Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὠδίνω»
Οριστική
ὠδίνω, ὠδίνεις, ὠδίνει, ὠδίνομεν, ὠδίνετε, ὠδίνουσι(ν)
ὠδίνω, ὠδίνῃς, ὠδίνῃ, ὠδίνωμεν, ὠδίνητε, ὠδίνωσι(ν)
ὠδίνοιμι, ὠδίνοις, ὠδίνοι, ὠδίνοιμεν, ὠδίνοιτε, ὠδίνοιεν
---, ὤδινε, ὠδινέτω, ---, ὠδίνετε, ὠδινόντων (ή ὠδινέτωσαν)
ὠδίνειν
ὠδίνων, ὠδίνουσα, ὠδῖνον
Αρσενικό
ὁ ὠδίνων, τοῦ ὠδίνοντος, τῷ ὠδίνοντι, τόν ὠδίνοντα, ὦ ὠδίνων
ἡ ὠδίνουσα, τῆς ὠδινούσης, τῇ ὠδινούσῃ, τήν ὠδίνουσαν, ὦ ὠδίνουσα
τό ὠδῖνον, τοῦ ὠδίνοντος, τῷ ὠδίνοντι, τό ὠδῖνον, ὦ ὠδῖνον
Οριστική
ὤδινον, ὤδινες, ὤδινε, ὠδίνομεν, ὠδίνετε, ὤδινον
Οριστική
ὠδινῶ, ὠδινεῖς, ὠδινεῖ, ὠδινοῦμεν, ὠδινεῖτε, ὠδινοῦσι(ν) (απαντάται και ο τύπος ὠδινήσω)
ὠδίνοιμι (ή ὠδινοίην), ὠδίνοις (ή ὠδινοίης), ὠδίνοι (ή ὠδινοίη), ὠδίνοιμεν, ὠδίνοιτε, ὠδίνοιεν
ὠδινεῖν
ὠδινῶν, ὠδινοῦσα, ὠδινοῦν
Αρσενικό
ὁ ὠδινῶν, τοῦ ὠδινοῦντος, τῷ ὠδινοῦντι, τόν ὠδινοῦντα, ὦ ὠδινῶν
ἡ ὠδινοῦσα, τῆς ὠδινούσης, τῇ ὠδινούσῃ, τήν ὠδινοῦσαν, ὦ ὠδινοῦσα
τό ὠδινοῦν, τοῦ ὠδινοῦντος, τῷ ὠδινοῦντι, τό ὠδινοῦν, ὦ ὠδινοῦν
Οριστική
ὤδινα, ὤδινας, ὤδισε(ν), ὠδίναμεν, ὠδίνατε, ὤδιναν (απαντάται και ο τύπος ὠδίνησα)
ὠδίνω, ὠδίνῃς, ὠδίνῃ, ὠδίνωμεν, ὠδίνητε, ὠδίνωσι(ν)
ὠδίναιμι, ὠδίναις / ὠδίνειας, ὠδίναι / ὠδίνειε(ν), ὠδίναιμεν, ὠδίναιτε, ὠδίναιεν / ὠδίνειαν
---, ὤδινον, ὠδινάτω, ---, ὠδίνατε, ὠδινάντων (ή ὠδινάτωσαν)
ὠδῖναι
ὠδίνας, ὠδίνασα, ὠδῖναν
Αρσενικό
ὁ ὠδίνας, τοῦ ὠδίναντος, τῷ ὠδίναντι, τόν ὠδίναντα, ὦ ὠδίνας
ἡ ὠδίνασα, τῆς ὠδινάσης, τῇ ὠδινάσῃ, τήν ὠδίνασαν, ὦ ὠδίνασα
τό ὠδῖναν, τοῦ ὠδίναντος, τῷ ὠδίναντι, τό ὠδῖναν, ὦ ὠδῖναν
Οριστική
ὠδινησάμην, ὠδινήσω, ὠδινήσατο, ὠδινησάμεθα, ὠδινήσασθε, ὠδινήσαντο
ὠδινήσωμαι, ὠδινήσῃ, ὠδινήσηται, ὠδινησώμεθα, ὠδινήσησθε, ὠδινήσωνται
ὠδινησαίμην, ὠδινήσαιο, ὠδινήσαιτο, ὠδινησαίμεθα, ὠδινήσαισθε, ὠδινήσαιντο
---, ὠδίνησαι, ὠδινησάσθω, ---, ὠδινήσασθε, ὠδινησάσθων (ή ὠδινησάσθωσαν)
ὠδινήσασθαι
ὠδινησάμενος, ὠδινησαμένη, ὠδινησάμενον
Αρσενικό
ὁ ὠδινησάμενος, τοῦ ὠδινησαμένου, τῷ ὠδινησαμένῳ, τόν ὠδινησάμενον, ὦ ὠδινησάμενε
ἡ ὠδινησαμένη, τῆς ὠδινησαμένης, τῇ ὠδινησαμένῃ, τήν ὠδινησαμένην, ὦ ὠδινησαμένη
τό ὠδινησάμενον, τοῦ ὠδινησαμένου, τῷ ὠδινησαμένῳ, τό ὠδινησάμενον, ὦ ὠδινησάμενον
Οριστική
ὠδινήθην, ὠδινήθης, ὠδινήθη, ὠδινήθημεν, ὠδινήθητε, ὠδινήθησαν
ὠδινηθῶ, ὠδινηθῇς, ὠδινηθῇ, ὠδινηθῶμεν, ὠδινηθῆτε, ὠδινηθῶσι(ν)
ὠδινηθείην, ὠδινηθείης, ὠδινηθείη, ὠδινηθεῖμεν, ὠδινηθεῖτε, ὠδινηθεῖεν
---, ὠδινήθητι, ὠδινηθήτω, ---, ὠδινήθητε, ὠδινηθέντων (ή ὠδινηθήτωσαν)
ὠδινηθῆναι
ὠδινηθείς, ὠδινηθεῖσα, ὠδινηθέν
Αρσενικό
ὁ ὠδινηθείς, τοῦ ὠδινηθέντος, τῷ ὠδινηθέντι, τόν ὠδινηθέντα, ὦ ὠδινηθείς
ἡ ὠδινηθεῖσα, τῆς ὠδινηθείσης, τῇ ὠδινηθείσῃ, τήν ὠδινηθεῖσαν, ὦ ὠδινηθεῖσα
τό ὠδινηθέν, τοῦ ὠδινηθέντος, τῷ ὠδινηθέντι, τό ὠδινηθέν, ὦ ὠδινηθέν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου