Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τρέπω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τρέπω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Gandee Vasan


Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τρέπω»
 
(τρέπω = στρέφω, γυρίζω, μετατρέπω, καταδιώκω)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
τρέπω, τρέπεις, τρέπει, τρέπομεν, τρέπετε, τρέπουσι(ν)
Υποτακτική
τρέπω, τρέπῃς, τρέπῃ, τρέπωμεν, τρέπητε, τρέπωσι(ν)
Ευκτική
τρέποιμι, τρέποις, τρέποι, τρέποιμεν, τρέποιτε, τρέποιεν
Προστακτική
---, τρέπε, τρεπέτω, ---, τρέπετε, τρεπόντων (ή τρεπέτωσαν)
Απαρέμφατο
τρέπειν
Μετοχή
τρέπων, τρέπουσα, τρέπον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔτρεπον, ἔτρεπες, ἔτρεπε, ἐτρέπομεν, ἐτρέπετε, ἔτρεπον
 
Μέλλοντας
Οριστική
τρέψω, τρέψεις, τρέψει, τρέψομεν, τρέψετε, τρέψουσι(ν)
Ευκτική
τρέψοιμι, τρέψοις, τρέψοι, τρέψοιμεν, τρέψοιτε, τρέψοιεν
Απαρέμφατο
τρέψειν
Μετοχή
τρέψων, τρέψουσα, τρέψον
 
Αόριστος
Οριστική
ἔτρεψα, ἔτρεψας, ἔτρεψε(ν), ἐτρέψαμεν, ἐτρέψατε, ἔτρεψαν
Υποτακτική
τρέψω, τρέψῃς, τρέψῃ, τρέψωμεν, τρέψητε, τρέψωσι(ν)
Ευκτική
τρέψαιμι, τρέψαις / τρέψειας, τρέψαι / τρέψειε(ν), τρέψαιμεν, τρέψαιτε, τρέψαιεν / τρέψειαν
Προστακτική
---, τρέψον, τρεψάτω, ---, τρέψατε, τρεψάντων (ή τρεψάτωσαν)
Απαρέμφατο
τρέψαι
Μετοχή
τρέψας, τρέψασα, τρέψαν
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἔτραπον, ἔτραπες, ἔτραπε(ν), ἐτράπομεν, ἐτράπετε, ἔτραπον
Υποτακτική
τράπω, τράπῃς, τράπῃ, τράπωμεν, τράπητε, τράπωσι(ν)
Ευκτική
τράποιμι, τράποις, τράποι, τράποιμεν, τράποιτε, τράποιεν
Προστακτική
---, τράπε, τραπέτω, ---, τράπετε, τραπόντων (ή τραπέτωσαν)
Απαρέμφατο
τραπεῖν
Μετοχή
τραπών, τραποῦσα, τραπόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τέτροφα, τέτροφας, τέτροφε, τετρόφαμεν, τετρόφατε, τετρόφασι(ν)
 
Υποτακτική
τετροφώς- τετροφυῖα- τετροφός ὦ
τετροφώς- τετροφυῖα- τετροφός ᾖς
τετροφώς- τετροφυῖα- τετροφός ᾖ
τετροφότες- τετροφυῖαι- τετροφότα ὦμεν
τετροφότες- τετροφυῖαι- τετροφότα ἦτε
τετροφότες- τετροφυῖαι- τετροφότα ὦσι
 
Ευκτική
τετροφώς- τετροφυῖα- τετροφός εἴην
τετροφώς- τετροφυῖα- τετροφός εἴης
τετροφώς- τετροφυῖα- τετροφός εἴη
τετροφότες- τετροφυῖαι- τετροφότα εἴημεν (εἶμεν)
τετροφότες- τετροφυῖαι- τετροφότα εἴητε (εἶτε)
τετροφότες- τετροφυῖαι- τετροφότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
τετροφώς- τετροφυῖα- τετροφός ἴσθι
τετροφώς- τετροφυῖα- τετροφός ἔστω
---
τετροφότες- τετροφυῖαι- τετροφότα ἔστε
τετροφότες- τετροφυῖαι- τετροφότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
τετροφέναι
Μετοχή
τετροφώς- τετροφυῖα- τετροφός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
τρέπομαι, τρέπῃ/τρέπει, τρέπεται, τρεπόμεθα, τρέπεσθε, τρέπονται
Υποτακτική
τρέπωμαι, τρέπῃ, τρέπηται, τρεπώμεθα, τρέπησθε, τρέπωνται
Ευκτική
τρεποίμην, τρέποιο, τρέποιτο, τρεποίμεθα, τρέποισθε, τρέποιντο
Προστακτική
---, τρέπου, τρεπέσθω, ---, τρέπεσθε, τρεπέσθων ή τρεπέσθωσαν
Απαρέμφατο
τρέπεσθαι
Μετοχή
τρεπόμενος
τρεπομένη
τρεπόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐτρεπόμην, ἐτρέπου, ἐτρέπετο, ἐτρεπόμεθα, ἐτρέπεσθε, ἐτρέποντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
τρέψομαι, τρέψῃ/τρέψει, τρέψεται, τρεψόμεθα, τρέψεσθε, τρέψονται
Ευκτική
τρεψοίμην, τρέψοιο, τρέψοιτο, τρεψοίμεθα, τρέψοισθε, τρέψοιντο
Απαρέμφατο
τρέψεσθαι
Μετοχή
τρεψόμενος
τρεψομένη
τρεψόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐτρεψάμην, ἐτρέψω, ἐτρέψατο, ἐτρεψάμεθα, ἐτρέψασθε, ἐτρέψαντο
Υποτακτική
τρέψωμαι, τρέψῃ, τρέψηται, τρεψώμεθα, τρέψησθε, τρέψωνται
Ευκτική
τρεψαίμην, τρέψαιο, τρέψαιτο, τρεψαίμεθα, τρέψαισθε, τρέψαιντο
Προστακτική
---, τρέψαι, τρεψάσθω, ---, τρέψασθε, τρεψάσθων ή τρεψάσθωσαν
Απαρέμφατο
τρέψασθαι
Μετοχή
τρεψάμενος
τρεψαμένη
τρεψάμενον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἐτραπόμην, ἐτράπου, ἐτράπετο, ἐτραπόμεθα, ἐτράπεσθε, ἐτράποντο
Υποτακτική
τράπωμαι, τράπῃ, τράπηται, τραπώμεθα, τράπησθε, τράπωνται
Ευκτική
τραποίμην, τράποιο, τράποιτο, τραποίμεθα, τράποισθε, τράποιντο
Προστακτική
---, τραποῦ, τραπέσθω, ----, τράπεσθε, τραπέσθων
Απαρέμφατο
τραπέσθαι
Μετοχή
τραπόμενος, τραπομένη, τραπόμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ἐτρέφθην, ἐτρέφθης, ἐτρέφθη, ἐτρέφθημεν, ἐτρέφθητε, ἐτρέφθησαν
Υποτακτική
τρεφθῶ, τρεφθῇς, τρεφθῇ, τρεφθῶμεν, τρεφθῆτε, τρεφθῶσι(ν)
Ευκτική
τρεφθείην, τρεφθείης, τρεφθείη, τρεφθείημεν ή τρεφθεῖμεν, τρεφθείητε ή τρεφθεῖτε, τρεφθείησαν ή τρεφθεῖεν
Προστακτική
---, τρέφθητι, τρεφθήτω, ---, τρέφθητε, τρεφθέντων ή τρεφθήτωσαν
Απαρέμφατο
τρεφθῆναι
Μετοχή
τρεφθείς
τρεφθεῖσα
τρεφθέν
 
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
ἐτράπην, ἐτράπης, ἐτράπη, ἐτράπημεν, ἐτράπητε, ἐτράπησαν
Υποτακτική
τραπῶ, τραπῇς, τραπῇ, τραπῶμεν, τραπῆτε, τραπῶσι(ν)
Ευκτική
τραπείην, τραπείης, τραπείη, τραπείημεν ή τραπεῖμεν, τραπείητε ή τραπεῖτε, τραπείησαν ή τραπεῖεν
Προστακτική
---, τράπηθι, τραπήτω, ---, τράπητε, τραπέντων ή τραπήτωσαν
Απαρέμφατο
τραπῆναι
Μετοχή
τραπείς
τραπεῖσα
τραπέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τέτραμμαι, τέτραψαι, τέτραπται, τετράμμεθα, τέτραφθε, τετραμμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
τετραμμένος- τετραμμένη-τετραμμένον ὦ
τετραμμένος- τετραμμένη-τετραμμένον ᾖς
τετραμμένος- τετραμμένη-τετραμμένον ᾖ
τετραμμένοι- τετραμμέναι-τετραμμένα ὦμεν
τετραμμένοι- τετραμμέναι-τετραμμένα ἦτε
τετραμμένοι- τετραμμέναι-τετραμμένα ὦσι
 
Ευκτική
τετραμμένος- τετραμμένη-τετραμμένον εἴην
τετραμμένος- τετραμμένη-τετραμμένον εἴης
τετραμμένος- τετραμμένη-τετραμμένον εἴη
τετραμμένοι- τετραμμέναι-τετραμμένα εἴημεν (εἶμεν)
τετραμμένοι- τετραμμέναι-τετραμμένα εἴητε (εἶτε)
τετραμμένοι- τετραμμέναι-τετραμμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, τέτραψο, τετράφθω, --- τέτραφθε, τετράφθων ή τετράφθωσαν
 
Απαρέμφατο
τετράφθαι
Μετοχή
τετραμμένος,
τετραμμένη,
τετραμμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐτετράμμην, ἐτέτραψο, ἐτέτραπτο, ἐτετράμμεθα, ἐτέτραφθε, τετραμμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου