Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βάλλω / βάλλομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βάλλω / βάλλομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Michelle Calkins
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βάλλω / βάλλομαι»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βάλλω, βάλλεις, βάλλει, βάλλομεν, βάλλετε, βάλλουσι(ν)
Υποτακτική
βάλλω, βάλλς, βάλλ, βάλλωμεν, βάλλητε, βάλλωσι(ν)
Ευκτική
βάλλοιμι, βάλλοις, βάλλοι, βάλλοιμεν, βάλλοιτε, βάλλοιεν
Προστακτική
---, βάλλε, βαλλέτω, ---, βάλλετε, βαλλόντων (ή βαλλέτωσαν)
Απαρέμφατο
βάλλειν
Μετοχή
βάλλων, βάλλουσα, βάλλον
 
Παρατατικός
Οριστική
βαλλον, βαλλες, βαλλε, βάλλομεν, βάλλετε, βαλλον
 
Μέλλοντας
Οριστική
βαλ, βαλες, βαλε, βαλομεν, βαλετε, βαλοσι(ν)
Ευκτική
βαλομι, βαλος, βαλο, ή βαλοίην, βαλοίης, βαλοίη, βαλομεν, βαλοτε, βαλοεν
Απαρέμφατο
βαλεν
Μετοχή
βαλν, βαλοσα, βαλον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
βαλον, βαλες, βαλε(ν), βάλομεν, βάλετε, βαλον
Υποτακτική
βάλω, βάλς, βάλ, βάλωμεν, βάλητε, βάλωσι(ν)
Ευκτική
βάλοιμι, βάλοις, βάλοι, βάλοιμεν, βάλοιτε, βάλοιεν
Προστακτική
---, βάλε, βαλέτω, ---, βάλετε, βαλόντων (ή βαλέτωσαν)
Απαρέμφατο
βαλεν
Μετοχή
βαλών, βαλοσα, βαλόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βέβληκα, βέβληκας, βέβληκε, βεβλήκαμεν, βεβλήκατε, βεβλήκασι(ν)
 
Υποτακτική
βεβληκώς- βεβληκυα- βεβληκός
βεβληκώς- βεβληκυα- βεβληκός ς
βεβληκώς- βεβληκυα- βεβληκός
βεβληκότες- βεβληκυαι- βεβληκότα μεν
βεβληκότες- βεβληκυαι- βεβληκότα τε
βεβληκότες- βεβληκυαι- βεβληκότα σι
 
Ευκτική
βεβληκώς- βεβληκυα- βεβληκός εην
βεβληκώς- βεβληκυα- βεβληκός εης
βεβληκώς- βεβληκυα- βεβληκός εη
βεβληκότες- βεβληκυαι- βεβληκότα εημεν (εμεν)
βεβληκότες- βεβληκυαι- βεβληκότα εητε (ετε)
βεβληκότες- βεβληκυαι- βεβληκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
βεβληκώς- βεβληκυα- βεβληκός σθι
βεβληκώς- βεβληκυα- βεβληκός στω
---
βεβληκότες- βεβληκυαι- βεβληκότα στε
βεβληκότες- βεβληκυαι- βεβληκότα στων
 
Απαρέμφατο
βεβληκέναι
Μετοχή
βεβληκώς- βεβληκυα- βεβληκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
βεβλήκειν, βεβλήκεις, βεβλήκει, βεβλήκεμεν, βεβλήκετε, βεβλήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βάλλομαι, βάλλ/βάλλει, βάλλεται, βαλλόμεθα, βάλλεσθε, βάλλονται
Υποτακτική
βάλλωμαι, βάλλ, βάλληται, βαλλώμεθα, βάλλησθε, βάλλωνται
Ευκτική
βαλλοίμην, βάλλοιο, βάλλοιτο, βαλλοίμεθα, βάλλοισθε, βάλλοιντο
Προστακτική
---, βάλλου, βαλλέσθω, ---, βάλλεσθε, βαλλέσθων ή βαλλέσθωσαν
Απαρέμφατο
βάλλεσθαι
Μετοχή
βαλλόμενος
βαλλομένη
βαλλόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
βαλλόμην, βάλλου, βάλλετο, βαλλόμεθα, βάλλεσθε, βάλλοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
βαλομαι, βαλ/βαλε, βαλεται, βαλομεθα, βαλεσθε, βαλονται
Ευκτική
βαλοίμην, βαλοο, βαλοτο, βαλοίμεθα, βαλοσθε, βαλοντο
Απαρέμφατο
βαλεσθαι
Μετοχή
βαλούμενος
βαλουμένη
βαλούμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
βληθήσομαι, βληθήσ/βληθήσει, βληθήσεται, βληθησόμεθα, βληθήσεσθε, βληθήσονται
Ευκτική
βληθησοίμην, βληθήσοιο, βληθήσοιτο, βληθησοίμεθα, βληθήσοισθε, βληθήσοιντο
Απαρέμφατο
βληθήσεσθαι
Μετοχή
βληθησόμενος
βληθησομένη
βληθησόμενον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
βαλόμην, βάλου, βάλετο, βαλόμεθα, βάλεσθε, βάλοντο
Υποτακτική
βάλωμαι, βάλ, βάληται, βαλώμεθα, βάλησθε, βάλωνται
Ευκτική
βαλοίμην, βάλοιο, βάλοιτο, βαλοίμεθα, βάλοισθε, βάλοιντο
Προστακτική
---, βαλο, βαλέσθω, ----, βάλεσθε, βαλέσθων
Απαρέμφατο
βαλέσθαι
Μετοχή
βαλόμενος, βαλομένη, βαλόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
βλήθην, βλήθης, βλήθη, βλήθημεν, βλήθητε, βλήθησαν
Υποτακτική
βληθ, βληθς, βληθ, βληθμεν, βληθτε, βληθσι(ν)
Ευκτική
βληθείην, βληθείης, βληθείη, βληθείημεν ή βληθεμεν, βληθείητε ή βληθετε, βληθείησαν ή βληθεεν
Προστακτική
---, βλήθητι, βληθήτω, ---, βλήθητε, βληθέντων ή βληθήτωσαν
Απαρέμφατο
βληθναι
Μετοχή
βληθείς
βληθεσα
βληθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βέβλημαι, βέβλησαι, βέβληται, βεβλήμεθα, βέβλησθε, βέβληνται
 
Υποτακτική
βεβλημένος- βεβλημένη-βεβλημένον
βεβλημένος- βεβλημένη-βεβλημένον ς
βεβλημένος- βεβλημένη-βεβλημένον
βεβλημένοι- βεβλημέναι-βεβλημένα μεν
βεβλημένοι- βεβλημέναι-βεβλημένα τε
βεβλημένοι- βεβλημέναι-βεβλημένα σι
 
Ευκτική
βεβλημένος- βεβλημένη-βεβλημένον εην
βεβλημένος- βεβλημένη-βεβλημένον εης
βεβλημένος- βεβλημένη-βεβλημένον εη
βεβλημένοι- βεβλημέναι-βεβλημένα εημεν (εμεν)
βεβλημένοι- βεβλημέναι-βεβλημένα εητε (ετε)
βεβλημένοι- βεβλημέναι-βεβλημένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, βέβλησο, βεβλήσθω, --- βέβλησθε, βεβλήσθων ή βεβλήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
βεβλσθαι
Μετοχή
βεβλημένος,
βεβλημένη,
βεβλημένον
 
Υπερσυντέλικος
βεβλήμην, βέβλησο, βέβλητο, βεβλήμεθα, βέβλησθε, βέβληντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...