και δημαγωγικής γλώσσας: Τα ζώα μπορούν με τη φωνή τους να γνωστοποιούν απλές καταστάσεις και αισθήματα, αλλά δεν διαθέτουν λέξεις ικανές να παραμορφώνουν την πραγματικότητα ή να διεγείρουν τα πάθη. Η ανθρώπινη γλώσσα, αντίθετα, μπορεί να παρουσιάσει το καλό ως καλύτερο και το κακό ως χειρότερο από όσο πραγματικά είναι· γι’ αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δημαγωγία, υποκίνηση, πόλεμο και επανάσταση.
ε. Αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στη βλάβη και στην αδικία: Τα ζώα δεν εκλαμβάνουν κάθε δυσάρεστη κατάσταση ως σκόπιμη προσβολή ή αδικία και, όσο ικανοποιούνται οι φυσικές τους ανάγκες, δεν κατηγορούν τους συντρόφους τους. Οι άνθρωποι, όμως, ακόμη και όταν ζουν με ασφάλεια, έχουν τον χρόνο και την τάση να θεωρούν ότι αδικούνται, να επιρρίπτουν ευθύνες και να διεκδικούν δημόσια αξιώματα, προκαλώντας αναστάτωση στην πολιτεία.
Συμπερασματικά, η συνοχή των ζωικών κοινοτήτων είναι κατά τον Χομπς φυσική και αυθόρμητη, επειδή τα μέλη τους ακολουθούν κοινές ανάγκες και επιθυμίες. Η ανθρώπινη συμφωνία, αντίθετα, είναι εύθραυστη, επειδή παρεμβαίνουν η φιλοδοξία, η ιδιοτέλεια, η διαφορετική κρίση και η δύναμη της γλώσσας. Γι’ αυτό οι άνθρωποι χρειάζονται συνθήκες, κανόνες και μια κοινή εξουσία που να ενοποιεί τις επιμέρους βουλήσεις και να διατηρεί την ειρήνη.
 
2. Ο φιλόσοφος υποβάλλει σε κριτική τη διδασκαλία του Αριστοτέλη για τη δημιουργία της πολιτικής κοινωνίας. Αφού αποδώσετε συνοπτικά την ουσία των αντιρρήσεών του, να διατυπώσετε τη δική σας άποψη.
 
Απάντηση: Ο Χομπς αμφισβητεί την αριστοτελική άποψη ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ον και ότι η κατοχή του λόγου οδηγεί φυσικά στη συγκρότηση της οικογένειας και της πόλης. Κατά τον Αριστοτέλη, ο λόγος επιτρέπει στους ανθρώπους να διακρίνουν το ωφέλιμο από το βλαβερό, το δίκαιο από το άδικο και το καλό από το κακό· η κοινή συμμετοχή σε αυτές τις αξίες θεμελιώνει την πολιτική κοινωνία. Ο Χομπς, αντίθετα, θεωρεί ότι η ανθρώπινη κοινωνική συμβίωση δεν προκύπτει αυτόματα από τη φύση ούτε εξασφαλίζεται από τον λόγο.
Οι αντιρρήσεις του στηρίζονται κυρίως στη σύγκριση των ανθρώπων με τις μέλισσες και τα μυρμήγκια. Στα ζώα αυτά η συμφωνία είναι φυσική και σταθερή, επειδή δεν ανταγωνίζονται για τιμές και αξιώματα, δεν χωρίζουν το ατομικό από το κοινό συμφέρον, δεν αμφισβητούν τη διοίκηση της κοινότητάς τους και δεν διαθέτουν γλώσσα ικανή να παραπλανά ή να υποκινεί συγκρούσεις. Στους ανθρώπους, αντίθετα, η φιλοδοξία, ο φθόνος, η επιθυμία υπεροχής, η διαφορετική κρίση και η δημαγωγική χρήση της γλώσσας γεννούν αντιπαραθέσεις, διχασμό και πόλεμο. Επομένως, ο λόγος, τον οποίο ο Αριστοτέλης θεωρεί θεμέλιο της πολιτικής κοινωνίας, μπορεί κατά τον Χομπς να λειτουργήσει και ως αιτία αποσταθεροποίησής της.
Γι’ αυτό ο Χομπς υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη συναίνεση δεν είναι φυσική αλλά τεχνητή: αποτελεί προϊόν συνθήκης. Η απλή σύμπτωση πολλών επιμέρους βουλήσεων δεν αρκεί για διαρκή ειρήνη και ασφάλεια. Χρειάζεται μια ενιαία, ισχυρή εξουσία —ένας άνθρωπος ή ένα συμβούλιο— στην οποία οι πολίτες θα υποτάξουν τις ατομικές τους βουλήσεις, ώστε να επιβάλλονται κοινοί κανόνες και να αποτρέπονται οι συγκρούσεις. Έτσι, ενώ ο Αριστοτέλης θεμελιώνει την πόλη στη φυσική κοινωνικότητα, στον λόγο και στην κοινότητα των ηθικών αξιών, ο Χομπς τη θεμελιώνει στη συμφωνία, στην ανάγκη αυτοπροστασίας και στην υποταγή σε κοινή κυρίαρχη δύναμη.
Κατά τη γνώμη μου, οι δύο προσεγγίσεις φωτίζουν διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές πλευρές της πολιτικής ζωής. Ο Αριστοτέλης ορθά επισημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει φυσική ανάγκη επικοινωνίας και συμβίωσης και ότι χωρίς κοινές αντιλήψεις για το δίκαιο και το κοινό καλό δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πολιτική κοινότητα. Από την άλλη πλευρά, ο Χομπς ρεαλιστικά αναγνωρίζει ότι ο λόγος και η κοινωνικότητα δεν εγγυώνται από μόνα τους την αρμονία: μπορούν να υπηρετήσουν την ιδιοτέλεια, τη χειραγώγηση και τη σύγκρουση. Γι’ αυτό είναι αναγκαίοι οι θεσμοί, οι νόμοι και μια αποτελεσματική δημόσια εξουσία.
Ωστόσο, μια απεριόριστη κεντρική εξουσία ενέχει τον κίνδυνο αυθαιρεσίας και καταπίεσης. Πειστικότερη θεωρώ, λοιπόν, μια σύνθεση των δύο θέσεων: η πολιτική κοινωνία στηρίζεται στη φυσική κοινωνικότητα και στην ικανότητα των ανθρώπων να διαμορφώνουν κοινές αξίες, αλλά για να παραμένει ειρηνική και δίκαιη χρειάζεται δημοκρατικούς νόμους, ισχυρούς θεσμούς, λογοδοσία και προστασία των δικαιωμάτων. Η εξουσία είναι αναγκαία, όχι όμως ανεξέλεγκτη· οφείλει να υπηρετεί το κοινό καλό και να περιορίζεται από τους κανόνες που αποδέχεται η πολιτική κοινότητα.
 
3. Ο Χομπς προεκτείνει την κριτική του στον Αριστοτέλη αμφισβητώντας πλαγίως την άμεση δημοκρατία και προτείνοντας αντ’ αυτής μια ισχυρή κεντρική εξουσία, ατομική ή συλλογική. Να εντοπίσετε τη σχετική επιχειρηματολογία.
 
Απάντηση: Η έμμεση αμφισβήτηση της άμεσης δημοκρατίας διακρίνεται κυρίως στο τρίτο επιχείρημα του Χομπς και στο συμπέρασμα του αποσπάσματος. Αρχικά υποστηρίζει ότι μέσα σε ένα ανθρώπινο πλήθος υπάρχουν πολλοί που θεωρούν τον εαυτό τους σοφότερο από τους άλλους και επιδιώκουν να «καινοτομούν» στη διοίκηση της πολιτείας. Επειδή, όμως, οι διαφορετικοί επίδοξοι μεταρρυθμιστές προτείνουν διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης, η πολλαπλότητα των γνωμών και των πολιτικών βουλήσεων προκαλεί διάσπαση και μπορεί να οδηγήσει σε εμφύλιο πόλεμο. Με αυτό το σκεπτικό ο Χομπς αντιμετωπίζει με δυσπιστία ένα πολίτευμα στο οποίο οι πολίτες συμμετέχουν άμεσα στη λήψη των αποφάσεων: η ελεύθερη αντιπαράθεση πολλών κρίσεων δεν θεωρείται από τον ίδιο εγγύηση ορθής διακυβέρνησης, αλλά πιθανή πηγή αστάθειας.
Η κριτική ενισχύεται από το τέταρτο επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η ανθρώπινη γλώσσα μπορεί να παραποιεί την πραγματικότητα και να διεγείρει τα πάθη, παρουσιάζοντας το καλό ως καλύτερο και το κακό ως χειρότερο από όσο είναι. Η φράση «η γλώσσα του ανθρώπου είναι μια σάλπιγγα πολέμου και επανάστασης» δείχνει τον φόβο του Χομπς απέναντι στη ρητορική, στη δημαγωγία και στην υποκίνηση του πλήθους. Επομένως, ο λόγος, που για τον Αριστοτέλη επιτρέπει την κοινή κρίση για το δίκαιο και το συμφέρον, μπορεί κατά τον Χομπς να οξύνει τις διαφωνίες και να μετατρέψει την πολιτική συμμετοχή σε σύγκρουση.
Παράλληλα, ο ανταγωνισμός για τιμή και δημόσια αξιώματα, η επιδίωξη προσωπικής υπεροχής και η τάση των ανθρώπων να κατηγορούν τους άλλους παρουσιάζονται ως πρόσθετες αιτίες αναταραχής. Έτσι, η ανθρώπινη συναίνεση —σε αντίθεση με τη φυσική συναίνεση των μελισσών και των μυρμηγκιών— είναι τεχνητή, δηλαδή αποτέλεσμα συνθήκης, και δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει μόνιμη ειρήνη.
Η πρόταση του Χομπς διατυπώνεται ρητά στο τέλος: «η σύμπλευση πολλών βουλήσεων προς τον ίδιο σκοπό δεν αρκεί»· στα ζητήματα της ειρήνης και της αυτοάμυνας πρέπει να υπάρχει «μία μόνο βούληση όλων των ανθρώπων». Αυτό επιτυγχάνεται όταν κάθε άτομο υποτάσσει τη βούλησή του σε έναν κοινό φορέα εξουσίας, ο οποίος μπορεί να είναι είτε ένας άνθρωπος είτε ένα συμβούλιο. Επομένως, ο Χομπς δεν απορρίπτει απλώς τη διαφωνία αλλά αντιπροτείνει τη συγκέντρωση της πολιτικής βούλησης σε μια ισχυρή κυρίαρχη αρχή. Η ενότητα της εξουσίας θεωρείται αναγκαία, ώστε να επιβάλλονται κοινοί κανόνες, να αποτρέπεται η σύγκρουση των ιδιωτικών συμφερόντων και να διατηρούνται η ειρήνη, η ασφάλεια και η άμυνα της πολιτείας.
Συνολικά, λοιπόν, η σχετική επιχειρηματολογία αναπτύσσεται με μια σαφή πορεία: η πολλαπλότητα των απόψεων γεννά διχασμό, η γλώσσα επιτρέπει τη δημαγωγία, η φιλοδοξία προκαλεί ανταγωνισμό και η απλή συμφωνία των πολιτών είναι ασταθής· άρα απαιτείται μία ενιαία και ισχυρή κεντρική εξουσία, ατομική ή συλλογική, στην οποία θα ενοποιούνται και θα υποτάσσονται οι επιμέρους βουλήσεις.
 
2. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ Λόγος περί εὐποιΐας, 9.103-104
Ο Γρηγόριος (335-395 μ.Χ.), επίσκοπος Νύσσης της Καππαδοκίας και αδελφός του Μ. Βασιλείου, είχε αξιοσημείωτη γνώση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και θεωρήθηκε ότι ξεχωρίζει για το φιλοσοφικό βάθος του θεολογικού του στοχασμού. Στον λόγο του Περί εὐποιΐας δίνει συμβουλές για την έμπρακτη εφαρμογή της εντολής του Χριστού «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», ώστε να λειτουργήσει ορθότερα το σώμα της κοινωνίας.
 
Όσοι λοιπόν χτιστήκατε λογικοί κι έχετε τον νου εξηγητή των θείων και παιδαγωγό, μη δελεαστείτε από τα πρόσκαιρα. αποκτήστε αυτά που δεν εγκαταλείπουν ποτέ όποιον τ’ απόχτησε. Ορίσετε μέτρα για να τα χρησιμοποιείτε στη ζωή σας. Να μην είναι όλα δικά μας. ένα μέρος ας είναι και των φτωχών που αγαπά ο Θεός. Όλα είναι του Θεού, του κοινού Πατέρα μας κι εμείς είμαστε αδέλφια, αφού προερχόμαστε από τον ίδιο Πατέρα. Το άριστο και πιο δίκαιο είναι ν’ απολαμβάνουν οι αδελφοί ίση μερίδα κλήρου. Το δεύτερο, αν ο ένας ή ο άλλος ιδιοποιηθεί το περισσότερο, οι υπόλοιποι ας μοιραστούν το μέρος. Κι αν κάποιος θέλει να γίνει κύριος όλων γενικά αποκλείοντας τους αδελφούς ακόμη κι από αυτό το τρίτο ή το πέμπτο, αυτός είναι τύραννος
ωμός, βάρβαρος ανήμερος, θηρίο που το ευχαριστεί μόνο το φαγητό, ή καλύτερα είναι κι από τα θηρία πιο άγριος. Αν ο λύκος δέχεται τον λύκο στο τραπέζι του και πολλά σκυλιά μαζί σπαράζουν ένα θύμα τους, ο άπληστος ωστόσο δεν παίρνει συμμέτοχο στον πλούτο του κανένα συνάνθρωπό του. Σου φτάνει το μετρημένο τραπέζι, μην ανοιχτείς στο πέλαγος του ακόλαστου φαγοποτιού. Το ναυάγιο που αυτό προκαλεί είναι βαρύ, γιατί δε μας τσακίζει σε ύφαλους, αλλά μας εξωθεί στο βαθύτατο σκοτάδι, από όπου όποιος έπεσε δε θα βγει ποτέ.
(μετάφραση Ι. Σακαλής)
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
1. Ο Αριστοτέλης, όπως είδαμε αναλυτικά στη 14η και 15η Διδακτική Ενότητα, ταύτισε την ηθική αρετή με τη μεσότητα, την τήρηση δηλαδή του μέτρου σε όλες τις πτυχές των ανθρωπίνων σχέσεων. Εντοπίζετε σε σημεία του Παράλληλου Κειμένου ηθικές προτροπές του Γρηγορίου Νύσσης που σχετίζονται με την αξία του μέτρου στη ζωή των ανθρώπων;
 
Απάντηση: Στο παράλληλο κείμενο ο Γρηγόριος Νύσσης διατυπώνει αρκετές ηθικές προτροπές που συνδέονται άμεσα με την αξία του μέτρου. Αρχικά συμβουλεύει τους ανθρώπους να μην παρασύρονται από τα πρόσκαιρα υλικά αγαθά και να θέτουν όρια στη χρήση τους: «μη δελεαστείτε από τα πρόσκαιρα» και «Ορίσετε μέτρα για να τα χρησιμοποιείτε στη ζωή σας». Με τις φράσεις αυτές προβάλλει την εγκράτεια και την αυτοκυριαρχία και απορρίπτει την άμετρη προσκόλληση στον πλούτο. Η προτροπή του αντιστοιχεί στην αριστοτελική αντίληψη ότι η αρετή αποφεύγει τόσο την υπερβολή όσο και την έλλειψη και επιλέγει το κατάλληλο μέτρο σύμφωνα με τον ορθό λόγο.
Η αξία του μέτρου εμφανίζεται και στη διαχείριση της περιουσίας. Ο Γρηγόριος ζητεί: «Να μην είναι όλα δικά μας· ένα μέρος ας είναι και των φτωχών». Δεν καταργεί κάθε προσωπική κατοχή, αλλά απαιτεί να περιορίζεται η ιδιοτέλεια και να παραχωρείται μέρος των αγαθών σε όσους έχουν ανάγκη. Η δίκαιη στάση βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άκρα: από τη μία στην πλήρη στέρηση και από την άλλη στην πλεονεξία και στην αποκλειστική ιδιοποίηση. Ιδανική θεωρεί την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, αφού όλοι είναι αδέλφια και παιδιά του ίδιου Θεού· αν όμως αυτή δεν επιτευχθεί, επιβάλλεται τουλάχιστον η δίκαιη συμμετοχή των υπολοίπων στα αγαθά.
Αντίθετα, όποιος επιδιώκει να γίνει «κύριος όλων» και αποκλείει τους συνανθρώπους του χαρακτηρίζεται τύραννος, βάρβαρος και αγριότερος από τα θηρία. Με αυτή την έντονη εικόνα ο συγγραφέας καταδικάζει την απληστία ως υπερβολή που διαλύει την αδελφική και κοινωνική συνοχή. Η ηθική στάση δεν εξαντλείται, επομένως, σε έναν προσωπικό περιορισμό, αλλά εκδηλώνεται ως δικαιοσύνη, αλληλεγγύη και έμπρακτη φροντίδα για τον άλλον.
Τέλος, η προτροπή «Σου φτάνει το μετρημένο τραπέζι, μην ανοιχτείς στο πέλαγος του ακόλαστου φαγοποτιού» εφαρμόζει το μέτρο στην τροφή και στις σωματικές απολαύσεις. Το «μετρημένο τραπέζι» εκφράζει τη σωφροσύνη, ενώ το «ακόλαστο φαγοπότι» την υπερβολή που οδηγεί σε ηθικό «ναυάγιο». Η μεταφορά δείχνει ότι η αμετρία δεν αποτελεί απλώς μια κακή συνήθεια, αλλά δύναμη που υποδουλώνει τον άνθρωπο στις επιθυμίες του και τον απομακρύνει από την αρετή.
Συνεπώς, στο κείμενο του Γρηγορίου Νύσσης το μέτρο εκφράζεται ως εγκράτεια απέναντι στα πρόσκαιρα αγαθά, περιορισμός της ατομικής ιδιοκτησίας, δίκαιη διανομή, ελεημοσύνη και αποφυγή της λαιμαργίας. Η σκέψη του συναντά την αριστοτελική μεσότητα στην απόρριψη της υπερβολής και στην απαίτηση αυτοελέγχου. Διαφέρει, όμως, ως προς τη θεμελίωσή της: στον Αριστοτέλη το μέτρο προσδιορίζεται από τον ορθό λόγο και αποβλέπει στην κατάκτηση της ηθικής αρετής και της ευδαιμονίας, ενώ στον Γρηγόριο στηρίζεται στη χριστιανική αγάπη, στην κοινή πατρότητα του Θεού και στην ευθύνη προς τον φτωχό και τον συνάνθρωπο.
 
2. Ο Γρηγόριος Νύσσης φαίνεται να γνωρίζει τη συνήθη στην αρχαία ελληνική γραμματεία παρομοίωση του ανήθικου και άδικου ανθρώπου με θηρίο. Αφού μελετήσετε τις σχετικές αναφορές του αποσπάσματος, να τις συσχετίσετε με όσα διδάσκει ο Αριστοτέλης στο Κείμενο Αναφοράς.
 
Απάντηση: Ο Γρηγόριος Νύσσης αξιοποιεί τη γνώριμη στην αρχαία ελληνική γραμματεία παρομοίωση του ανήθικου και άδικου ανθρώπου με θηρίο, για να καταδικάσει παραστατικά την απληστία και την αντικοινωνική συμπεριφορά. Εκείνος που θέλει να γίνει «κύριος όλων», αποκλείοντας τους αδελφούς του ακόμη και από ένα μικρό μέρος των αγαθών, χαρακτηρίζεται «τύραννος ωμός», «βάρβαρος ανήμερος» και «θηρίο». Μάλιστα, ο συγγραφέας κλιμακώνει την καταδίκη του λέγοντας ότι ο άπληστος είναι «κι από τα θηρία πιο άγριος». Η υπερβολή αυτή υπηρετεί ένα σαφές ηθικό νόημα: όποιος αρνείται να μοιραστεί τον πλούτο του και αδιαφορεί για τις ανάγκες των συνανθρώπων του χάνει τα γνωρίσματα της ανθρωπιάς και συμπεριφέρεται κατώτερα ακόμη και από τα άλογα ζώα.
Η σύγκριση θεμελιώνεται στο παράδειγμα του λύκου και των σκύλων. Ο λύκος «δέχεται τον λύκο στο τραπέζι του» και πολλά σκυλιά μοιράζονται το ίδιο θήραμα, ενώ ο άπληστος άνθρωπος δεν δέχεται κανέναν συνάνθρωπο ως συμμέτοχο στον πλούτο του. Παρότι τα θηρία ενεργούν χωρίς ηθικό λόγο, παρουσιάζουν μια στοιχειώδη μορφή συνύπαρξης και συμμετοχής. Αντίθετα, ο άνθρωπος που διαθέτει νου και λογική, αλλά επιλέγει συνειδητά την πλεονεξία, παραβιάζει τόσο τη φυσική συγγένεια μεταξύ των ανθρώπων όσο και τη χριστιανική αρχή της αδελφότητας. Η θηριώδης συμπεριφορά του δεν έγκειται απλώς στην επιθυμία για υλικά αγαθά, αλλά κυρίως στον αποκλεισμό των άλλων από αυτά.
Η αντίληψη αυτή συνδέεται στενά με τη διδασκαλία του Αριστοτέλη στο Κείμενο Αναφοράς. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα επειδή διαθέτει λόγο. Η απλή φωνή επιτρέπει στα ζώα να γνωστοποιούν το ευχάριστο και το δυσάρεστο, ενώ ο λόγος επιτρέπει στον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται και να εκφράζει το ωφέλιμο και το βλαβερό, το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο. Η κοινή συμμετοχή σε αυτές τις ηθικές διακρίσεις δημιουργεί την οικογένεια και την πόλη. Επομένως, το ουσιαστικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης δεν είναι απλώς η βιολογική ζωή, αλλά η έλλογη και δίκαιη κοινωνική συμβίωση.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο άδικος και πλεονέκτης άνθρωπος του Γρηγορίου διαθέτει βέβαια λόγο, αλλά δεν τον χρησιμοποιεί σύμφωνα με τον φυσικό και ηθικό προορισμό του. Ενώ μπορεί να αναγνωρίσει το δίκαιο και το κοινό αγαθό, επιλέγει την αδικία, αρνείται την κοινωνία των αγαθών και διασπά τον δεσμό που συγκροτεί την ανθρώπινη κοινότητα. Έτσι απομακρύνεται από την ιδιότητα του «πολιτικοῦ ζῴου» και πλησιάζει τη θηριώδη κατάσταση. Μάλιστα, θεωρείται χειρότερος από το θηρίο, επειδή εκείνο ενεργεί σύμφωνα με τη φύση και τα ένστικτά του, ενώ ο άνθρωπος αδικεί έχοντας λογική και επίγνωση των ηθικών αξιών.
Οι δύο συγγραφείς, λοιπόν, συγκλίνουν στην άποψη ότι η ανθρώπινη υπόσταση ολοκληρώνεται μέσα στη δίκαιη κοινωνία με τους άλλους. Για τον Αριστοτέλη, ο λόγος και η κοινή αντίληψη του δικαίου θεμελιώνουν την οικογένεια και την πόλη· για τον Γρηγόριο Νύσσης, η έλλογη φύση και η κοινή πατρότητα του Θεού επιβάλλουν την αδελφοσύνη, το μοίρασμα και τη φροντίδα του φτωχού. Όποιος επιλέγει την απληστία και τον αποκλεισμό αρνείται στην πράξη αυτά τα χαρακτηριστικά και μεταπίπτει συμβολικά από την ανθρώπινη κοινωνικότητα στη θηριωδία.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου