Κυριάκος Ευθυμίου «Ο μαντατοφόρος» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Κυριάκος Ευθυμίου «Ο μαντατοφόρος»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Κυριάκος Ευθυμίου «Ο μαντατοφόρος» 
 
Εξεβήκαν που τους τάφους κάποιοι αρχαίοι
να θκιανεφτούσιν νάκκον στον Μακρύδρομον.
 
Άμαν είδασιν τα γουρσουλλίκια μας
άμαν είδαν τες σημαίες τζιαι τα ττέλια
εστραφήκαν βουρητοί στα χώματα.
 
Έμεινεν πίσω ο μαντατοφόρος
μες στη μέσην της στράτας σιυφτός.
 
Εδίκλησεν πάνω τζι’ είδεν μας.
Εν είπεν τίποτε
τίποτε.
 
Εθώρεν μας.
 
*εξεβήκαν: βγήκαν,
*θκιανεφτούσιν: σεργιανίσουν,
*νάκκον: λίγο,
*Μακρύδρομος: κύριος εμπορικός δρόμος, στην εντός των τειχών πόλη της Λευκωσίας,
*γουρσουλλίκια: γουρσουζιές,
*ττέλια: συρματοπλέγματα,
*βουρητοί: τρέχοντας,
*εδίκλησεν: έστρεψε το βλέμμα.
 
Κυριάκος Ευθυμίου, Προτελευταία αλήθεια, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2023
 
Το ποίημα «Ο μαντατοφόρος» συνιστά ένα συγκλονιστικό σχόλιο για τη σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα και το τραύμα της διχοτόμησης. Με τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου, η οποία εκφράζει με τον πλέον αυθεντικό τρόπο την εμπειρία των Κυπρίων που υπέστησαν τις συνέπειες της διχοτόμησης, ο ποιητής συνθέτει μια σκηνή όπου το ιστορικό παρελθόν συγκρούεται με το θλιβερό παρόν.
 
«Εξεβήκαν που τους τάφους κάποιοι αρχαίοι
να θκιανεφτούσιν νάκκον στον Μακρύδρομον.»
 
Το λογοτεχνικό -και συνάμα υπερβατικό- εύρημα της εξόδου των «αρχαίων» νεκρών από τους τάφους τους καθιστά ανάγλυφη την αντίθεση ανάμεσα στο παρελθόν της νήσου και στο οδυνηρό παρόν της. Οι απροσδιόριστης εποχής νεκροί αναδύονται από τους τάφους τους για να περιδιαβούν για λίγο τον Μακρύδρομο της Λευκωσίας, τη σημερινή οδό Λήδρας. Συμβολίζοντας τους προγόνους των Ελληνοκυπρίων, επιστρέφουν για να περπατήσουν στον άλλοτε μακρύτερο δρόμο της εντός των ενετικών τειχών Λευκωσίας. Πιστεύουν πως θα βαδίσουν ξανά στον κεντρικό εμπορικό δρόμο μιας ελεύθερης πόλης και πως θα γευτούν, έστω για λίγο ακόμη, τα θέλγητρα της ζωής στο πατρογονικό τους νησί.
 
«Άμαν είδασιν τα γουρσουλλίκια μας
άμαν είδαν τες σημαίες τζιαι τα ττέλια
εστραφήκαν βουρητοί στα χώματα.»
 
Η επαφή, ωστόσο, των προγόνων με το παρόν τούς γεμίζει φρίκη και αποτροπιασμό, καθώς όσα αντικρίζουν γύρω τους φαντάζουν ως απόρροια μιας αδυσώπητης κακοτυχίας. Οι σημαίες και τα συρματοπλέγματα, που οριοθετούν τη διαιρεμένη πόλη ανάμεσα στο ελεύθερο τμήμα της και στο έδαφος υπό ξένη κατοχή, τους βυθίζουν στην απόγνωση· γι’ αυτό και προτιμούν να επιστρέψουν τρέχοντας στο χώμα των τάφων τους. Το παρελθόν της νήσου αρνείται να συνυπάρξει με μια τόσο αδιανόητη πραγματικότητα.
 
«Έμεινεν πίσω ο μαντατοφόρος
μες στη μέσην της στράτας σιυφτός.
 
Εδίκλησεν πάνω τζι’ είδεν μας.
Εν είπεν τίποτε
τίποτε.
 
Εθώρεν μας.»
 
Σε αντίθεση με τους άλλους νεκρούς, ο μαντατοφόρος παραμένει πίσω, μόνος και σκυφτός στη μέση του δρόμου. Όταν, ωστόσο, σηκώνει το βλέμμα και αντικρίζει τους ζωντανούς, δεν αρθρώνει λέξη. Η στάση του είναι συγκλονιστική: μολονότι ο ρόλος του συνίσταται στη μεταφορά ειδήσεων ή μηνυμάτων, εδώ το ίδιο το «μήνυμα» ταυτίζεται με την απόλυτη σιωπή. Μπροστά στην τραγωδία της διχοτόμησης, που συμβολίζουν τα συρματοπλέγματα της Λευκωσίας, οι λέξεις αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Το βλέμμα του γίνεται φορέας σιωπηρής καταδίκης, πένθους και απόγνωσης για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η πατρίδα. Το παρελθόν, ενσαρκωμένο στους προγόνους, φρίττει, ενώ ο μοναδικός μάρτυρας από τον κάτω κόσμο που παραμένει για να μας αντικρίσει δεν έχει πλέον τίποτε να μας πει.
Η σιωπή του μαντατοφόρου αποκτά, μάλιστα, διττή σημασία, καθώς δεν εκφράζει μόνο την απόγνωση, αλλά και την αδυναμία πρόβλεψης του μέλλοντος. Ο μαντατοφόρος αδυνατεί να αποκαλύψει ποια θα είναι η πορεία της διχοτομημένης πόλης και της νήσου, αφού δεν μπορεί να διακρίνει με ποιον τρόπο θα καταστεί εφικτή η επίλυση ενός τόσο σύνθετου ζητήματος. Υπό αυτή την έννοια, η απουσία μηνύματος συμπυκνώνει την αίσθηση ενός αξεπέραστου αδιεξόδου.
 
Ο αντίκτυπος της Ουδέτερης Ζώνης εντός της Λευκωσίας
Με τη δημιουργία της Παρεμβαλλόμενης Γραμμής του Ο.Η.Ε. στην Κύπρο, όπως επίσημα ονομάζεται, το ιστορικό κέντρο της Λευκωσίας, αλλά και ολόκληρη η επαρχία, διαιρέθηκαν και η, μέχρι τότε, απρόσκοπτη ανάπτυξή της πόλης προς όλες τις κατευθύνσεις διακόπηκε. Τα δύο τμήματα γύρισαν αμφότερα την πλάτη και αναπτύσσονταν αντίθετα από την Ουδέτερη Ζώνη, η οποία αποτελούσε απροσπέλαστο όριο μεταξύ τους.
Μέχρι σήμερα, η πρωτεύουσα λειτουργεί, ουσιαστικά, σα δύο ξεχωριστές πόλεις, με την καθεμία να αναπτύσσεται ανεξάρτητα, αγνοώντας, πολεοδομικά, την ύπαρξη της άλλης.
Εκτός του ότι επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την πολεοδομική εξέλιξη της ευρύτερης Λευκωσίας, η Ουδέτερη Ζώνη, διαχωρίζοντας την εντός των τειχών πόλη σε δύο τμήματα, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο και για το ιστορικό κέντρο.
Με τη δημιουργία της, οι κάποτε πιο πολυσύχναστοι δρόμοι της πρωτεύουσας διακόπηκαν βίαια με την παρεμβολή υλικών εμποδίων ως οδοφράγματα. Τα επόμενα χρόνια, οι περιοχές που γειτνίαζαν άμεσα με αυτήν ερημώθηκαν και υπέπεσαν σε φυσική φθορά. Ως αποτέλεσμα, η εντός των τειχών πόλη έπαψε να αποτελεί το εμπορικό και κοινωνικό κέντρο και οδηγήθηκε σταδιακά σε μαρασμό. Σήμερα, έπειτα από μία περίοδο υποβάθμισης, παρόλο που ο ιστορικός πυρήνας της Λευκωσίας άρχισε να αναζωογονείται, η Ουδέτερη Ζώνη εξακολουθεί να αποτελεί μία νεκρή λωρίδα γης, η οποία έρχεται σε πλήρη αντιπαράθεση με την έντονη δραστηριότητα που εκτυλίσσεται εκατέρωθέν της.
Μετά το 1974, η επικοινωνία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων είχε γίνει εξαιρετικά δύσκολη. Έτσι, όταν το 2003 έγινε διάνοιξη οδοφραγμάτων, από όπου επιτρεπόταν η ελεγχόμενη διέλευση από τη μία πλευρά στην άλλη, εισήχθησαν νέα δεδομένα ως προς την επαφή των δύο κοινοτήτων.
Κατά μήκος της Ουδέτερης Ζώνης, έχουν ανοίξει μέχρι σήμερα εννιά συνολικά οδοφράγματα, τα δύο τελευταία το Νοέμβριο του 2018. Σε όλο το νησί συνολικά, οι διελεύσεις για το 2018 έφτασαν τα δύο εκατομμύρια, αριθμός που αυξάνεται κάθε χρονιά.
Η πρώτη διάνοιξη έγινε έξω ακριβώς από την παλιά πόλη της Λευκωσίας, στο δρόμο δίπλα από το ιστορικό ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας, το οποίο βρίσκεται πλέον εντός της Ουδέτερης Ζώνης, υπό τον έλεγχο του Ο.Η.Ε.. Το 2008 δημιουργήθηκε και το πέρασμα του πεζόδρομου της Λήδρας, που αποτελεί το μοναδικό, μέχρι σήμερα, πέρασμα στην εντός των τειχών πόλη και το οποίο συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην αναζωογόνηση του κέντρου. Ενδεικτικά, από το σημείο ελέγχου της οδού Λήδρας, εκτελούνται, επί του παρόντος, περίπου χίλιες διελεύσεις πεζών ημερησίως.
Με τη διακίνηση και επικοινωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές, η μεταξύ τους συνεργασία έπαψε να περιορίζεται σε ζητήματα πολεοδομίας και οι δικοινοτικές δράσεις έγιναν πιο συστηματικές και οργανωμένες, με τη συμμετοχή, όχι μόνο πολιτών, αλλά και επίσημων φορέων, ενώ επεκτάθηκαν σε διάφορα πεδία, όπως η εκπαίδευση, η έρευνα, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός και η επιχειρηματικότητα.
 
[Η Οχυρωματική Ζώνη]
Η δεύτερη, μεγάλης κλίμακας, ανθρωπογενής ασυνέχεια στον αστικό ιστό της Λευκωσίας είναι αποτέλεσμα της ενετικής Οχυρωματικής Ζώνης, η οποία αποτελείται από τα κυκλικά τείχη και την τάφρο που τα περιβάλλει.
Σχεδιάστηκαν το 1567 από τον Ενετό αρχιτέκτονα μηχανικό Giulio Savorgnan, με θεωρητικό κέντρο τον τότε καθεδρικό της Αγίας Σοφίας (σήμερα Selimiye Camii) και περιλαμβάνουν έντεκα πανομοιότυπους καρδιόσχημους προμαχώνες, οι οποίοι πήραν τα ονόματά τους από τις οικογένειες Ενετών που χρηματοδότησαν την οικοδόμησή τους.
Μετά το κτίσιμό των τειχών, για να μπει κανείς στην πόλη, έπρεπε να περάσει μία από τις τρεις πύλες τους: την πύλη Κερύνειας βόρεια, την πύλη Αμμοχώστου στα ανατολικά ή την πύλη Πάφου στα δυτικά.
Τα τείχη, με το πρωτότυπο σχέδιο οχύρωσης, σύμφωνο με τις αμυντικές μεθόδους της εποχής, έχουν διάμετρο περίπου 1,5 χιλιόμετρο και εξωτερική περίμετρο γύρω στα 5 χιλιόμετρα. Το ύψος τους όταν χτίστηκαν έφτανε τα 12 μέτρα, ενώ σήμερα κυμαίνεται από 4 μέχρι 7 μέτρα.
 
Η Τάφρος της Λευκωσίας [Υποδομές για τη συνέχεια], Αρσένη Νικολέτα & Βιολάρη Μαριλένα, Οκτώβριος 2019

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου