Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σφάττω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σφάττω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

John Schwegel

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σφάττω»
 
σφάττω: σφάζω, προσφέρω θυσία
- Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο.
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
σφάττω, σφάττεις, σφάττει, σφάττομεν, σφάττετε, σφάττουσι(ν)
Υποτακτική
σφάττω, σφάττῃς, σφάττῃ, σφάττωμεν, σφάττητε, σφάττωσι(ν)
Ευκτική
σφάττοιμι, σφάττοις, σφάττοι, σφάττοιμεν, σφάττοιτε, σφάττοιεν
Προστακτική
---, σφάττε, σφαττέτω, ---, σφάττετε, σφαττόντων (ή σφαττέτωσαν)
Απαρέμφατο
σφάττειν
Μετοχή
σφάττων, σφάττουσα, σφάττον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔσφαττον, ἔσφαττες, ἔσφαττε, ἐσφάττομεν, ἐσφάττετε, ἔσφαττον
 
Μέλλοντας
Οριστική
σφάξω, σφάξεις, σφάξει, σφάξομεν, σφάξετε, σφάξουσι(ν)
Ευκτική
σφάξοιμι, σφάξοις, σφάξοι, σφάξοιμεν, σφάξοιτε, σφάξοιεν
Απαρέμφατο
σφάξειν
Μετοχή
σφάξων, σφάξουσα, σφάξον
 
Αόριστος
Οριστική
ἔσφαξα, ἔσφαξας, ἔσφαξε(ν), ἐσφάξαμεν, ἐσφάξατε, ἔσφαξαν
Υποτακτική
σφάξω, σφάξῃς, σφάξῃ, σφάξωμεν, σφάξητε, σφάξωσι(ν)
Ευκτική
σφάξαιμι, σφάξαις ή σφάξειας, σφάξαι ή σφάξειε(ν), σφάξαιμεν, σφάξαιτε, σφάξαιεν ή σφάξειαν
Προστακτική
---, σφάξον, σφαξάτω, ---, σφάξατε, σφαξάντων (ή σφαξάτωσαν)
Απαρέμφατο
σφάξαι
Μετοχή
σφάξας, σφάξασα, σφάξαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἔσφακα, ἔσφακας, ἔσφακε, ἐσφάκαμεν, ἐσφάκατε, ἐσφάκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἐσφακώς- ἐσφακυῖα- ἐσφακός ὦ
ἐσφακώς- ἐσφακυῖα- ἐσφακός ᾖς
ἐσφακώς- ἐσφακυῖα- ἐσφακός ᾖ
ἐσφακότες- ἐσφακυῖαι- ἐσφακότα ὦμεν
ἐσφακότες- ἐσφακυῖαι- ἐσφακότα ἦτε
ἐσφακότες- ἐσφακυῖαι- ἐσφακότα ὦσι
 
Ευκτική
ἐσφακώς- ἐσφακυῖα- ἐσφακός εἴην
ἐσφακώς- ἐσφακυῖα- ἐσφακός εἴης
ἐσφακώς- ἐσφακυῖα- ἐσφακός εἴη
ἐσφακότες- ἐσφακυῖαι- ἐσφακότα εἴημεν (εἶμεν)
ἐσφακότες- ἐσφακυῖαι- ἐσφακότα εἴητε (εἶτε)
ἐσφακότες- ἐσφακυῖαι- ἐσφακότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἐσφακώς- ἐσφακυῖα- ἐσφακός ἴσθι
ἐσφακώς- ἐσφακυῖα- ἐσφακός ἔστω
---
ἐσφακότες- ἐσφακυῖαι- ἐσφακότα ἔστε
ἐσφακότες- ἐσφακυῖαι- ἐσφακότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἐσφακέναι
Μετοχή
ἐσφακώς- ἐσφακυῖα- ἐσφακός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐσφάκειν, ἐσφάκεις, ἐσφάκει, ἐσφάκεμεν, ἐσφάκετε, ἐσφάκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
σφάττομαι, σφάττῃ ή σφάττει, σφάττεται, σφαττόμεθα, σφάττεσθε, σφάττονται
Υποτακτική
σφάττωμαι, σφάττῃ, σφάττηται, σφαττώμεθα, σφάττησθε, σφάττωνται
Ευκτική
σφαττοίμην, σφάττοιο, σφάττοιτο, σφαττοίμεθα, σφάττοισθε, σφάττοιντο
Προστακτική
---, σφάττου, σφαττέσθω, ---, σφάττεσθε, σφαττέσθων ή σφαττέσθωσαν
Απαρέμφατο
σφάττεσθαι
Μετοχή
σφαττόμενος
σφαττομένη
σφαττόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐσφαττόμην, ἐσφάττου, ἐσφάττετο, ἐσφαττόμεθα, ἐσφάττεσθε, ἐσφάττοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας Β΄
Οριστική
σφαγήσομαι, σφαγήσῃ ή σφαγήσει, σφαγήσεται, σφαγησόμεθα, σφαγήσεσθε, σφαγήσονται
Ευκτική
σφαγησοίμην, σφαγήσοιο, σφαγήσοιτο, σφαγησοίμεθα, σφαγήσοισθε, σφαγήσοιντο
Απαρέμφατο
σφαγήσεσθαι
Μετοχή
σφαγησόμενος
σφαγησομένη
σφαγησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐσφαξάμην, ἐσφάξω, ἐσφάξατο, ἐσφαξάμεθα, ἐσφάξασθε, ἐσφάξαντο
Υποτακτική
σφάξωμαι, σφάξῃ, σφάξηται, σφαξώμεθα, σφάξησθε, σφάξωνται
Ευκτική
σφαξαίμην, σφάξαιο, σφάξαιτο, σφαξαίμεθα, σφάξαισθε, σφάξαιντο
Προστακτική
---, σφάξαι, σφαξάσθω, ---, σφάξασθε, σφαξάσθων ή σφαξάσθωσαν
Απαρέμφατο
σφάξασθαι
Μετοχή
σφαξάμενος
σφαξαμένη
σφαξάμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ἐσφάχθην, ἐσφάχθης, ἐσφάχθη, ἐσφάχθημεν, ἐσφάχθητε, ἐσφάχθησαν
Υποτακτική
σφαγῶ, σφαγῇς, σφαγῇ, σφαγῶμεν, σφαγῆτε, σφαγῶσι(ν)
Ευκτική
σφαχθείην, σφαχθείης, σφαχθείη, σφαχθείημεν ή σφαχθεῖμεν, σφαχθείητε ή σφαχθεῖτε, σφαχθείησαν ή σφαχθεῖεν
Προστακτική
---, σφάχθητι, σφαχθήτω, ---, σφάχθητε, σφαχθέντων ή σφαχθήτωσαν
Απαρέμφατο
σφαχθῆναι
Μετοχή
σφαχθείς
σφαχθεῖσα
σφαχθέν
 
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
ἐσφάγην, ἐσφάγης, ἐσφάγη, ἐσφάγημεν, ἐσφάγητε, ἐσφάγησαν
Υποτακτική
σφαγῶ, σφαγῇς, σφαγῇ, σφαγῶμεν, σφαγῆτε, σφαγῶσι(ν)
Ευκτική
σφαγείην, σφαγείης, σφαγείη, σφαγείημεν ή σφαγεῖμεν, σφαγείητε ή σφαγεῖτε, σφαγείησαν ή σφαγεῖεν
Προστακτική
---, σφάγηθι, σφαγήτω, ---, σφάγητε, σφαγέντων ή σφαγήτωσαν
Απαρέμφατο
σφαγῆναι
Μετοχή
σφαγείς
σφαγεῖσα
σφαγέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἔσφαγμαι, ἔσφαξαι, ἔσφαται, ἐσφάγμεθα, ἔσφαχθε, ἐσφαγμένοι εἰσί
 
Υποτακτική
ἐσφαγμένος- ἐσφαγμένη- ἐσφαγμένον ὦ
ἐσφαγμένος- ἐσφαγμένη- ἐσφαγμένον ᾖς
ἐσφαγμένος- ἐσφαγμένη- ἐσφαγμένον ᾖ
ἐσφαγμένοι- ἐσφαγμέναι- ἐσφαγμένα ὦμεν
ἐσφαγμένοι- ἐσφαγμέναι- ἐσφαγμένα ἦτε
ἐσφαγμένοι- ἐσφαγμέναι- ἐσφαγμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἐσφαγμένος- ἐσφαγμένη- ἐσφαγμένον εἴην
ἐσφαγμένος- ἐσφαγμένη- ἐσφαγμένον εἴης
ἐσφαγμένος- ἐσφαγμένη- ἐσφαγμένον εἴη
ἐσφαγμένοι- ἐσφαγμέναι- ἐσφαγμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἐσφαγμένοι- ἐσφαγμέναι- ἐσφαγμένα εἴητε (εἶτε)
ἐσφαγμένοι- ἐσφαγμέναι- ἐσφαγμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἔσφαξο, ἐσφάχθω, --- ἔσφαχθε, ἐσφάχθων ή ἐσφάχθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἐσφάχθαι
Μετοχή
ἐσφαγμένος,
ἐσφαγμένη,
ἐσφαγμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐσφάγμην, ἔσφαξο, ἔσφακτο, ἐσφάγμεθα, ἔσφαχθε, ἐσφαγμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου