Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φωράω - φωρῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φωράω - φωρῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φωράω - φωρ»
 
φωρ: ανακαλύπτω κλέφτη, αναζητώ κλέφτη ή κλοπιμαία.  
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
φωρ, φωρς, φωρ, φωρμεν, φωρτε, φωρσι(ν)
Υποτακτική
φωρ, φωρς, φωρ, φωρμεν, φωρτε, φωρσι(ν)
Ευκτική
φωρμι, φωρς, φωρ ή φωρην, φωρης, φωρη, φωρμεν, φωρτε, φωρεν
Προστακτική
---, φώρα, φωράτω, ---, φωρτε, φωρώντων
Απαρέμφατο
φωρν
Μετοχή
φωρν, φωρσα, φωρν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
φωρν, το φωρντος, τ φωρντι, τόν φωρντα, φωρν
ο φωρντες, τν φωρώντων, τος φωρσι, τούς φωρντας, φωρντες
Θηλυκό
φωρσα, τς φωρώσης, τ φωρώσ, τήν φωρσαν, φωρσα
α φωρσαι, τν φωρωσν, τας φωρώσαις, τάς φωρώσας, φωρσαι
Ουδέτερο
τό φωρν, το φωρντος, τ φωρντι, τό φωρν, φωρν
τά φωρντα, τν φωρώντων, τος φωρσι, τά φωρντα, φωρντα
 
Παρατατικός
Οριστική
φώρων, φώρας, φώρα, φωρμεν, φωρτε, φώρων
 
Μέλλοντας
Στον μέλλοντα της ενεργητικής φωνής απαντάται μόνο η Οριστική ως ποιητικός τύπος.
Οριστική
φωράσω, φωράσεις, φωράσει, φωράσομεν, φωράσετε, φωράσουσι(ν)
 
Αόριστος
Οριστική
φώρασα, φώρασας, φώρασε(ν), φωράσαμεν, φωράσατε, φώρασαν
Υποτακτική
φωράσω, φωράσς, φωράσ, φωράσωμεν, φωράσητε, φωράσωσι(ν)
Ευκτική
φωράσαιμι, φωράσαις ή φωράσειας, φωράσαι ή φωράσειε(ν), φωράσαιμεν, φωράσαιτε, φωράσαιεν ή φωράσειαν
Προστακτική
---, φώρασον, φωρασάτω, ---, φωράσατε, φωρασάντων ή φωρασάτωσαν
Απαρέμφατο
φωρσαι
Μετοχή
φωράσας, φωράσασα, φωρσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πεφώρακα, πεφώρακας, πεφώρακε, πεφωράκαμεν, πεφωράκατε, πεφωράκασι(ν)
 
Υποτακτική
πεφωρακώς-πεφωρακυα-πεφωρακός
πεφωρακώς-πεφωρακυα-πεφωρακός ς
πεφωρακώς-πεφωρακυα-πεφωρακός
πεφωρακότες-πεφωρακυαι-πεφωρακότα μεν
πεφωρακότες-πεφωρακυαι-πεφωρακότα τε
πεφωρακότες-πεφωρακυαι-πεφωρακότα σι(ν)
 
Ευκτική
πεφωρακώς-πεφωρακυα-πεφωρακός εην
πεφωρακώς-πεφωρακυα-πεφωρακός εης
πεφωρακώς-πεφωρακυα-πεφωρακός εη
πεφωρακότες-πεφωρακυαι-πεφωρακότα εμεν
πεφωρακότες-πεφωρακυαι-πεφωρακότα ετε
πεφωρακότες-πεφωρακυαι-πεφωρακότα εεν
 
Προστακτική
--
πεφωρακώς-πεφωρακυα-πεφωρακός σθι
πεφωρακώς-πεφωρακυα-πεφωρακός στω
--
πεφωρακότες-πεφωρακυαι-πεφωρακότα στε
πεφωρακότες-πεφωρακυαι-πεφωρακότα στων
 
Απαρέμφατο
πεφωρακέναι
Μετοχή
πεφωρακώς, πεφωρακυα, πεφωρακός
 
Μέση φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
φωρμαι, φωρ, φωρται, φωρώμεθα, φωρσθε, φωρνται
Υποτακτική
φωρμαι, φωρ, φωρται, φωρώμεθα, φωρσθε, φωρνται
Ευκτική
φωρμην, φωρο, φωρτο, φωρμεθα, φωρσθε, φωρντο
Προστακτική
---, φωρ, φωράσθω, ---, φωρσθε, φωράσθων
Απαρέμφατο
φωρσθαι
Μετοχή
φωρώμενος, φωρωμένη, φωρώμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
φωρώμην, φωρ, φωρτο, φωρώμεθα, φωρσθε, φωρντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
φωραθήσομαι, φωραθήσ ή φωραθήσει, φωραθήσεται, φωραθησόμεθα, φωραθήσεσθε, φωραθήσονται
Ευκτική
φωραθησοίμην, φωραθήσοιο, φωραθήσοιτο, φωραθησοίμεθα, φωραθήσοισθε, φωραθησοιντο
Απαρέμφατο
φωραθήσεσθαι
Μετοχή
φωραθησόμενος, φωραθησομένη, φωραθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
φωράθην, φωράθης, φωράθη, φωράθημεν, φωράθητε, φωράθησαν
Υποτακτική
φωραθ, φωραθς, φωραθ, φωραθμεν, φωραθτε, φωραθσι(ν)
Ευκτική
φωραθείην, φωραθείης, φωραθείη, φωραθεμεν, φωραθετε, φωραθεεν
Προστακτική
---, φωράθητι, φωραθήτω, ---, φωράθητε, φωραθέντων ή φωραθήτωσαν
Απαρέμφατο
φωραθναι
Μετοχή
φωραθείς, φωραθεσα, φωραθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
φωραθείς, το φωραθέντος, τ φωραθέντι, τόν φωραθέντα, φωραθείς
ο φωραθέντες, τν φωραθέντων, τος φωραθεσι, τούς φωραθέντας, φωραθέντες
Θηλυκό
φωραθεσα, τς φωραθείσης, τ φωραθείσ, τήν φωραθεσαν, φωραθεσα
α φωραθεσαι, τν φωραθεισν, τας φωραθείσαις, τάς φωραθείσας, φωραθεσαι
Ουδέτερο
τό φωραθέν, το φωραθέντος, τ φωραθέντι, τό φωραθέν, φωραθέν
τά φωραθέντα, τν φωραθέντων, τος φωραθεσι, τά φωραθέντα, φωραθέντα
 
Παρακείμενος
Στον παρακείμενο απαντάται μόνο μετοχή.
Μετοχή
πεφωραμένος, πεφωραμένη, πεφωραμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου