Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὠδίνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὠδίνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὠδίνω»
 
ὠδίνω: έχω πόνους τοκετού, γεννώ
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὠδίνω, ὠδίνεις, ὠδίνει, ὠδίνομεν, ὠδίνετε, ὠδίνουσι(ν)
Υποτακτική
ὠδίνω, ὠδίνῃς, ὠδίνῃ, ὠδίνωμεν, ὠδίνητε, ὠδίνωσι(ν)
Ευκτική
ὠδίνοιμι, ὠδίνοις, ὠδίνοι, ὠδίνοιμεν, ὠδίνοιτε, ὠδίνοιεν
Προστακτική
 ---, ὤδινε, ὠδινέτω, ---, ὠδίνετε, ὠδινόντων (ή ὠδινέτωσαν)
Απαρέμφατο
ὠδίνειν
Μετοχή
ὠδίνων, ὠδίνουσα, ὠδῖνον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὠδίνων, τοῦ ὠδίνοντος, τῷ ὠδίνοντι, τόν ὠδίνοντα, ὦ ὠδίνων
οἱ ὠδίνοντες, τῶν ὠδινόντων, τοῖς ὠδίνουσι, τούς ὠδίνοντας, ὦ ὠδίνοντες
 
Θηλυκό
ἡ ὠδίνουσα, τῆς ὠδινούσης, τῇ ὠδινούσῃ, τήν ὠδίνουσαν, ὦ ὠδίνουσα
αἱ ὠδίνουσαι, τῶν ὠδινουσῶν, ταῖς ὠδινούσαις, τάς ὠδινούσας, ὦ ὠδίνουσαι
 
Ουδέτερο
τό ὠδῖνον, τοῦ ὠδίνοντος, τῷ ὠδίνοντι, τό ὠδῖνον, ὦ ὠδῖνον
τά ὠδίνοντα, τῶν ὠδινόντων, τοῖς ὠδίνουσι, τά ὠδίνοντα, ὦ ὠδίνοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ὤδινον, ὤδινες, ὤδινε, ὠδίνομεν, ὠδίνετε, ὤδινον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὠδινῶ, ὠδινεῖς, ὠδινεῖ, ὠδινοῦμεν, ὠδινεῖτε, ὠδινοῦσι(ν) (απαντάται και ο τύπος ὠδινήσω)
Ευκτική
ὠδίνοιμι (ή ὠδινοίην), ὠδίνοις (ή ὠδινοίης), ὠδίνοι (ή ὠδινοίη), ὠδίνοιμεν, ὠδίνοιτε, ὠδίνοιεν
Απαρέμφατο
ὠδινεῖν
Μετοχή
ὠδινῶν, ὠδινοῦσα, ὠδινοῦν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὠδινῶν, τοῦ ὠδινοῦντος, τῷ ὠδινοῦντι, τόν ὠδινοῦντα, ὦ ὠδινῶν
οἱ ὠδινοῦντες, τῶν ὠδινούντων, τοῖς ὠδινοῦσι, τούς ὠδινοῦντας, ὦ ὠδινοῦντες
 
Θηλυκό
ἡ ὠδινοῦσα, τῆς ὠδινούσης, τῇ ὠδινούσῃ, τήν ὠδινοῦσαν, ὦ ὠδινοῦσα
αἱ ὠδινοῦσαι, τῶν ὠδινουσῶν, ταῖς ὠδινούσαις, τάς ὠδινούσας, ὦ ὠδινοῦσαι
 
Ουδέτερο
τό ὠδινοῦν, τοῦ ὠδινοῦντος, τῷ ὠδινοῦντι, τό ὠδινοῦν, ὦ ὠδινοῦν
τά ὠδινοῦντα, τῶν ὠδινούντων, τοῖς ὠδινοῦσι, τά ὠδινοῦντα, ὦ ὠδινοῦντα
 
Αόριστος
Οριστική
ὤδινα, ὤδινας, ὤδισε(ν), ὠδίναμεν, ὠδίνατε, ὤδιναν (απαντάται και ο τύπος ὠδίνησα)
Υποτακτική
ὠδίνω, ὠδίνῃς, ὠδίνῃ, ὠδίνωμεν, ὠδίνητε, ὠδίνωσι(ν)
Ευκτική
ὠδίναιμι, ὠδίναις / ὠδίνειας, ὠδίναι / ὠδίνειε(ν), ὠδίναιμεν, ὠδίναιτε, ὠδίναιεν / ὠδίνειαν
Προστακτική
---, ὤδινον, ὠδινάτω, ---, ὠδίνατε, ὠδινάντων (ή ὠδινάτωσαν)
Απαρέμφατο
ὠδῖναι
Μετοχή
ὠδίνας, ὠδίνασα, ὠδῖναν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὠδίνας, τοῦ ὠδίναντος, τῷ ὠδίναντι, τόν ὠδίναντα, ὦ ὠδίνας
οἱ ὠδίναντες, τῶν ὠδινάντων, τοῖς ὠδίνασι, τούς ὠδίναντας, ὦ ὠδίναντες
 
Θηλυκό
ἡ ὠδίνασα, τῆς ὠδινάσης, τῇ ὠδινάσῃ, τήν ὠδίνασαν, ὦ ὠδίνασα
αἱ ὠδίνασαι, τῶν ὠδινασῶν, ταῖς ὠδινάσαις, τάς ὠδινάσας, ὦ ὠδίνασαι
 
Ουδέτερο
τό ὠδῖναν, τοῦ ὠδίναντος, τῷ ὠδίναντι, τό ὠδῖναν, ὦ ὠδῖναν
τά ὠδίναντα, τῶν ὠδινάντων, τοῖς ὠδίνασι, τά ὠδίναντα, ὦ ὠδίναντα
 
Μέση Φωνή
 
Αόριστος Μέσος
Οριστική
ὠδινησάμην, ὠδινήσω, ὠδινήσατο, ὠδινησάμεθα, ὠδινήσασθε, ὠδινήσαντο
Υποτακτική
ὠδινήσωμαι, ὠδινήσῃ, ὠδινήσηται, ὠδινησώμεθα, ὠδινήσησθε, ὠδινήσωνται
Ευκτική
ὠδινησαίμην, ὠδινήσαιο, ὠδινήσαιτο, ὠδινησαίμεθα, ὠδινήσαισθε, ὠδινήσαιντο
Προστακτική
---, ὠδίνησαι, ὠδινησάσθω, ---, ὠδινήσασθε, ὠδινησάσθων (ή ὠδινησάσθωσαν)
Απαρέμφατο
ὠδινήσασθαι
Μετοχή
ὠδινησάμενος, ὠδινησαμένη, ὠδινησάμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὠδινησάμενος, τοῦ ὠδινησαμένου, τῷ ὠδινησαμένῳ, τόν ὠδινησάμενον, ὦ ὠδινησάμενε
οἱ ὠδινησάμενοι, τῶν ὠδινησαμένων, τοῖς ὠδινησαμένοις, τούς ὠδινησαμένους, ὦ ὠδινησάμενοι
 
Θηλυκό
ἡ ὠδινησαμένη, τῆς ὠδινησαμένης, τῇ ὠδινησαμένῃ, τήν ὠδινησαμένην, ὦ ὠδινησαμένη
αἱ ὠδινησάμεναι, τῶν ὠδινησαμένων, ταῖς ὠδινησαμέναις, τάς ὠδινησαμένας, ὦ ὠδινησάμεναι
 
Ουδέτερο
τό ὠδινησάμενον, τοῦ ὠδινησαμένου, τῷ ὠδινησαμένῳ, τό ὠδινησάμενον, ὦ ὠδινησάμενον
τά ὠδινησάμενα, τῶν ὠδινησαμένων, τοῖς ὠδινησαμένοις, τά ὠδινησάμενα, ὦ ὠδινησάμενα
 
Αόριστος Παθητικός Α΄
Οριστική
ὠδινήθην, ὠδινήθης, ὠδινήθη, ὠδινήθημεν, ὠδινήθητε, ὠδινήθησαν
Υποτακτική
ὠδινηθῶ, ὠδινηθῇς, ὠδινηθῇ, ὠδινηθῶμεν, ὠδινηθῆτε, ὠδινηθῶσι(ν)
Ευκτική
ὠδινηθείην, ὠδινηθείης, ὠδινηθείη, ὠδινηθεῖμεν, ὠδινηθεῖτε, ὠδινηθεῖεν
Προστακτική
 ---, ὠδινήθητι, ὠδινηθήτω, ---, ὠδινήθητε, ὠδινηθέντων (ή ὠδινηθήτωσαν)
Απαρέμφατο
ὠδινηθῆναι
Μετοχή
ὠδινηθείς, ὠδινηθεῖσα, ὠδινηθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὠδινηθείς, τοῦ ὠδινηθέντος, τῷ ὠδινηθέντι, τόν ὠδινηθέντα, ὦ ὠδινηθείς
οἱ ὠδινηθέντες, τῶν ὠδινηθέντων, τοῖς ὠδινηθεῖσι, τούς ὠδινηθέντας, ὦ ὠδινηθέντες
 
Θηλυκό
ἡ ὠδινηθεῖσα, τῆς ὠδινηθείσης, τῇ ὠδινηθείσῃ, τήν ὠδινηθεῖσαν, ὦ ὠδινηθεῖσα
αἱ ὠδινηθεῖσαι, τῶν ὠδινηθεισῶν, ταῖς ὠδινηθείσαις, τάς ὠδινηθείσας, ὦ ὠδινηθεῖσαι
 
Ουδέτερο
τό ὠδινηθέν, τοῦ ὠδινηθέντος, τῷ ὠδινηθέντι, τό ὠδινηθέν, ὦ ὠδινηθέν
τά ὠδινηθέντα, τῶν ὠδινηθέντων, τοῖς ὠδινηθεῖσι, τά ὠδινηθέντα, ὦ ὠδινηθέντα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου