Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χαράττω»
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Οριστική
χαράττω ή χαράσσω, χαράττεις, χαράττει, χαράττομεν, χαράττετε, χαράττουσι(ν)
χαράττω, χαράττῃς, χαράττῃ, χαράττωμεν, χαράττητε, χαράττωσι(ν)
χαράττοιμι, χαράττοις, χαράττοι, χαράττοιμεν, χαράττοιτε, χαράττοιεν
Προστακτική
---, χάραττε, χαραττέτω, ---, χαράττετε, χαραττόντων (ή χαραττέτωσαν)
Απαρέμφατο
χαράττειν
Μετοχή
χαράττων, χαράττουσα, χαράττον
Οριστική
ἐχάραττον, ἐχάραττες, ἐχάραττε, ἐχαράττομεν, ἐχαράττετε, ἐχάραττον
Οριστική
χαράξω, χαράξεις, χαράξει, χαράξομεν, χαράξετε, χαράξουσι(ν)
χαράξοιμι, χαράξοις, χαράξοι, χαράξοιμεν, χαράξοιτε, χαράξοιεν
Απαρέμφατο
χαράξειν
Μετοχή
χαράξων, χαράξουσα, χαράξον
Οριστική
ἐχάραξα, ἐχάραξας, ἐχάραξε(ν), ἐχαράξαμεν, ἐχαράξατε, ἐχάραξαν
χαράξω, χαράξῃς, χαράξῃ, χαράξωμεν, χαράξητε, χαράξωσι(ν)
χαράξαιμι, χαράξαις (καὶ χαράξειας), χαράξαι (καὶ χαράξειε), χαράξαιμεν, χαράξαιτε, χαράξαιεν (καὶ χαράξειαν)
---, χάραξον, χαραξάτω, ---, χαράξατε, χαραξάντων (ή χαραξάτωσαν)
Απαρέμφατο
χαράξαι
Μετοχή
χαράξας, χαράξασα, χαράξαν
Ενεστώτας
Οριστική
χαράττομαι, χαράττῃ (ή χαράττει), χαράττεται, χαραττόμεθα, χαράττεσθε, χαράττονται
χαράττωμαι, χαράττῃ, χαράττηται, χαραττώμεθα, χαράττησθε, χαράττωνται
χαραττοίμην, χαράττοιο, χαράττοιτο, χαραττοίμεθα, χαράττοισθε, χαράττοιντο
Προστακτική
---, χαράττου, χαραττέσθω, ---, χαράττεσθε, χαραττέσθων (ή χαραττέσθωσαν)
Απαρέμφατο
χαράττεσθαι
Μετοχή
χαραττόμενος, χαραττομένη, χαραττόμενον
Οριστική
ἐχαραττόμην, ἐχαράττου, ἐχαράττετο, ἐχαραττόμεθα, ἐχαράττεσθε, ἐχαράττοντο
Οριστική
ἐχαράχθην, ἐχαράχθης, ἐχαράχθη, ἐχαράχθημεν, ἐχαράχθητε, ἐχαράχθησαν
χαραχθῶ, χαραχθῇς, χαραχθῇ, χαραχθῶμεν, χαραχθῆτε, χαραχθῶσι
χαραχθείην, χαραχθείης, χαραχθείη, χαραχθείημεν (ή χαραχθεῖμεν), χαραχθείητε (ή χαραχθεῖτε), χαραχθείησαν (ή χαραχθεῖεν)
---, χαράχθητι, χαραχθήτω, ---, χαράχθητε, χαραχθέντων (ή χαραχθήτωσαν)
Απαρέμφατο
χαραχθῆναι
χαραχθείς, χαραχθεῖσα, χαραχθέν
Οριστική
κεχάραγμαι, κεχάραξαι, κεχάρακται, κεχαράγμεθα, κεχάραχθε, κεχαραγμένοι εἰσί(ν)
κεχαραγμένος - κεχαραγμένη - κεχαραγμένον ὦ
κεχαραγμένος - κεχαραγμένη - κεχαραγμένον ᾖς
κεχαραγμένοι - κεχαραγμέναι - κεχαραγμένα ὦμεν
κεχαραγμένος - κεχαραγμένη - κεχαραγμένον εἴην
---, κεχάραξο, κεχαράχθω, ---, κεχάραχθε, κεχαράχθων
κεχαράχθαι
Μετοχή
κεχαραγμένος, κεχαραγμένη, κεχαραγμένον


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου