Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βοάω - βοῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βοάω - βοῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βοάω - βο»
 
βο: φωνάζω δυνατά
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βο, βος, βο, βομεν, βοτε, βοσι(ν)
Υποτακτική
βο, βος, βο, βομεν, βοτε, βοσι(ν)
Ευκτική
βομι, βος, βο ή βοην, βοης, βοη, βομεν, βοτε, βοεν
Προστακτική
---, βόα, βοάτω, ---, βοτε, βοώντων
Απαρέμφατο
βον
Μετοχή
βον, βοσα, βον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
βον, το βοντος, τ βοντι, τόν βοντα, βον
ο βοντες, τν βοώντων, τος βοσι, τούς βοντας, βοντες
 
Θηλυκό
βοσα, τς βοώσης, τ βοώσ, τήν βοσαν, βοσα
α βοσαι, τν βοωσν, τας βοώσαις, τάς βοώσας, βοσαι
 
Ουδέτερο
τό βον, το βοντος, τ βοντι, τό βον, βον
τά βοντα, τν βοώντων, τος βοσι, τά βοντα, βοντα
 
Παρατατικός
βόων, βόας, βόα, βομεν, βοτε, βόων
 
Μέλλοντας (Μέσος ως ενεργητικός)
Οριστική
βοήσομαι, βοήσ ή βοήσει, βοήσεται, βοησόμεθα, βοήσεσθε, βοήσονται
Ευκτική
βοησοίμην, βοήσοιο, βοήσοιτο, βοησοίμεθα, βοήσοισθε, βοήσοιντο
Απαρέμφατο
βοήσεσθαι
Μετοχή
βοησόμενος, βοησομένη, βοησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
βόησα, βόησας, βόησε(ν), βοήσαμεν, βοήσατε, βόησαν
Υποτακτική
βοήσω, βοήσς, βοήσ, βοήσωμεν, βοήσητε, βοήσωσι(ν)
Ευκτική
βοήσαιμι, βοήσαις ή βοήσειας, βοήσαι ή βοήσειε(ν), βοήσαιμεν, βοήσαιτε, βοήσαιεν ή βοήσειαν
Προστακτική
---, βόησον, βοησάτω, ---, βοήσατε, βοησάντων
Απαρέμφατο
βοσαι
Μετοχή
βοήσας, βοήσασα, βοσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βεβόηκα, βεβόηκας, βεβόηκε, βεβοήκαμεν, βεβοήκατε, βεβοήκασι(ν)
 
Υποτακτική
βεβοηκώς-βεβοηκυα-βεβοηκός
βεβοηκώς-βεβοηκυα-βεβοηκός ς
βεβοηκώς-βεβοηκυα-βεβοηκός
βεβοηκότες-βεβοηκυαι-βεβοηκότα μεν
βεβοηκότες-βεβοηκυαι-βεβοηκότα τε
βεβοηκότες-βεβοηκυαι-βεβοηκότα σι(ν)
 
Ευκτική
βεβοηκώς-βεβοηκυα-βεβοηκός εην
βεβοηκώς-βεβοηκυα-βεβοηκός εης
βεβοηκώς-βεβοηκυα-βεβοηκός εη
βεβοηκότες-βεβοηκυαι-βεβοηκότα εημεν/ εμεν
βεβοηκότες-βεβοηκυαι-βεβοηκότα εητε/ ετε
βεβοηκότες-βεβοηκυαι-βεβοηκότα εησαν/ εεν
 
Προστακτική
---
βεβοηκώς-βεβοηκυα-βεβοηκός σθι
βεβοηκώς-βεβοηκυα-βεβοηκός στω
---
βεβοηκότες-βεβοηκυαι-βεβοηκότα στε
βεβοηκότες-βεβοηκυαι-βεβοηκότα στων
 
Απαρέμφατο
βεβοηκέναι
 
Μετοχή
βεβοηκώς, βεβοηκυα, βεβοηκός
 
Υπερσυντέλικος
βεβοήκειν, βεβοήκεις, βεβοήκει, βεβοήκεμεν, βεβοήκετε, βεβοήκεσαν
 
Μέση φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βομαι, βο, βοται, βοώμεθα, βοσθε, βονται
Υποτακτική
βομαι, βο, βοται, βοώμεθα, βοσθε, βονται
Ευκτική
βομην, βοο, βοτο, βομεθα, βοσθε, βοντο
Προστακτική
---, βο, βοάσθω, ---, βοσθε, βοάσθων
Απαρέμφατο
βοσθαι
Μετοχή
βοώμενος, βοωμένη, βοώμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
βοώμενος, το βοωμένου, τ βοωμέν, τόν βοώμενον, βοώμενε
ο βοώμενοι, τν βοωμένων, τος βοωμένοις, τούς βοωμένους, βοώμενοι
 
Θηλυκό
βοωμένη, τς βοωμένης, τ βοωμέν, τήν βοωμένην, βοωμένη
α βοωμέναι, τν βοωμένων, τας βοωμέναις, τάς βοωμένας, βοωμέναι
 
Ουδέτερο
τό βοώμενον, το βοωμένου, τ βοωμέν, τό βοώμενον, βοώμενον
τά βοώμενα, τν βοωμένων, τος βοωμένοις, τά βοώμενα, βοώμενα
 
Παρατατικός
βοώμην, βο, βοτο, βοώμεθα, βοσθε, βοντο
 
Αόριστος
Οριστική
βοησάμην, βοήσω, βοήσατο, βοησάμεθα, βοήσασθε, βοήσαντο
Υποτακτική
βοήσωμαι, βοήσ, βοήσηται, βοησώμεθα, βοήσησθε, βοήσωνται
Ευκτική
βοησαίμην, βοήσαιο, βοήσαιτο, βοησαίμεθα, βοήσαισθε, βοήσαιντο
Προστακτική
---, βόησαι, βοησάσθω, ---, βοήσασθε, βοησάσθων ή βοησάσθωσαν
Απαρέμφατο
βοήσασθαι
Μετοχή
βοησάμενος, βοησαμένη, βοησάμενον
 
Παρακείμενος
Οριστική
βεβόημαι, βεβόησαι, βεβόηται, βεβοήμεθα, βεβόησθε, βεβόηνται (Σύνηθες μόνο το γ' Ενικό)
 
Υποτακτική
βεβοημένος-βεβοημένη-βεβοημένον
βεβοημένος-βεβοημένη-βεβοημένον ς
βεβοημένος-βεβοημένη-βεβοημένον
βεβοημένοι-βεβοημέναι-βεβοημένα μεν
βεβοημένοι-βεβοημέναι-βεβοημένα τε
βεβοημένοι-βεβοημέναι-βεβοημένα σι(ν)
 
Ευκτική
βεβοημένος-βεβοημένη-βεβοημένον εην
βεβοημένος-βεβοημένη-βεβοημένον εης
βεβοημένος-βεβοημένη-βεβοημένον εη
βεβοημένοι-βεβοημέναι-βεβοημένα εημεν/ εμεν
βεβοημένοι-βεβοημέναι-βεβοημένα εητε/ ετε
βεβοημένοι-βεβοημέναι-βεβοημένα εησαν/ εεν
 
Προστακτική
---, βεβόησο, βεβοήσθω, ---, βεβόησθε, βεβοήσθων
 
Απαρέμφατο
βεβοσθαι
 
Μετοχή
βεβοημένος-βεβοημένη-βεβοημένον
 
Υπερσυντέλικος
βεβοήμην, βεβόησο, βεβόητο, βεβοήμεθα, βεβόησθε, βεβόηντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου