Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χαράττω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χαράττω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χαράττω»
 
χαράττω: ακονίζω, οξύνω, εγχαράσσω, επιγράφω
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χαράττω ή χαράσσω, χαράττεις, χαράττει, χαράττομεν, χαράττετε, χαράττουσι(ν)
Υποτακτική
χαράττω, χαράττῃς, χαράττῃ, χαράττωμεν, χαράττητε, χαράττωσι(ν)
Ευκτική
χαράττοιμι, χαράττοις, χαράττοι, χαράττοιμεν, χαράττοιτε, χαράττοιεν
Προστακτική
---, χάραττε, χαραττέτω, ---, χαράττετε, χαραττόντων (ή χαραττέτωσαν)
Απαρέμφατο
χαράττειν
Μετοχή
χαράττων, χαράττουσα, χαράττον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐχάραττον, ἐχάραττες, ἐχάραττε, ἐχαράττομεν, ἐχαράττετε, ἐχάραττον
 
Μέλλοντας
Οριστική
χαράξω, χαράξεις, χαράξει, χαράξομεν, χαράξετε, χαράξουσι(ν)
Ευκτική
χαράξοιμι, χαράξοις, χαράξοι, χαράξοιμεν, χαράξοιτε, χαράξοιεν
Απαρέμφατο
χαράξειν
Μετοχή
χαράξων, χαράξουσα, χαράξον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐχάραξα, ἐχάραξας, ἐχάραξε(ν), ἐχαράξαμεν, ἐχαράξατε, ἐχάραξαν
Υποτακτική
χαράξω, χαράξῃς, χαράξῃ, χαράξωμεν, χαράξητε, χαράξωσι(ν)
Ευκτική
χαράξαιμι, χαράξαις (καὶ χαράξειας), χαράξαι (καὶ χαράξειε), χαράξαιμεν, χαράξαιτε, χαράξαιεν (καὶ χαράξειαν)
Προστακτική
---, χάραξον, χαραξάτω, ---, χαράξατε, χαραξάντων (ή χαραξάτωσαν)
Απαρέμφατο
χαράξαι
Μετοχή
χαράξας, χαράξασα, χαράξαν
 
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
χαράττομαι, χαράττῃ (ή χαράττει), χαράττεται, χαραττόμεθα, χαράττεσθε, χαράττονται
Υποτακτική
χαράττωμαι, χαράττῃ, χαράττηται, χαραττώμεθα, χαράττησθε, χαράττωνται
Ευκτική
χαραττοίμην, χαράττοιο, χαράττοιτο, χαραττοίμεθα, χαράττοισθε, χαράττοιντο
Προστακτική
---, χαράττου, χαραττέσθω, ---, χαράττεσθε, χαραττέσθων (ή χαραττέσθωσαν)
Απαρέμφατο
χαράττεσθαι
Μετοχή
χαραττόμενος, χαραττομένη, χαραττόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐχαραττόμην, ἐχαράττου, ἐχαράττετο, ἐχαραττόμεθα, ἐχαράττεσθε, ἐχαράττοντο
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ἐχαράχθην, ἐχαράχθης, ἐχαράχθη, ἐχαράχθημεν, ἐχαράχθητε, ἐχαράχθησαν
Υποτακτική
χαραχθῶ, χαραχθῇς, χαραχθῇ, χαραχθῶμεν, χαραχθῆτε, χαραχθῶσι
Ευκτική
χαραχθείην, χαραχθείης, χαραχθείη, χαραχθείημεν (ή χαραχθεῖμεν), χαραχθείητε (ή χαραχθεῖτε), χαραχθείησαν (ή χαραχθεῖεν)
Προστακτική
---, χαράχθητι, χαραχθήτω, ---, χαράχθητε, χαραχθέντων (ή χαραχθήτωσαν)
Απαρέμφατο
χαραχθῆναι
Μετοχή
χαραχθείς, χαραχθεῖσα, χαραχθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεχάραγμαι, κεχάραξαι, κεχάρακται, κεχαράγμεθα, κεχάραχθε, κεχαραγμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
κεχαραγμένος - κεχαραγμένη - κεχαραγμένον ὦ
κεχαραγμένος - κεχαραγμένη - κεχαραγμένον ᾖς
κεχαραγμένος - κεχαραγμένη - κεχαραγμένον ᾖ
κεχαραγμένοι - κεχαραγμέναι - κεχαραγμένα ὦμεν
κεχαραγμένοι - κεχαραγμέναι - κεχαραγμένα ἦτε
κεχαραγμένοι - κεχαραγμέναι - κεχαραγμένα ὦσι
 
Ευκτική
κεχαραγμένος - κεχαραγμένη - κεχαραγμένον εἴην
κεχαραγμένος - κεχαραγμένη - κεχαραγμένον εἴης
κεχαραγμένος - κεχαραγμένη - κεχαραγμένον εἴη
κεχαραγμένοι - κεχαραγμέναι - κεχαραγμένα εἴημεν (εἶμεν)
κεχαραγμένοι - κεχαραγμέναι - κεχαραγμένα εἴητε (εἶτε)
κεχαραγμένοι - κεχαραγμέναι - κεχαραγμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, κεχάραξο, κεχαράχθω, ---, κεχάραχθε, κεχαράχθων
 
Απαρέμφατο
κεχαράχθαι
Μετοχή
κεχαραγμένος, κεχαραγμένη, κεχαραγμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου