Tamara Phillips
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δουλόω- δουλῶ»
δουλῶ: υποδουλώνω, κάνω κάποιον δούλο –
υποδουλώνομαι
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
δουλῶ, δουλοῖς, δουλοῖ, δουλοῦμεν, δουλοῦτε, δουλοῦσι(ν)
Υποτακτική
δουλῶ, δουλοῖς, δουλοῖ, δουλῶμεν, δουλῶτε, δουλῶσι(ν)
Ευκτική
δουλοῖμι, δουλοῖς, δουλοῖ, (ή δουλοίην, δουλοίης, δουλοίη), δουλοῖμεν, δουλοῖτε, δουλοῖεν
Προστακτική
---, δούλου, δουλούτω, ---, δουλοῦτε, δουλούντων
Απαρέμφατο
δουλοῦν
Μετοχή
δουλῶν, δουλοῦσα, δουλοῦν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ δουλῶν, τοῦ δουλοῦντος, τῷ δουλοῦντι, τόν δουλοῦντα, ὦ δουλῶν
οἱ δουλοῦντες, τῶν δουλούντων, τοῖς δουλοῦσι, τούς δουλοῦντας, ὦ δουλοῦντες
Θηλυκό
ἡ δουλοῦσα, τῆς δουλούσης, τῇ δουλούσῃ, τήν δουλοῦσαν, ὦ δουλοῦσα
αἱ δουλοῦσαι, τῶν δουλουσῶν, ταῖς δουλούσαις, τάς δουλούσας, ὦ δουλοῦσαι
Ουδέτερο
τό δουλοῦν, τοῦ δουλοῦντος, τῷ δουλοῦντι, τό δουλοῦν, ὦ δουλοῦν
τά δουλοῦντα, τῶν δουλούντων, τοῖς δουλοῦσι, τά δουλοῦντα, ὦ δουλοῦντα
Παρατατικός
Οριστική
ἐδούλουν, ἐδούλους, ἐδούλου, ἐδουλοῦμεν, ἐδουλοῦτε, ἐδούλουν
Μέλλοντας
Οριστική
δουλώσω, δουλώσεις, δουλώσει, δουλώσομεν, δουλώσετε, δουλώσουσι(ν)
Ευκτική
δουλώσοιμι, δουλώσοις, δουλώσοι, δουλώσοιμεν, δουλώσοιτε, δουλώσοιεν
Απαρέμφατο
δουλώσειν
Μετοχή
δουλώσων, δουλώσουσα, δουλῶσον
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ δουλώσων, τοῦ δουλώσοντος, τῷ δουλώσοντι, τόν δουλώσοντα, ὦ δουλώσων
οἱ δουλώσοντες, τῶν δουλωσόντων, τοῖς δουλώσουσι, τούς δουλώσοντας, ὦ δουλώσοντες
Θηλυκό
ἡ δουλώσουσα, τῆς δουλωσούσης, τῇ δουλωσούσῃ, τήν δουλώσουσαν, ὦ δουλώσουσα
αἱ δουλώσουσαι, τῶν δουλωσουσῶν, ταῖς δουλωσούσαις, τάς δουλωσούσας, ὦ δουλώσουσαι
Ουδέτερο
τό δουλῶσον, τοῦ δουλώσοντος, τῷ δουλώσοντι, τό δουλῶσον, ὦ δουλῶσον
τά δουλώσοντα, τῶν δουλωσόντων, τοῖς δουλώσουσι, τά δουλώσοντα, ὦ δουλώσοντα
Αόριστος
Οριστική
ἐδούλωσα, ἐδούλωσας, ἐδούλωσε(ν), ἐδουλώσαμεν, ἐδουλώσατε, ἐδούλωσαν
Υποτακτική
δουλώσω, δουλώσῃς, δουλώσῃ, δουλώσωμεν, δουλώσητε, δουλώσωσι(ν)
Ευκτική
δουλώσαιμι, δουλώσαις ή δουλώσειας, δουλώσαι ή δουλώσειε(ν), δουλώσαιμεν, δουλώσαιτε, δουλώσαιεν ή δουλώσειαν
Προστακτική
---, δούλωσον, δουλωσάτω, ---, δουλώσατε, δουλωσάντων (ή δουλωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
δουλῶσαι
Μετοχή
δουλώσας, δουλώσασα, δουλῶσαν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ δουλώσας, τοῦ δουλώσαντος, τῷ δουλώσαντι, τόν δουλώσαντα, ὦ δουλώσας
οἱ δουλώσαντες, τῶν δουλωσάντων, τοῖς δουλώσασι, τούς δουλώσαντας, ὦ δουλώσαντες
Θηλυκό
ἡ δουλώσασα, τῆς δουλωσάσης, τῇ δουλωσάσῃ, τήν δουλώσασαν, ὦ δουλώσασα
αἱ δουλώσασαι, τῶν δουλωσασῶν, ταῖς δουλωσάσαις, τάς δουλωσάσας, ὦ δουλώσασαι
Ουδέτερο
τό δουλῶσαν, τοῦ δουλώσαντος, τῷ δουλώσαντι, τό δουλῶσαν, ὦ δουλῶσαν
τά δουλώσαντα, τῶν δουλωσάντων, τοῖς δουλώσασι, τά δουλώσαντα, ὦ δουλώσαντα
Παρακείμενος
Οριστική
δεδούλωκα, δεδούλωκας, δεδούλωκε, δεδουλώκαμεν, δεδουλώκατε, δεδουλώκασι(ν)
Υποτακτική
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός ὦ
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός ᾖς
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός ᾖ
δεδουλωκότες- δεδουλωκυῖαι- δεδουλωκότα ὦμεν
δεδουλωκότες- δεδουλωκυῖαι- δεδουλωκότα ἦτε
δεδουλωκότες- δεδουλωκυῖαι- δεδουλωκότα ὦσι
Ευκτική
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός εἴην
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός εἴης
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός εἴη
δεδουλωκότες- δεδουλωκυῖαι- δεδουλωκότα εἴημεν (εἶμεν)
δεδουλωκότες- δεδουλωκυῖαι- δεδουλωκότα εἴητε (εἶτε)
δεδουλωκότες- δεδουλωκυῖαι- δεδουλωκότα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
--
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός ἴσθι
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός ἔστω
--
δεδουλωκότες- δεδουλωκυῖαι- δεδουλωκότα ἔστε
δεδουλωκότες- δεδουλωκυῖαι- δεδουλωκότα ἔστων
Απαρέμφατο
δεδουλωκέναι
Μετοχή
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ δεδουλωκώς, τοῦ δεδουλωκότος, τῷ δεδουλωκότι, τόν δεδουλωκότα, ὦ δεδουλωκώς
οἱ δεδουλωκότες, τῶν δεδουλωκότων, τοῖς δεδουλωκόσι, τούς δεδουλωκότας, ὦ δεδουλωκότες
Θηλυκό
ἡ δεδουλωκυῖα, τῆς δεδουλωκυίας, τῇ δεδουλωκυίᾳ, τήν δεδουλωκυῖαν, ὦ δεδουλωκυῖα
αἱ δεδουλωκυῖαι, τῶν δεδουλωκυιῶν, ταῖς δεδουλωκυίαις, τάς δεδουλωκυίας, ὦ δεδουλωκυῖαι
Ουδέτερο
τό δεδουλωκός, τοῦ δεδουλωκότος, τῷ δεδουλωκότι, τό δεδουλωκός, ὦ δεδουλωκός
τά δεδουλωκότα, τῶν δεδουλωκότων, τοῖς δεδουλωκόσι, τά δεδουλωκότα, ὦ δεδουλωκότα
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδουλώκειν, ἐδεδουλώκεις, ἐδεδουλώκει, ἐδεδουλώκεμεν, ἐδεδουλώκετε, ἐδεδουλώκεσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
δουλοῦμαι, δουλοῖ, δουλοῦται, δουλούμεθα, δουλοῦσθε, δουλοῦνται
Υποτακτική
δουλῶμαι, δουλοῖ, δουλῶται, δουλώμεθα, δουλῶσθε, δουλῶνται
Ευκτική
δουλοίμην, δουλοῖο, δουλοῖτο, δουλοίμεθα, δουλοῖσθε, δουλοῖντο
Προστακτική
---, δουλοῦ, δουλούσθω, ---, δουλοῦσθε, δουλούσθων (ή δουλούσθωσαν)
Απαρέμφατο
δουλοῦσθαι
Μετοχή
δουλούμενος, δουλουμένη, δουλούμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐδουλούμην, ἐδουλοῦ, ἐδουλοῦτο, ἐδουλούμεθα, ἐδουλοῦσθε, ἐδουλοῦντο
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
δουλώσομαι, δουλώσῃ (ή δουλώσει), δουλώσεται, δουλευσόμεθα, δουλώσεσθε, δουλώσονται
Ευκτική
δουλωσοίμην, δουλώσοιο, δουλώσοιτο, δουλωσοίμεθα, δουλώσοισθε, δουλώσοιντο
Απαρέμφατο
δουλώσεσθαι
Μετοχή
δουλωσόμενος, δουλωσομένη, δουλωσόμενον
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
δουλωθήσομαι, δουλωθήσῃ (ή δουλωθήσει), δουλωθήσεται, δουλωθησόμεθα, δουλωθήσεσθε, δουλωθήσονται
Ευκτική
δουλωθησοίμην, δουλωθήσοιο, δουλωθήσοιτο, δουλωθησοίμεθα, δουλωθήσοισθε, δουλωθήσοιντο
Απαρέμφατο
δουλωθήσεσθαι
Μετοχή
δουλωθησόμενος, δουλωθησομένη, δουλωθησόμενον
Μέσος Αόριστος
Οριστική
ἐδουλωσάμην, ἐδουλώσω, ἐδουλώσατο, ἐδουλωσάμεθα, ἐδουλώσασθε, ἐδουλώσαντο
Υποτακτική
δουλώσωμαι, δουλώσῃ, δουλώσηται, δουλωσώμεθα, δουλώσησθε, δουλώσωνται
Ευκτική
δουλωσαίμην, δουλώσαιο, δουλώσαιτο, δουλωσαίμεθα, δουλώσαισθε, δουλώσαιντο
Προστακτική
---, δούλωσαι, δουλωσάσθω, ---, δουλώσασθε, δουλωσάσθων (ή δουλωσάσθωσαν)
Απαρέμφατο
δουλώσασθαι
Μετοχή
δουλωσάμενος, δουλωσαμένη, δουλωσάμενον
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐδουλώθην, ἐδουλώθης, ἐδουλώθη, ἐδουλώθημεν, ἐδουλώθητε, ἐδουλώθησαν
Υποτακτική
δουλωθῶ, δουλωθῇς, δουλωθῇ, δουλωθῶμεν, δουλωθῆτε, δουλωθῶσι(ν)
Ευκτική
δουλωθείην, δουλωθείης, δουλωθείη, δουλωθείημεν ή δουλωθεῖμεν, δουλωθείητε ή δουλωθεῖτε, δουλωθείησαν ή δουλωθεῖεν
Προστακτική
---, δουλώθητι, δουλωθήτω, ---, δουλώθητε, δουλωθέντων (ή δουλωθήτωσαν)
Απαρέμφατο
δουλωθῆναι
Μετοχή
δουλωθείς, δουλωθεῖσα, δουλωθέν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ δουλωθείς, τοῦ δουλωθέντος, τῷ δουλωθέντι, τόν δουλωθέντα, ὦ δουλωθείς
οἱ δουλωθέντες, τῶν δουλωθέντων, τοῖς δουλωθεῖσι, τούς δουλωθέντας, ὦ δουλωθέντες
Θηλυκό
ἡ δουλωθεῖσα, τῆς δουλωθείσης, τῇ δουλωθείσῃ, τήν δουλωθεῖσαν, ὦ δουλωθεῖσα
αἱ δουλωθεῖσαι, τῶν δουλωθεισῶν, ταῖς δουλωθείσαις, τάς δουλωθείσας, ὦ δουλωθεῖσαι
Ουδέτερο
τό δουλωθέν, τοῦ δουλωθέντος, τῷ δουλωθέντι, τό δουλωθέν, ὦ δουλωθέν
τά δουλωθέντα, τῶν δουλωθέντων, τοῖς δουλωθεῖσι, τά δουλωθέντα, ὦ δουλωθέντα
Παρακείμενος
Οριστική
δεδούλωμαι, δεδούλωσαι, δεδούλωται, δεδουλώμεθα, δεδούλωσθε, δεδούλωνται
Υποτακτική
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον ὦ
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον ᾖς
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον ᾖ
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα ὦμεν
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα ἦτε
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα ὦσι
Ευκτική
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον εἴην
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον
εἴης
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον
εἴη
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα
εἴημεν (εἶμεν)
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα
εἴητε (εἶτε)
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα
εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---, δεδούλωσο, δεδουλώσθω, ---, δεδούλωσθε, δεδουλώσθων (ή δεδουλώσθωσαν)
Απαρέμφατο
δεδουλῶσθαι
Μετοχή
δεδουλωμένος, δεδουλωμένη, δεδουλωμένον
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδουλώμην, ἐδεδούλωσο, ἐδεδούλωτο, ἐδεδουλώμεθα, ἐδεδούλωσθε, ἐδεδούλωντο
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δουλόω- δουλῶ»
Οριστική
δουλῶ, δουλοῖς, δουλοῖ, δουλοῦμεν, δουλοῦτε, δουλοῦσι(ν)
δουλῶ, δουλοῖς, δουλοῖ, δουλῶμεν, δουλῶτε, δουλῶσι(ν)
δουλοῖμι, δουλοῖς, δουλοῖ, (ή δουλοίην, δουλοίης, δουλοίη), δουλοῖμεν, δουλοῖτε, δουλοῖεν
---, δούλου, δουλούτω, ---, δουλοῦτε, δουλούντων
δουλοῦν
δουλῶν, δουλοῦσα, δουλοῦν
Αρσενικό
ὁ δουλῶν, τοῦ δουλοῦντος, τῷ δουλοῦντι, τόν δουλοῦντα, ὦ δουλῶν
ἡ δουλοῦσα, τῆς δουλούσης, τῇ δουλούσῃ, τήν δουλοῦσαν, ὦ δουλοῦσα
τό δουλοῦν, τοῦ δουλοῦντος, τῷ δουλοῦντι, τό δουλοῦν, ὦ δουλοῦν
Οριστική
ἐδούλουν, ἐδούλους, ἐδούλου, ἐδουλοῦμεν, ἐδουλοῦτε, ἐδούλουν
Οριστική
δουλώσω, δουλώσεις, δουλώσει, δουλώσομεν, δουλώσετε, δουλώσουσι(ν)
δουλώσοιμι, δουλώσοις, δουλώσοι, δουλώσοιμεν, δουλώσοιτε, δουλώσοιεν
Απαρέμφατο
δουλώσειν
Μετοχή
δουλώσων, δουλώσουσα, δουλῶσον
Αρσενικό
ὁ δουλώσων, τοῦ δουλώσοντος, τῷ δουλώσοντι, τόν δουλώσοντα, ὦ δουλώσων
ἡ δουλώσουσα, τῆς δουλωσούσης, τῇ δουλωσούσῃ, τήν δουλώσουσαν, ὦ δουλώσουσα
τό δουλῶσον, τοῦ δουλώσοντος, τῷ δουλώσοντι, τό δουλῶσον, ὦ δουλῶσον
Οριστική
ἐδούλωσα, ἐδούλωσας, ἐδούλωσε(ν), ἐδουλώσαμεν, ἐδουλώσατε, ἐδούλωσαν
δουλώσω, δουλώσῃς, δουλώσῃ, δουλώσωμεν, δουλώσητε, δουλώσωσι(ν)
δουλώσαιμι, δουλώσαις ή δουλώσειας, δουλώσαι ή δουλώσειε(ν), δουλώσαιμεν, δουλώσαιτε, δουλώσαιεν ή δουλώσειαν
Προστακτική
---, δούλωσον, δουλωσάτω, ---, δουλώσατε, δουλωσάντων (ή δουλωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
δουλῶσαι
δουλώσας, δουλώσασα, δουλῶσαν
Αρσενικό
ὁ δουλώσας, τοῦ δουλώσαντος, τῷ δουλώσαντι, τόν δουλώσαντα, ὦ δουλώσας
ἡ δουλώσασα, τῆς δουλωσάσης, τῇ δουλωσάσῃ, τήν δουλώσασαν, ὦ δουλώσασα
τό δουλῶσαν, τοῦ δουλώσαντος, τῷ δουλώσαντι, τό δουλῶσαν, ὦ δουλῶσαν
Οριστική
δεδούλωκα, δεδούλωκας, δεδούλωκε, δεδουλώκαμεν, δεδουλώκατε, δεδουλώκασι(ν)
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός ὦ
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός ᾖς
δεδουλωκότες- δεδουλωκυῖαι- δεδουλωκότα ὦμεν
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός εἴην
--
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός ἴσθι
δεδουλωκότες- δεδουλωκυῖαι- δεδουλωκότα ἔστε
δεδουλωκέναι
Μετοχή
δεδουλωκώς- δεδουλωκυῖα- δεδουλωκός
Αρσενικό
ὁ δεδουλωκώς, τοῦ δεδουλωκότος, τῷ δεδουλωκότι, τόν δεδουλωκότα, ὦ δεδουλωκώς
ἡ δεδουλωκυῖα, τῆς δεδουλωκυίας, τῇ δεδουλωκυίᾳ, τήν δεδουλωκυῖαν, ὦ δεδουλωκυῖα
τό δεδουλωκός, τοῦ δεδουλωκότος, τῷ δεδουλωκότι, τό δεδουλωκός, ὦ δεδουλωκός
Οριστική
ἐδεδουλώκειν, ἐδεδουλώκεις, ἐδεδουλώκει, ἐδεδουλώκεμεν, ἐδεδουλώκετε, ἐδεδουλώκεσαν
Οριστική
δουλοῦμαι, δουλοῖ, δουλοῦται, δουλούμεθα, δουλοῦσθε, δουλοῦνται
δουλῶμαι, δουλοῖ, δουλῶται, δουλώμεθα, δουλῶσθε, δουλῶνται
δουλοίμην, δουλοῖο, δουλοῖτο, δουλοίμεθα, δουλοῖσθε, δουλοῖντο
---, δουλοῦ, δουλούσθω, ---, δουλοῦσθε, δουλούσθων (ή δουλούσθωσαν)
δουλοῦσθαι
δουλούμενος, δουλουμένη, δουλούμενον
Οριστική
ἐδουλούμην, ἐδουλοῦ, ἐδουλοῦτο, ἐδουλούμεθα, ἐδουλοῦσθε, ἐδουλοῦντο
Οριστική
δουλώσομαι, δουλώσῃ (ή δουλώσει), δουλώσεται, δουλευσόμεθα, δουλώσεσθε, δουλώσονται
δουλωσοίμην, δουλώσοιο, δουλώσοιτο, δουλωσοίμεθα, δουλώσοισθε, δουλώσοιντο
Απαρέμφατο
δουλώσεσθαι
Μετοχή
δουλωσόμενος, δουλωσομένη, δουλωσόμενον
Οριστική
δουλωθήσομαι, δουλωθήσῃ (ή δουλωθήσει), δουλωθήσεται, δουλωθησόμεθα, δουλωθήσεσθε, δουλωθήσονται
δουλωθησοίμην, δουλωθήσοιο, δουλωθήσοιτο, δουλωθησοίμεθα, δουλωθήσοισθε, δουλωθήσοιντο
Απαρέμφατο
δουλωθήσεσθαι
Μετοχή
δουλωθησόμενος, δουλωθησομένη, δουλωθησόμενον
Οριστική
ἐδουλωσάμην, ἐδουλώσω, ἐδουλώσατο, ἐδουλωσάμεθα, ἐδουλώσασθε, ἐδουλώσαντο
δουλώσωμαι, δουλώσῃ, δουλώσηται, δουλωσώμεθα, δουλώσησθε, δουλώσωνται
δουλωσαίμην, δουλώσαιο, δουλώσαιτο, δουλωσαίμεθα, δουλώσαισθε, δουλώσαιντο
Προστακτική
---, δούλωσαι, δουλωσάσθω, ---, δουλώσασθε, δουλωσάσθων (ή δουλωσάσθωσαν)
Απαρέμφατο
δουλώσασθαι
Μετοχή
δουλωσάμενος, δουλωσαμένη, δουλωσάμενον
Οριστική
ἐδουλώθην, ἐδουλώθης, ἐδουλώθη, ἐδουλώθημεν, ἐδουλώθητε, ἐδουλώθησαν
δουλωθῶ, δουλωθῇς, δουλωθῇ, δουλωθῶμεν, δουλωθῆτε, δουλωθῶσι(ν)
δουλωθείην, δουλωθείης, δουλωθείη, δουλωθείημεν ή δουλωθεῖμεν, δουλωθείητε ή δουλωθεῖτε, δουλωθείησαν ή δουλωθεῖεν
---, δουλώθητι, δουλωθήτω, ---, δουλώθητε, δουλωθέντων (ή δουλωθήτωσαν)
Απαρέμφατο
δουλωθῆναι
δουλωθείς, δουλωθεῖσα, δουλωθέν
Αρσενικό
ὁ δουλωθείς, τοῦ δουλωθέντος, τῷ δουλωθέντι, τόν δουλωθέντα, ὦ δουλωθείς
ἡ δουλωθεῖσα, τῆς δουλωθείσης, τῇ δουλωθείσῃ, τήν δουλωθεῖσαν, ὦ δουλωθεῖσα
τό δουλωθέν, τοῦ δουλωθέντος, τῷ δουλωθέντι, τό δουλωθέν, ὦ δουλωθέν
Οριστική
δεδούλωμαι, δεδούλωσαι, δεδούλωται, δεδουλώμεθα, δεδούλωσθε, δεδούλωνται
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον ὦ
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον ᾖς
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα ὦμεν
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον εἴην
---, δεδούλωσο, δεδουλώσθω, ---, δεδούλωσθε, δεδουλώσθων (ή δεδουλώσθωσαν)
Απαρέμφατο
δεδουλῶσθαι
δεδουλωμένος, δεδουλωμένη, δεδουλωμένον
Οριστική
ἐδεδουλώμην, ἐδεδούλωσο, ἐδεδούλωτο, ἐδεδουλώμεθα, ἐδεδούλωσθε, ἐδεδούλωντο


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου