Λέων Τολστόι «Πόλεμος και Ειρήνη» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Λέων Τολστόι «Πόλεμος και Ειρήνη»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Marcel Egger
 
Λέων Τολστόι «Πόλεμος και Ειρήνη»
 
1. [Να σκοτώσουν εμένα που όλοι μ’ αγαπούν τόσο;]
 
Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ μετά τη μάχη στην Ουλμ (1805), αφού κατέλαβε τη Βιέννη, επιχειρεί να αποκόψει την καταπονημένη ρωσική στρατιά από τις ενισχύσεις που έρχονταν από τη Ρωσία. Ο Ρώσος αρχιστράτηγος Κοντούζοφ, για να εμποδίσει το σχέδιο του εχθρού, διατάζει το στρατό του να σπεύσει με κατεύθυνση τα περίχωρα της Βιέννης, για να ενωθεί με τα στρατεύματα που έρχονταν από τη Ρωσία. Σε σύγκρουση των δύο στρατιών έξω από το χωριό Σεντγράμπεν ο δόκιμος αξιωματικός Νικολάι Ροστόβ, που υπηρετεί σε ένα σύνταγμα ουσάρων*, θα αποκτήσει την πρώτη του πολεμική εμπειρία.
[ουσάρος: αυτός που υπηρετεί σε ιππικό που αποτελείται από ελαφρά οπλισμένους ιππείς.]
 
— Ας γίνει, τέλος, μια ώρα αρχήτερα, κείνο που ‘ναι να γίνει, — σκεφτόταν ο Ροστόβ νιώθοντας πως έφτασε τέλος η στιγμή να ζήσει την απόλαυση της εφόδου, που γι’ αυτήν τόσα και τόσα του διηγόνταν οι συνάδελφοι του ουσάροι.
— Εμπρός, ο Θεός μαζί σας! —ακούστηκε η φωνή του Ντενίσοβ— απάνω τους! Μαγς!
Στην πρώτη γραμμή αναταράχτηκαν τα κορμιά των αλόγων. Ο Γράτσικ τεντώθηκε και κάλπασε, χωρίς να περιμένει την παρακίνηση του Ροστόβ.
Ο Νικολάι έβλεπε δεξιά του τις πρώτες γραμμές των ουσάρων του συντάγματός του και μπροστά, πιο πέρα, διέκρινε μια σκούρα λουρίδα που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι ήταν και που νόμιζε πως ήταν ο εχθρός. Ντουφεκιές ακούγονταν, όμως από μακριά.
— Ταχύτερα! — ακούστηκε το πρόσταγμα, κι ο Ροστόβ ένιωσε πως ο Γράτσικ άρχισε ν’ ανατινάζεται, έτοιμος να περάσει απ’ τον τριποδισμό στον καλπασμό.
Μάντευε την κάθε κίνηση του ζώου και γινόταν κι ο ίδιος ολοένα και πιο ζωηρός, ολοένα και πιο χαρούμενος. Είχε διακρίνει κάποιο απομονωμένο δέντρο παραμπρός. Το δέντρο αυτό στην αρχή βρισκόταν μπροστά, στη μέση της γραμμής, του ορίου* που φαινόταν τόσο τρομερό. Όμως να, που τη γραμμή αυτή την πέρασαν κι όχι μόνο τίποτα το τρομερό δε συνέβη, μα αντίθετα η ζωηρότητα και το κέφι γίνονταν όλο και πιο έντονα.
— Πώς θα τον πετσοκόψω κείνον που θα φανεί μπροστά μου! — σκεφτόταν ο Ροστόβ σφίγγοντας στο χέρι του τη λαβή του σπαθιού του.
— Ζή-τω-ω-ω-ω!! — βούιξαν οι φωνές.
— Ε, ας βρεθεί τώρα μπροστά μου, όποιος να 'ναι! — σκεφτόταν ο Ροστόβ και σπιρουνίζοντας αλύπητα τον Γράτσικ, και προσπερνώντας τους συντρόφους του όρμησε μπροστά με ασυγκράτητο καλπασμό. Πιο μπρος διακρινόταν κιόλας ο εχθρός. Ξαφνικά μια δυνατή πνοή, σαν κάποια τεράστια σκούπα να κινήθηκε στον αέρα, χτύπησε πάνω στον ουλαμό. Ο Νικολάι ύψωσε το σπαθί του, έτοιμος να χτυπήσει, μα την ίδια στιγμή ο στρατιώτης Νικήτιενκο, που κάλπαζε μπροστά του, αποκόπηκε απ’ αυτόν κι ο Ροστόβ αισθάνθηκε, σα μέσα σ’ όνειρο, πως εξακολουθούσε να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ταυτόχρονα πως μένει ακίνητος στην ίδια θέση. Πίσω του, ο γνώριμος ουσάρος Μπανταρτσούκ παρ’ ολίγο να πέσει πάνω του και στράφηκε και τον κοίταξε θυμωμένος. Το άλογο του Μπανταρτσούκ ξαφνιάστηκε και προσπέρασε καλπάζοντας.
— Μα τι συμβαίνει; Δεν κινούμαι; Δεν προχωρώ; Έπεσα, είμαι σκοτωμένος, — την ίδια στιγμή ρώτησε και αποκρίθηκε ο Ροστόβ. Ήταν πια μονάχος μέσα στον κάμπο. Αντίς για τα άλογα που κάλπαζαν και τις πλάτες των ουσάρων, έβλεπε γύρω του να εκτείνεται μονάχα η ακίνητη γης κι ο θερισμένος κάμπος. Αισθάνθηκε κάτωθέ του ζεστό αίμα.
— Όχι, είμαι πληγωμένος και τ’ άλογο σκοτωμένο, — στοχάστηκε. Ο Γράτσικ έκανε ν’ ανασηκωθεί στα μπροστινά του πόδια, μα έπεσε και ζούλιξε το πόδι του αναβάτη. Απ’ το κεφάλι του ζώου έτρεχε άφθονο αίμα. Το άλογο παράδερνε και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Ο Ροστόβ θέλησε να σηκωθεί, μα έπεσε κι κείνος. Η ζώνη του είχε σκαλώσει στη σέλα. Πού βρίσκονταν οι δικοί μας, πού βρίσκονταν οι Γάλλοι — δεν ήξερε. Γύρω του δεν ήταν κανείς.
Αφού με χίλια βάσανα κατόρθωσε να ξαγκιστρώσει το πόδι του, ο Νικολάι μπόρεσε κι ανασηκώθηκε.
— Πού, από ποια μεριά είναι τώρα εκείνη η γραμμή, το όριο, που χώριζε τα δυο στρατόπεδα; — αναρωτήθηκε και δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση.
— Μην έπαθα τάχα κάτι κακό; Να τυχαίνουν τάχα τέτοιες περιπτώσεις, και τι πρέπει να κάνει κανείς σ’ αυτές; — αναρωτήθηκε πάλι καθώς σηκωνόταν. Και κείνη τη στιγμή αισθάνθηκε σαν κάτι ξένο να κρεμόταν απ’ τ’ αριστερό του χέρι που το ‘νιωθε τρομερά μουδιασμένο. Ο καρπός του χεριού ήταν σαν ξένος. Ο Νικολάι κοίταξε καλά καλά το χέρι, μάταια αναζητώντας να βρει πάνω του ίχνη από αίματα.
— Α, να κι άνθρωποι, — σκέφτηκε με χαρά, βλέποντας μερικούς ανθρώπους που έτρεχαν προς το μέρος του. — Αυτοί θα με βοηθήσουν.
Μπροστά μπροστά απ' όλους εκείνους τους ανθρώπους έτρεχε ένας με καπέλο περίεργο, με μπλε μαντύα, μαυριδερός, ηλιοψημένος, με μύτη καμπουρωτή. Τον ακολουθούσαν δυο ακόμα και πολλοί άλλοι παραπίσω. Ένας απ’ αυτούς είπε κάτι σε μια παράξενη γλώσσα, όχι ρωσικά. Ανάμεσα στους παραπίσω, που όλοι φορούσαν όμοια περίεργα καπέλα, στεκόταν ένας ρώσος ουσάρος. Τον κρατούσαν απ’ τα χέρια, κι άλλοι πιο πίσω κρατούσαν τ’ άλογό του.
— Κάποιος δικός μας αιχμάλωτος, φαίνεται... Ναι. Τάχα θα με πιάσουν και μένα; Τι άνθρωποι είναι αυτοί; — όλο σκεφτόταν ο Ροστόβ, χωρίς να πιστεύει στα μάτια του. — Να ‘ναι Γάλλοι, τάχα; — Κοίταξε τους Γάλλους που κοντοζύγωναν και μολονότι πριν από ‘να λεπτό κάλπαζε με μόνο σκοπό να φτάσει αυτούς τους Γάλλους και να τους πετσοκόψει, τώρα που πλησιάζανε του φαίνονταν τόσο τρομεροί, που δεν πίστευε τα μάτια του.
— Ποιοι είν’ αυτοί; Γιατί τρέχουν; Για μένα έρχονται τάχα; Για μένα τρέχουν έτσι; Και γιατί; Για να με σκοτώσουν, Εμένα, που όλοι μ’ αγαπούν τόσο;
Αναθυμήθηκε την αγάπη που του είχε η μητέρα του, η οικογένειά του όλη, οι φίλοι του, και του φάνηκε πως θα ‘ταν αδύνατο να ‘χουν οι εχθροί του την πρόθεση να τον σκοτώσουν...
— Ίσως ίσως και να με σκοτώσουν...
Στεκόταν παραπάνω από δέκα δευτερόλεπτα χωρίς να σαλέψει καθόλου και χωρίς να κατανοεί τη θέση του. Ο πρώτος Γάλλος με την καμπουρωτή μύτη είχε κοντοζυγώσει τόσο που ο Νικολάι διέκρινε πια τη φυσιογνωμία του και την έκφρασή του. Κι η ξαναμμένη, η ξενική φυσιογνωμία του ανθρώπου που με τη λόγχη μπροστά, κρατώντας την ανάσα του, έτρεχε ανάλαφρα προς το μέρος του, τον τρόμαξε. Άρπαξε το πιστόλι και, αντίς να πυροβολήσει, το πέταξε με φόρα ενάντια στο Γάλλο κι ο ίδιος μ’ όλες του τις δυνάμεις έτρεξε κατά τα χαμόκλαδα. Τώρα δεν έτρεχε πια όπως έτρεχε στη γέφυρα του Ενς, με κείνο το συναίσθημα της μαχητικότητας και της αμφιβολίας, μα με το συναίσθημα του λαγού που ξεφεύγει απ’ τα σκυλιά. Ένα ολοκληρωτικό συναίσθημα φόβου για τη νεαρή, για την ευτυχισμένη του ζωή, είχε κυριέψει ολόκληρο το είναι του. Πηδώντας γοργά τα χαντάκια, με την ορμή που ‘τρεχε όταν ήταν παιδί κι έπαιζε κρυφτό, πετούσε στον κάμπο, γυρίζοντας κάπου κάπου το χλομό, το αγαθό νεανικό πρόσωπό του, και ρίγος παγερό περνούσε τη ραχοκοκαλιά του.
— Όχι, είναι προτιμότερο να μην κοιτάξω, — σκέφτηκε, μα σα βρέθηκε κοντά στα πυκνά χαμόκλαδα, ξανακοίταξε άλλη μια φορά. Οι Γάλλοι είχαν μείνει παραπίσω και, μάλιστα τη στιγμή που ο Ροστόβ κοίταξε, ο πρώτος είχε κάνει το βήμα του πιο αργό και μισογυρισμένος προς τα πίσω, κάτι φώναξε στο σύντροφό του. Ο Νικολάι σταμάτησε.
— Όχι. Δεν μπορεί. Κάτι άλλο θα συμβαίνει, — στοχάστηκε. — Δεν είναι δυνατό να ‘θελαν να με σκοτώσουν.
Στο αναμεταξύ ένιωθε τόσο βαρύ το αριστερό του χέρι, σαν να ‘χαν κρεμασμένο απ’ αυτό κάποιο βάρος εικοσιπέντε οκάδες. Δεν μπορούσε να τρέξει άλλο. Ο Γάλλος σταμάτησε και σκόπευσε. Ο Νικολάι έσκυψε μισοκλείνοντας τα μάτια. Δυο σφαίρες, η μια ύστερ’ απ’ την άλλη, σφυρίζοντας, πέρασαν πάνωθέ του. Συγκέντρωσε τις τελευταίες του δυνάμεις, με το δεξί του χέρι κράτησε τ’ αριστερό και τρέχοντας έφτασε τέλος στα χαμόκλαδα. Κει μέσα υπήρχαν Ρώσοι ακροβολιστές.
 
*το όριο: η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατεύματα.
 
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
 
1. Να παρακολουθήσετε τις εναλλαγές των συναισθημάτων του Νικολάι Ροστόβ από την αρχή ως την άτακτη φυγή του.
 
Τα συναισθήματα του Νικολάι Ροστόβ μεταβάλλονται έντονα καθώς η προσδοκία της ηρωικής πολεμικής δράσης συγκρούεται με την πραγματικότητα της μάχης. Από την ανυπομονησία, τον ενθουσιασμό και την αυτοπεποίθηση περνά στην απορία, στην ανασφάλεια και, τελικά, στον πανικό και στην άτακτη φυγή.
1. Ανυπομονησία και προσδοκία της εφόδου. Στην αρχή ο Ροστόβ περιμένει με λαχτάρα να αρχίσει η επίθεση: «Ας γίνει, τέλος, μια ώρα αρχήτερα, κείνο που ’ναι να γίνει». Οι διηγήσεις των συναδέλφων του έχουν δημιουργήσει μέσα του την εικόνα της εφόδου ως συναρπαστικής εμπειρίας, μιας «απόλαυσης» που επιθυμεί να γνωρίσει και ο ίδιος. Έτσι, η προσμονή της πρώτης πολεμικής του εμπειρίας υπερισχύει της ανησυχίας για τον κίνδυνο.
2. Αυξανόμενος ενθουσιασμός και επιθετική αυτοπεποίθηση. Όταν αρχίζει η επέλαση, συντονίζεται με τις κινήσεις του αλόγου του και γίνεται «ολοένα και πιο ζωηρός, ολοένα και πιο χαρούμενος». Η διαχωριστική γραμμή των δύο στρατοπέδων αρχικά του φαίνεται τρομερή· όταν όμως την περνά χωρίς να συμβεί τίποτε φοβερό, η ανησυχία του υποχωρεί και το κέφι του δυναμώνει. Αισθάνεται δυνατός και έτοιμος να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε εχθρό. Οι σκέψεις «Πώς θα τον πετσοκόψω κείνον που θα φανεί μπροστά μου!» και «ας βρεθεί τώρα μπροστά μου, όποιος να ’ναι!» φανερώνουν την έξαρση και την υπερβολική σιγουριά του. Σπιρουνίζει το άλογο, προσπερνά τους συντρόφους του και ορμά με ασυγκράτητο καλπασμό.
3. Αιφνιδιασμός, σύγχυση και αίσθημα εγκατάλειψης. Η απότομη ανακοπή της πορείας του ανατρέπει αυτή την ψυχική κατάσταση. Ο Ροστόβ αισθάνεται «σα μέσα σ’ όνειρο», σαν να τρέχει και συγχρόνως να μένει ακίνητος. Οι διαδοχικές ερωτήσεις του —«Δεν κινούμαι; Δεν προχωρώ;»— δείχνουν ότι αδυνατεί να καταλάβει τι συνέβη. Η σκέψη ότι ίσως είναι σκοτωμένος και η διαπίστωση ότι βρίσκεται μόνος στον κάμπο αντικαθιστούν τον ενθουσιασμό με απορία και ανασφάλεια. Καθώς αντιλαμβάνεται τον τραυματισμό του και τον θανάσιμο τραυματισμό του αλόγου του, νιώθει αβοήθητος: δεν ξέρει πού βρίσκονται οι δικοί του και πού οι Γάλλοι, ούτε τι πρέπει να κάνει. Το μουδιασμένο χέρι, που το αισθάνεται σαν ξένο, εντείνει την αίσθηση αδυναμίας και αποδιοργάνωσης.
4. Πρόσκαιρη χαρά και ελπίδα βοήθειας. Μόλις βλέπει ανθρώπους να τρέχουν προς το μέρος του, νιώθει χαρά και ανακούφιση, πιστεύοντας ότι θα τον βοηθήσουν. Η σκέψη «Αυτοί θα με βοηθήσουν» δείχνει πόσο μεγάλη είναι πλέον η ανάγκη του για προστασία. Η αισιόδοξη αυτή αντίδραση, όμως, στηρίζεται στην αρχική αδυναμία του να αναγνωρίσει τους ανθρώπους που πλησιάζουν.
5. Αναγνώριση των εχθρών, τρόμος και δυσπιστία. Όταν καταλαβαίνει ότι πρόκειται για Γάλλους και βλέπει έναν Ρώσο αιχμάλωτο, η ελπίδα μετατρέπεται σε φόβο αιχμαλωσίας και θανάτου. Η αντίθεση είναι εντυπωσιακή: πριν από λίγο επιθυμούσε να φτάσει τους Γάλλους και να τους χτυπήσει, ενώ τώρα του φαίνονται τόσο τρομεροί, ώστε δεν πιστεύει στα μάτια του. Οι αλλεπάλληλες ερωτήσεις —«Για μένα έρχονται τάχα;», «Για να με σκοτώσουν, Εμένα, που όλοι μ’ αγαπούν τόσο;»— αποκαλύπτουν την αγωνία και τη δυσκολία του να δεχτεί ότι κινδυνεύει πραγματικά. Ανακαλεί την αγάπη της μητέρας του, της οικογένειας και των φίλων του, σαν αυτή να μπορούσε να τον προστατεύσει από την πρόθεση των εχθρών. Ωστόσο, η σκέψη «Ίσως ίσως και να με σκοτώσουν...» δείχνει ότι η επίγνωση του κινδύνου αρχίζει να διαπερνά τη δυσπιστία του.
6. Παράλυση από τον φόβο και άτακτη φυγή. Για περισσότερο από δέκα δευτερόλεπτα μένει ακίνητος, χωρίς να κατανοεί τη θέση του. Όταν ο Γάλλος με τη λόγχη πλησιάζει και ο κίνδυνος γίνεται άμεσος, ο φόβος κορυφώνεται. Αντί να χρησιμοποιήσει το πιστόλι του για να πολεμήσει, το πετά στον αντίπαλο και τρέχει με όλες του τις δυνάμεις προς τα χαμόκλαδα. Η ενέργεια αυτή φανερώνει πανικό και κυριαρχία του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης. Η παρομοίωση με «τον λαγό που ξεφεύγει απ’ τα σκυλιά» υπογραμμίζει ότι δεν αισθάνεται πια επιτιθέμενος πολεμιστής, αλλά κυνηγημένο και απροστάτευτο πλάσμα. Τον κυριεύει ολοκληρωτικά ο φόβος για τη «νεαρή» και «ευτυχισμένη» ζωή του, ενώ το παγερό ρίγος αποδίδει και τη σωματική ένταση της αγωνίας του.
Συμπέρασμα. Η πορεία των συναισθημάτων του Ροστόβ είναι: ανυπομονησία → ενθουσιασμός και αυτοπεποίθηση → αιφνιδιασμός και σύγχυση → πρόσκαιρη ελπίδα → τρόμος και δυσπιστία → πανικός και φυγή. Μέσα από αυτές τις απότομες εναλλαγές αναδεικνύεται η διάσταση ανάμεσα στη φανταστική, ηρωική εικόνα του πολέμου και στη βιωμένη εμπειρία του τραυματισμού και της απειλής του θανάτου. Ο νεαρός που ορμούσε με βεβαιότητα εναντίον του εχθρού καταλήγει να επιδιώκει αποκλειστικά τη σωτηρία της ζωής του.
 
2. Πώς εξηγείτε τη στάση του νεαρού αξιωματικού πριν και μετά τον τραυματισμό του;
 
Πριν από τον τραυματισμό. Η στάση του νεαρού αξιωματικού εξηγείται κυρίως από την απειρία του και την εξιδανικευμένη εικόνα που έχει σχηματίσει για τον πόλεμο. Ο Ροστόβ δεν έχει ακόμη βιώσει την πραγματική φρίκη της μάχης· αντίθετα, οι διηγήσεις των συναδέλφων του τον έχουν κάνει να περιμένει την έφοδο σαν μια συναρπαστική εμπειρία, σαν «απόλαυση». Βλέπει την επίθεση ως ευκαιρία να δοκιμάσει τη γενναιότητά του και να ανταποκριθεί στην εικόνα του τολμηρού πολεμιστή. Γι’ αυτό ανυπομονεί να αρχίσει η σύγκρουση και ορμά εναντίον του εχθρού με ενθουσιασμό και υπερβολική αυτοπεποίθηση.
Την ορμή του ενισχύουν η συμμετοχή στη συλλογική επέλαση, τα προστάγματα, οι ζητωκραυγές και η ταχύτητα του αλόγου του. Μέσα στην ομάδα αισθάνεται δυνατός, ενώ ο εχθρός παραμένει ακόμη μια μακρινή και ασαφής παρουσία, όχι ένας συγκεκριμένος άνθρωπος που μπορεί να τον σκοτώσει. Όταν περνά τη διαχωριστική γραμμή των στρατοπέδων χωρίς να συμβεί τίποτε φοβερό, η αρχική του ανησυχία υποχωρεί και η σιγουριά του μεγαλώνει. Έτσι, η σκέψη «Πώς θα τον πετσοκόψω κείνον που θα φανεί μπροστά μου!» φανερώνει περισσότερο νεανική έξαρση και άγνοια του πραγματικού κινδύνου παρά ψύχραιμη επίγνωση των απαιτήσεων της μάχης.
Μετά τον τραυματισμό. Η στάση του ανατρέπεται, επειδή ο κίνδυνος παύει να είναι μια αφηρημένη ιδέα και γίνεται άμεση προσωπική εμπειρία. Η πτώση του αλόγου, ο τραυματισμός, το μουδιασμένο χέρι και η απομόνωσή του στον κάμπο γκρεμίζουν την προηγούμενη αίσθηση δύναμης και ασφάλειας. Δεν βρίσκεται πια ανάμεσα στους συντρόφους του ούτε ελέγχει την κίνησή του· είναι μόνος, σωματικά ευάλωτος και αποπροσανατολισμένος. Οι ερωτήσεις του για το πού βρίσκονται τα δύο στρατόπεδα και τι πρέπει να κάνει αποκαλύπτουν ότι η απειρία του δεν του επιτρέπει να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία την απρόβλεπτη κατάσταση.
Η αρχική χαρά του όταν βλέπει ανθρώπους να πλησιάζουν δείχνει ότι τώρα αναζητεί βοήθεια και προστασία, αντί να επιδιώκει τη σύγκρουση. Μόλις όμως αναγνωρίζει τους Γάλλους, συνειδητοποιεί ότι απειλείται με αιχμαλωσία ή θάνατο. Ο εχθρός αποκτά συγκεκριμένο πρόσωπο και πλησιάζει με τη λόγχη στραμμένη προς το μέρος του. Η ανάμνηση της αγάπης της οικογένειας και των φίλων του φανερώνει την ανάγκη του να στηριχτεί στην ασφάλεια της προηγούμενης ζωής του. Δυσκολεύεται να καταλάβει πώς είναι δυνατόν να θέλουν να σκοτώσουν τον ίδιο, έναν άνθρωπο τόσο αγαπητό στους δικούς του. Συγχέει έτσι την προσωπική του αξία για τα αγαπημένα του πρόσωπα με τη θέση του στο πεδίο της μάχης, όπου οι αντίπαλοι τον αντιμετωπίζουν ως εχθρικό στρατιώτη, χωρίς να γνωρίζουν την προσωπική του ζωή.
Όταν η απειλή γίνεται άμεση, κυριαρχεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ο Ροστόβ δεν σκέφτεται πλέον να αποδείξει τη γενναιότητά του, αλλά να σώσει τη «νεαρή» και «ευτυχισμένη» ζωή του. Γι’ αυτό, αντί να πυροβολήσει, πετά το πιστόλι στον Γάλλο και τρέχει να ξεφύγει. Η παρομοίωση με λαγό που καταδιώκεται από σκυλιά αποδίδει τον πανικό και το αίσθημα αδυναμίας του. Ακόμη και όταν απομακρύνεται, επιμένει στη σκέψη ότι δεν είναι δυνατόν να ήθελαν να τον σκοτώσουν· η δυσπιστία του δείχνει πόσο δύσκολα αποδέχεται τη σκληρή πραγματικότητα.
Συμπέρασμα. Η μεταβολή της στάσης του δεν εξηγείται επαρκώς ως μια απλή μετάβαση από τη γενναιότητα στη δειλία. Πριν από τον τραυματισμό, η τόλμη του στηρίζεται στην απειρία, στη νεανική αυτοπεποίθηση και στον ενθουσιασμό της συλλογικής δράσης. Μετά τον τραυματισμό, η μοναξιά, η σωματική αδυναμία και η επίγνωση της πιθανότητας του θανάτου φέρνουν στην επιφάνεια τον ανθρώπινο φόβο και την ανάγκη επιβίωσης. Το απόσπασμα απομυθοποιεί έτσι την ηρωική εικόνα του πολέμου: πίσω από τον ορμητικό αξιωματικό αναδεικνύεται ένας νέος άνθρωπος που αγαπά τη ζωή και δεν είναι προετοιμασμένος να τη χάσει.
 
3. «Αναθυμήθηκε την αγάπη που του είχε η μητέρα του, η οικογένειά του όλη, οι φίλοι του, και του φάνηκε πως θα 'ταν αδύνατο να 'χουν οι εχθροί του την πρόθεση να τον σκοτώσουν...»: να σχολιάσετε τη φράση.
 
Η ανάμνηση της αγάπης ως καταφύγιο. Η φράση αποκαλύπτει την ψυχική κατάσταση του Ροστόβ τη στιγμή που βρίσκεται τραυματισμένος και μόνος απέναντι στους εχθρούς. Μπροστά στην πιθανότητα του θανάτου, η σκέψη του στρέφεται αυθόρμητα στη μητέρα, στην οικογένεια και στους φίλους του. Οι άνθρωποι αυτοί συνδέονται με την ασφάλεια, τη στοργή και την ευτυχία της προηγούμενης ζωής του. Η ανάμνησή τους λειτουργεί σαν εσωτερικό καταφύγιο: ο νέος προσπαθεί να αντισταθεί στον τρόμο, ανακαλώντας έναν κόσμο στον οποίο είναι αγαπητός και προστατευμένος. Δεν σκέφτεται πια ως επιτιθέμενος αξιωματικός, αλλά ως ένας ευάλωτος άνθρωπος που φοβάται μήπως χάσει τη ζωή και τους δεσμούς του.
Η αντίφαση ανάμεσα στην προσωπική ζωή και στον πόλεμο. Ο Ροστόβ αισθάνεται ότι, επειδή οι δικοί του τον αγαπούν, είναι αδύνατον να θέλουν οι εχθροί να τον σκοτώσουν. Η σκέψη αυτή είναι συναισθηματικά κατανοητή, αλλά δεν αποτελεί λογική εγγύηση προστασίας. Η αγάπη της οικογένειας και των φίλων του δεν καθορίζει τη συμπεριφορά των αντιπάλων του. Εκείνοι δεν τον γνωρίζουν ως αγαπημένο γιο ή φίλο· στο πεδίο της μάχης τον αντιμετωπίζουν ως στρατιώτη της αντίπαλης πλευράς. Ο ίδιος, αντίθετα, βιώνει τον εαυτό του ως μοναδικό πρόσωπο, με αναμνήσεις, σχέσεις και μια ζωή που έχει ανεκτίμητη αξία για τον ίδιο και τους οικείους του. Αδυνατεί έτσι να συμβιβάσει την προσωπική του ταυτότητα με την απρόσωπη θέση του ως «εχθρού» μέσα στον πόλεμο.
Νεανική αθωότητα και δυσκολία αποδοχής του θανάτου. Η αντίδρασή του φανερώνει την απειρία και την αθωότητά του. Έχοντας γνωρίσει την αγάπη και νιώθοντας τη ζωή του γεμάτη δυνατότητες, δυσκολεύεται να δεχτεί ότι μπορεί να τελειώσει απότομα. Το ερώτημα «Εμένα, που όλοι μ’ αγαπούν τόσο;» εκφράζει την έκπληξη και την αγωνία του, όχι μια ψύχραιμη εκτίμηση της κατάστασης. Η λέξη «όλοι» αποδίδει τον οικείο κόσμο του, τον οποίο εκείνη τη στιγμή προβάλλει πέρα από τα πραγματικά του όρια. Η διατύπωση «του φάνηκε» δείχνει επίσης ότι πρόκειται για την υποκειμενική εντύπωση του ήρωα και όχι για αντικειμενική αλήθεια. Η αμέσως επόμενη σκέψη, «Ίσως ίσως και να με σκοτώσουν...», αποκαλύπτει ότι η πραγματικότητα αρχίζει να κλονίζει αυτή την αυταπάτη ασφάλειας.
Η αντίθεση με την προηγούμενη στάση του. Η φράση αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν συσχετιστεί με την επιθετικότητα του Ροστόβ πριν από τον τραυματισμό. Λίγο νωρίτερα ήθελε να φτάσει τους Γάλλους και να τους χτυπήσει, χωρίς να αναρωτιέται αν και εκείνοι έχουν μητέρα, οικογένεια ή φίλους που τους αγαπούν. Τώρα, όταν απειλείται ο ίδιος, προβάλλει την αξία της δικής του ζωής και των προσωπικών του σχέσεων ως λόγο για τον οποίο δεν θα έπρεπε να σκοτωθεί. Η αντίθεση φανερώνει πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνεται κανείς τη βία όταν την κατευθύνει προς έναν απρόσωπο αντίπαλο και όταν γίνεται ο ίδιος πιθανό θύμα της. Δεν χρειάζεται να δούμε τη σκέψη του μόνο ως εγωισμό· κυρίως αναδεικνύει την αδυναμία ενός άπειρου νέου να κατανοήσει τον πόλεμο ώσπου να αισθανθεί προσωπικά την απειλή του.
Το ανθρώπινο και αντιπολεμικό νόημα. Η αναφορά στη μητέρα, στην οικογένεια και στους φίλους θυμίζει στον αναγνώστη ότι ο στρατιώτης δεν είναι απλώς ένας μαχητής, αλλά ένας άνθρωπος δεμένος με άλλους ανθρώπους. Ο πιθανός θάνατός του δεν θα σήμαινε μόνο την απώλεια μιας ζωής, αλλά και τη βίαιη διακοπή αυτών των δεσμών. Η ίδια σκέψη μπορεί να επεκταθεί και στους αντιπάλους του: η ανθρώπινη αξία και η ανάγκη για αγάπη δεν ανήκουν αποκλειστικά στη δική του πλευρά. Έτσι, η φράση αναδεικνύει την αντίθεση ανάμεσα στον κόσμο της στοργής, που προστατεύει και συνδέει τους ανθρώπους, και στον κόσμο του πολέμου, που τους μετατρέπει σε εχθρούς και απειλεί να τους αφανίσει. Ο αναγνώστης οδηγείται να δει πίσω από τις αντίπαλες παρατάξεις τα συγκεκριμένα πρόσωπα και την κοινή ανθρώπινη ευαλωτότητά τους.
Συμπέρασμα. Η φράση συμπυκνώνει τη σύγκρουση της νεανικής αθωότητας του Ροστόβ με τη σκληρή πραγματικότητα της μάχης. Η αγάπη των οικείων του κάνει τη ζωή του να φαίνεται πολύτιμη και τον θάνατό του αδιανόητο, χωρίς όμως να μπορεί να τον προστατεύσει από τον πολεμικό κίνδυνο. Μέσα από αυτή την τραγική αντίφαση, το απόσπασμα προκαλεί συμπάθεια για τον ήρωα και αποκαλύπτει το απάνθρωπο πρόσωπο του πολέμου, ο οποίος παραβλέπει τη μοναδικότητα και τους δεσμούς κάθε ανθρώπου.

Αφηγηματικές τεχνικές αποσπάσματος
1. Τριτοπρόσωπος, ετεροδιηγητικός αφηγητής. Ο αφηγητής δεν συμμετέχει στην ιστορία ως πρόσωπο, αλλά παρουσιάζει σε τρίτο πρόσωπο τις πράξεις και τις εμπειρίες του Ροστόβ: «Ο Νικολάι ύψωσε το σπαθί του», «Ο Ροστόβ θέλησε να σηκωθεί». Παράλληλα, έχει πρόσβαση στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα, αφού γνωρίζει τις σκέψεις, τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά του: «Αναθυμήθηκε την αγάπη που του είχε η μητέρα του» και «Ένα ολοκληρωτικό συναίσθημα φόβου […] είχε κυριέψει ολόκληρο το είναι του». Επομένως, δεν περιορίζεται στην εξωτερική παρατήρηση των γεγονότων, αλλά αποκαλύπτει και την ψυχική τους επίδραση στον νέο.
2. Κυρίαρχη εσωτερική εστίαση στον Ροστόβ. Αν και η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, τα γεγονότα της μάχης παρουσιάζονται κυρίως όπως τα αντιλαμβάνεται ο Ροστόβ. Ο αναγνώστης παρακολουθεί όσα εκείνος βλέπει, ακούει, αισθάνεται ή αδυνατεί να καταλάβει. Χαρακτηριστικά, ο εχθρός εμφανίζεται αρχικά ως «μια σκούρα λουρίδα που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι ήταν», ενώ μετά την πτώση του ο ήρωας δεν ξέρει πού βρίσκονται οι δύο στρατιές. Αντίστοιχα, οι Γάλλοι παρουσιάζονται πρώτα ως άνθρωποι με «καπέλο περίεργο» που μιλούν «σε μια παράξενη γλώσσα, όχι ρωσικά» και αναγνωρίζονται σταδιακά. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί αποδίδουν τη δική του περιορισμένη αντίληψη, όχι μια ουδέτερη πανοραμική εικόνα της μάχης. Η εστίαση αυτή μεταφέρει στον αναγνώστη τη σύγχυση, τον αιφνιδιασμό και τον φόβο του. Η πρόσβαση του αφηγητή στην ψυχή του Ροστόβ δεν σημαίνει ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα παρουσιάζει εξίσου τις σκέψεις όλων των προσώπων.
3. Άμεση απόδοση των σκέψεων — εσωτερικός μονόλογος. Οι σκέψεις του ήρωα παρατίθενται συχνά σε πρώτο πρόσωπο, σαν να τις ακούμε τη στιγμή που γεννιούνται: «Πώς θα τον πετσοκόψω κείνον που θα φανεί μπροστά μου!», «Μα τι συμβαίνει; Δεν κινούμαι; Δεν προχωρώ;», «Για να με σκοτώσουν, Εμένα, που όλοι μ’ αγαπούν τόσο;». Πρόκειται για άμεσο εσωτερικό λόγο, συνήθως με αφηγηματικές ενδείξεις όπως «σκεφτόταν», «στοχάστηκε» και «αναρωτήθηκε». Οι παύλες δεν δηλώνουν παντού διάλογο: εδώ αποδίδουν συχνά σκέψεις που δεν εκφωνούνται. Οι σύντομες ερωτήσεις, οι επαναλήψεις και οι διαδοχικές υποθέσεις κάνουν αισθητή την αποδιοργάνωση της σκέψης του και αποτυπώνουν αμέσως τη μετάβαση από την επιθετική βεβαιότητα στην αγωνία.
4. Έμμεση απόδοση σκέψεων και ελεύθερος πλάγιος λόγος. Ο αφηγητής άλλοτε συνοψίζει τη σκέψη του ήρωα σε τρίτο πρόσωπο, όπως στο «του φάνηκε πως θα ’ταν αδύνατο να ’χουν οι εχθροί του την πρόθεση να τον σκοτώσουν». Εδώ υπάρχει έμμεση απόδοση, με ρητή εισαγωγή της σκέψης. Σε άλλα σημεία, η φωνή του αφηγητή πλησιάζει ακόμη περισσότερο τη φωνή του Ροστόβ: «Πού βρίσκονταν οι δικοί μας, πού βρίσκονταν οι Γάλλοι — δεν ήξερε». Η ερώτηση και το «οι δικοί μας» μεταφέρουν μέσα στην τριτοπρόσωπη αφήγηση τη γλώσσα και την οπτική του ήρωα, στοιχείο ελεύθερου πλάγιου λόγου. Επίσης, η διατύπωση «Όμως να, που τη γραμμή αυτή την πέρασαν» προσδίδει στην αφήγηση την αμεσότητα της δικής του έκπληξης. Η εναλλαγή αυτών των μορφών λόγου ενώνει την εξωτερική δράση με την εσωτερική εμπειρία.
5. Εναλλαγή αφήγησης, διαλόγου, περιγραφής και ψυχολογικής ανάλυσης. Η αφήγηση προωθεί την εξέλιξη των γεγονότων με διαδοχικές πράξεις: «Άρπαξε το πιστόλι», «το πέταξε», «έτρεξε κατά τα χαμόκλαδα». Ο ευθύς λόγος των εκφωνημένων προσταγμάτων —«Εμπρός, ο Θεός μαζί σας!», «Ταχύτερα!»— και οι ζητωκραυγές δίνουν ζωντάνια και ακουστική ένταση στη σκηνή της εφόδου. Δεν υπάρχει εκτεταμένη συνομιλία· κυριαρχούν σύντομες φωνές και εντολές. Η περιγραφή παρουσιάζει τον χώρο, τις σωματικές αισθήσεις και τα πρόσωπα: ο «θερισμένος κάμπος», το μουδιασμένο χέρι και ο Γάλλος «μαυριδερός, ηλιοψημένος, με μύτη καμπουρωτή». Οι λεπτομέρειες αυτές δεν είναι απλώς διακοσμητικές: κάνουν συγκεκριμένη τη μοναξιά, τη σωματική αδυναμία και την απειλή. Τέλος, η ψυχολογική αφήγηση εξηγεί τα συναισθήματα του ήρωα, όπως όταν ο αφηγητής δηλώνει ότι γίνεται «ολοένα και πιο χαρούμενος» ή ότι τον κυριεύει ολοκληρωτικός φόβος.
6. Κυρίως ευθύγραμμη χρονική εξέλιξη, με σύντομες αναδρομικές αναφορές. Τα βασικά γεγονότα ακολουθούν τη χρονική τους σειρά: έφοδος, πτώση και τραυματισμός, αναγνώριση των εχθρών, καταδίωξη και φυγή προς τους Ρώσους ακροβολιστές. Η συνέχεια αυτή επιτρέπει να παρακολουθήσουμε καθαρά τη μεταβολή της ψυχικής κατάστασης του Ροστόβ. Παρεμβάλλονται, ωστόσο, σύντομες αναφορές στο παρελθόν: οι διηγήσεις των συναδέλφων του, η ανάμνηση της αγάπης των οικείων του, η προηγούμενη εμπειρία στη γέφυρα του Ενς και η εικόνα του παιδιού που έπαιζε κρυφτό. Δεν πρόκειται για εκτεταμένες αναδρομικές σκηνές, αλλά για μνήμες και συγκρίσεις που φωτίζουν το παρόν. Ιδιαίτερα η αναφορά στο παιδικό παιχνίδι αντιπαραβάλλει την άλλοτε ανέμελη κίνηση με το σημερινό τρέξιμο για τη σωτηρία της ζωής του. Η εισαγωγική παράγραφος πριν από την κύρια αφήγηση παρέχει συνοπτικά το ιστορικό και πολεμικό πλαίσιο.
7. Μεταβολές του αφηγηματικού ρυθμού και επιβράδυνση στις κρίσιμες στιγμές. Η γρήγορη διαδοχή ενεργειών αποδίδει την ορμή της εφόδου και της φυγής. Αντίθετα, όταν ο Ροστόβ πέφτει ή αντικρίζει τους Γάλλους, λίγες στιγμές αναπτύσσονται σε πολλές σκέψεις, ερωτήσεις και περιγραφικές λεπτομέρειες. Χαρακτηριστικό είναι ότι μένει ακίνητος «παραπάνω από δέκα δευτερόλεπτα», ενώ η αφήγηση αναλύει τη δυσκολία του να κατανοήσει την κατάσταση και την προσέγγιση του αντιπάλου. Ο αφηγηματικός χρόνος διευρύνεται σε σχέση με τον σύντομο χρόνο του γεγονότος, ώστε να αναδειχθεί η ένταση της ψυχικής εμπειρίας. Οι περιγραφές και οι εσωτερικοί μονόλογοι επιβραδύνουν τη δράση και δημιουργούν αγωνία· δεν είναι πάντοτε πλήρεις παύσεις, αφού η προσέγγιση των Γάλλων εξακολουθεί να εξελίσσεται.
8. Αντιθέσεις και παραστατικές παρομοιώσεις που υπηρετούν την αφήγηση. Η οργάνωση του επεισοδίου στηρίζεται στη δραματική αντίθεση ανάμεσα στον ενθουσιασμό της επίθεσης και στον πανικό της φυγής. Ο νέος που επιθυμούσε να χτυπήσει τους Γάλλους αδυνατεί λίγο αργότερα να πιστέψει ότι εκείνοι μπορεί να τον σκοτώσουν. Οι παρομοιώσεις —«σαν κάποια τεράστια σκούπα», «σα μέσα σ’ όνειρο», «με το συναίσθημα του λαγού που ξεφεύγει απ’ τα σκυλιά»— είναι εκφραστικά μέσα, όχι αυτοτελείς αφηγηματικοί τρόποι. Υποστηρίζουν όμως ουσιαστικά την αφήγηση: αποδίδουν αντίστοιχα τη σαρωτική δύναμη του χτυπήματος, τη σύγχυση της αντίληψης και τον τρόμο του καταδιωκόμενου. Έτσι, η εμπειρία της μάχης παρουσιάζεται όχι ως εξιδανικευμένο κατόρθωμα, αλλά ως βίωμα ενός ευάλωτου ανθρώπου.
Συνολική λειτουργία. Ο συνδυασμός της τριτοπρόσωπης αφήγησης με την εσωτερική εστίαση, την άμεση απόδοση των σκέψεων και τις μεταβολές του ρυθμού φέρνει τον αναγνώστη κοντά στην εμπειρία του Ροστόβ. Η εξωτερική περιπέτεια γίνεται ταυτόχρονα ψυχολογική δοκιμασία. Μέσα από αυτή την οργάνωση αναδεικνύεται η διάψευση της αρχικής ηρωικής εικόνας του πολέμου και η κυριαρχία του φόβου και της ανάγκης επιβίωσης.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου