Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δουλόω- δουλῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δουλόω- δουλῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Tamara Phillips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δουλόω- δουλ»
 
δουλ: υποδουλώνω, κάνω κάποιον δούλο – υποδουλώνομαι
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δουλ, δουλος, δουλο, δουλομεν, δουλοτε, δουλοσι(ν)
Υποτακτική
δουλ, δουλος, δουλο, δουλμεν, δουλτε, δουλσι(ν)
Ευκτική
δουλομι, δουλος, δουλο, (ή δουλοίην, δουλοίης, δουλοίη), δουλομεν, δουλοτε, δουλοεν
Προστακτική
---, δούλου, δουλούτω, ---, δουλοτε, δουλούντων
Απαρέμφατο
δουλον
Μετοχή
δουλν, δουλοσα, δουλον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δουλν, το δουλοντος, τ δουλοντι, τόν δουλοντα, δουλν
ο δουλοντες, τν δουλούντων, τος δουλοσι, τούς δουλοντας, δουλοντες
 
Θηλυκό
δουλοσα, τς δουλούσης, τ δουλούσ, τήν δουλοσαν, δουλοσα
α δουλοσαι, τν δουλουσν, τας δουλούσαις, τάς δουλούσας, δουλοσαι
 
Ουδέτερο
τό δουλον, το δουλοντος, τ δουλοντι, τό δουλον, δουλον
τά δουλοντα, τν δουλούντων, τος δουλοσι, τά δουλοντα, δουλοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
δούλουν, δούλους, δούλου, δουλομεν, δουλοτε, δούλουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
δουλώσω, δουλώσεις, δουλώσει, δουλώσομεν, δουλώσετε, δουλώσουσι(ν)
Ευκτική
δουλώσοιμι, δουλώσοις, δουλώσοι, δουλώσοιμεν, δουλώσοιτε, δουλώσοιεν
Απαρέμφατο
δουλώσειν
Μετοχή
δουλώσων, δουλώσουσα, δουλσον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δουλώσων, το δουλώσοντος, τ δουλώσοντι, τόν δουλώσοντα, δουλώσων
ο δουλώσοντες, τν δουλωσόντων, τος δουλώσουσι, τούς δουλώσοντας, δουλώσοντες
 
Θηλυκό
δουλώσουσα, τς δουλωσούσης, τ δουλωσούσ, τήν δουλώσουσαν, δουλώσουσα
α δουλώσουσαι, τν δουλωσουσν, τας δουλωσούσαις, τάς δουλωσούσας, δουλώσουσαι
 
Ουδέτερο
τό δουλσον, το δουλώσοντος, τ δουλώσοντι, τό δουλσον, δουλσον
τά δουλώσοντα, τν δουλωσόντων, τος δουλώσουσι, τά δουλώσοντα, δουλώσοντα
 
Αόριστος
Οριστική
δούλωσα, δούλωσας, δούλωσε(ν), δουλώσαμεν, δουλώσατε, δούλωσαν
Υποτακτική
δουλώσω, δουλώσς, δουλώσ, δουλώσωμεν, δουλώσητε, δουλώσωσι(ν)
Ευκτική
δουλώσαιμι, δουλώσαις ή δουλώσειας, δουλώσαι ή δουλώσειε(ν), δουλώσαιμεν, δουλώσαιτε, δουλώσαιεν ή δουλώσειαν
Προστακτική
---, δούλωσον, δουλωσάτω, ---, δουλώσατε, δουλωσάντων (ή δουλωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
δουλσαι
Μετοχή
δουλώσας, δουλώσασα, δουλσαν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δουλώσας, το δουλώσαντος, τ δουλώσαντι, τόν δουλώσαντα, δουλώσας
ο δουλώσαντες, τν δουλωσάντων, τος δουλώσασι, τούς δουλώσαντας, δουλώσαντες
 
Θηλυκό
δουλώσασα, τς δουλωσάσης, τ δουλωσάσ, τήν δουλώσασαν, δουλώσασα
α δουλώσασαι, τν δουλωσασν, τας δουλωσάσαις, τάς δουλωσάσας, δουλώσασαι
 
Ουδέτερο
τό δουλσαν, το δουλώσαντος, τ δουλώσαντι, τό δουλσαν, δουλσαν
τά δουλώσαντα, τν δουλωσάντων, τος δουλώσασι, τά δουλώσαντα, δουλώσαντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδούλωκα, δεδούλωκας, δεδούλωκε, δεδουλώκαμεν, δεδουλώκατε, δεδουλώκασι(ν)
 
Υποτακτική
δεδουλωκώς- δεδουλωκυα- δεδουλωκός
δεδουλωκώς- δεδουλωκυα- δεδουλωκός ς
δεδουλωκώς- δεδουλωκυα- δεδουλωκός
δεδουλωκότες- δεδουλωκυαι- δεδουλωκότα μεν
δεδουλωκότες- δεδουλωκυαι- δεδουλωκότα τε
δεδουλωκότες- δεδουλωκυαι- δεδουλωκότα σι
 
Ευκτική
δεδουλωκώς- δεδουλωκυα- δεδουλωκός εην
δεδουλωκώς- δεδουλωκυα- δεδουλωκός εης
δεδουλωκώς- δεδουλωκυα- δεδουλωκός εη
δεδουλωκότες- δεδουλωκυαι- δεδουλωκότα εημεν (εμεν)
δεδουλωκότες- δεδουλωκυαι- δεδουλωκότα εητε (ετε)
δεδουλωκότες- δεδουλωκυαι- δεδουλωκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
--
δεδουλωκώς- δεδουλωκυα- δεδουλωκός σθι
δεδουλωκώς- δεδουλωκυα- δεδουλωκός στω
--
δεδουλωκότες- δεδουλωκυαι- δεδουλωκότα στε
δεδουλωκότες- δεδουλωκυαι- δεδουλωκότα στων
Απαρέμφατο
δεδουλωκέναι
Μετοχή
δεδουλωκώς- δεδουλωκυα- δεδουλωκός
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δεδουλωκώς, το δεδουλωκότος, τ δεδουλωκότι, τόν δεδουλωκότα, δεδουλωκώς
ο δεδουλωκότες, τν δεδουλωκότων, τος δεδουλωκόσι, τούς δεδουλωκότας, δεδουλωκότες
 
Θηλυκό
δεδουλωκυα, τς δεδουλωκυίας, τ δεδουλωκυί, τήν δεδουλωκυαν, δεδουλωκυα
α δεδουλωκυαι, τν δεδουλωκυιν, τας δεδουλωκυίαις, τάς δεδουλωκυίας, δεδουλωκυαι
 
Ουδέτερο
τό δεδουλωκός, το δεδουλωκότος, τ δεδουλωκότι, τό δεδουλωκός, δεδουλωκός
τά δεδουλωκότα, τν δεδουλωκότων, τος δεδουλωκόσι, τά δεδουλωκότα, δεδουλωκότα
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
δεδουλώκειν, δεδουλώκεις, δεδουλώκει, δεδουλώκεμεν, δεδουλώκετε, δεδουλώκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δουλομαι, δουλο, δουλοται, δουλούμεθα, δουλοσθε, δουλονται
Υποτακτική
δουλμαι, δουλο, δουλται, δουλώμεθα, δουλσθε, δουλνται
Ευκτική
δουλοίμην, δουλοο, δουλοτο, δουλοίμεθα, δουλοσθε, δουλοντο
Προστακτική
---, δουλο, δουλούσθω, ---, δουλοσθε, δουλούσθων (ή δουλούσθωσαν)
Απαρέμφατο
δουλοσθαι
Μετοχή
δουλούμενος, δουλουμένη, δουλούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
δουλούμην, δουλο, δουλοτο, δουλούμεθα, δουλοσθε, δουλοντο
 
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
δουλώσομαι, δουλώσ (ή δουλώσει), δουλώσεται, δουλευσόμεθα, δουλώσεσθε, δουλώσονται
Ευκτική
δουλωσοίμην, δουλώσοιο, δουλώσοιτο, δουλωσοίμεθα, δουλώσοισθε, δουλώσοιντο
Απαρέμφατο
δουλώσεσθαι
Μετοχή
δουλωσόμενος, δουλωσομένη, δουλωσόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
δουλωθήσομαι, δουλωθήσ (ή δουλωθήσει), δουλωθήσεται, δουλωθησόμεθα, δουλωθήσεσθε, δουλωθήσονται
Ευκτική
δουλωθησοίμην, δουλωθήσοιο, δουλωθήσοιτο, δουλωθησοίμεθα, δουλωθήσοισθε, δουλωθήσοιντο
Απαρέμφατο
δουλωθήσεσθαι
Μετοχή
δουλωθησόμενος, δουλωθησομένη, δουλωθησόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
δουλωσάμην, δουλώσω, δουλώσατο, δουλωσάμεθα, δουλώσασθε, δουλώσαντο
Υποτακτική
δουλώσωμαι, δουλώσ, δουλώσηται, δουλωσώμεθα, δουλώσησθε, δουλώσωνται
Ευκτική
δουλωσαίμην, δουλώσαιο, δουλώσαιτο, δουλωσαίμεθα, δουλώσαισθε, δουλώσαιντο
Προστακτική
---, δούλωσαι, δουλωσάσθω, ---, δουλώσασθε, δουλωσάσθων (ή δουλωσάσθωσαν)
Απαρέμφατο
δουλώσασθαι
Μετοχή
δουλωσάμενος, δουλωσαμένη, δουλωσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
δουλώθην, δουλώθης, δουλώθη, δουλώθημεν, δουλώθητε, δουλώθησαν
Υποτακτική
δουλωθ, δουλωθς, δουλωθ, δουλωθμεν, δουλωθτε, δουλωθσι(ν)
Ευκτική
δουλωθείην, δουλωθείης, δουλωθείη, δουλωθείημεν ή δουλωθεμεν, δουλωθείητε ή δουλωθετε, δουλωθείησαν ή δουλωθεεν
Προστακτική
---, δουλώθητι, δουλωθήτω, ---, δουλώθητε, δουλωθέντων (ή δουλωθήτωσαν)
Απαρέμφατο
δουλωθναι
Μετοχή
δουλωθείς, δουλωθεσα, δουλωθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δουλωθείς, το δουλωθέντος, τ δουλωθέντι, τόν δουλωθέντα, δουλωθείς
ο δουλωθέντες, τν δουλωθέντων, τος δουλωθεσι, τούς δουλωθέντας, δουλωθέντες
 
Θηλυκό
δουλωθεσα, τς δουλωθείσης, τ δουλωθείσ, τήν δουλωθεσαν, δουλωθεσα
α δουλωθεσαι, τν δουλωθεισν, τας δουλωθείσαις, τάς δουλωθείσας, δουλωθεσαι
 
Ουδέτερο
τό δουλωθέν, το δουλωθέντος, τ δουλωθέντι, τό δουλωθέν, δουλωθέν
τά δουλωθέντα, τν δουλωθέντων, τος δουλωθεσι, τά δουλωθέντα, δουλωθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδούλωμαι, δεδούλωσαι, δεδούλωται, δεδουλώμεθα, δεδούλωσθε, δεδούλωνται
 
Υποτακτική
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον ς
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα μεν
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα τε
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα σι
 
Ευκτική
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον εην
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον εης
δεδουλωμένος- δεδουλωμένη-δεδουλωμένον εη
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα εημεν (εμεν)
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα εητε (ετε)
δεδουλωμένοι- δεδουλωμέναι-δεδουλωμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, δεδούλωσο, δεδουλώσθω, ---, δεδούλωσθε, δεδουλώσθων (ή δεδουλώσθωσαν)
Απαρέμφατο
δεδουλσθαι
Μετοχή
δεδουλωμένος, δεδουλωμένη, δεδουλωμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
δεδουλώμην, δεδούλωσο, δεδούλωτο, δεδουλώμεθα, δεδούλωσθε, δεδούλωντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου