Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βελτιόω - βελτιῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βελτιόω - βελτιῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βελτιόω - βελτιῶ»
 
βελτιῶ: καλυτερεύω, βελτιώνω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βελτι, βελτιος, βελτιο, βελτιομεν, βελτιοτε, βελτιοσι(ν)
Υποτακτική
βελτι, βελτιος, βελτιο, βελτιμεν, βελτιτε, βελτισι(ν)
Ευκτική
βελτιομι, βελτιος, βελτιο (ή βελτιοίην, βελτιοίης, βελτιοίη), βελτιομεν, βελτιοτε, βελτιοεν
Προστακτική
---, βελτίου, βελτιούτω, ---, βελτιοτε, βελτιούντων
Απαρέμφατο
βελτιον
Μετοχή
βελτιν, βελτιοσα, βελτιον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
βελτιν, το βελτιοντος, τ βελτιοντι, τόν βελτιοντα, βελτιν
ο βελτιοντες, τν βελτιούντων, τος βελτιοσι, τούς βελτιοντας, βελτιοντες
Θηλυκό
βελτιοσα, τς βελτιούσης, τ βελτιούσ, τήν βελτιοσαν, βελτιοσα
α βελτιοσαι, τν βελτιουσν, τας βελτιούσαις, τάς βελτιούσας, βελτιοσαι
Ουδέτερο
τό βελτιον, το βελτιοντος, τ βελτιοντι, τό βελτιον, βελτιον
τά βελτιοντα, τν βελτιούντων, τος βελτιοσι, τά βελτιοντα, βελτιοντα
 
Μέλλοντας
Οριστική
βελτιώσω, βελτιώσεις, βελτιώσει, βελτιώσομεν, βελτιώσετε, βελτιώσουσι(ν)
Ευκτική
βελτιώσοιμι, βελτιώσοις, βελτιώσοι, βελτιώσοιμεν, βελτιώσοιτε, βελτιώσοιεν
Απαρέμφατο
βελτιώσειν
Μετοχή
βελτιώσων, βελτιώσουσα, βελτισον
 
Αόριστος
Οριστική
βελτίωσα, βελτίωσας, βελτίωσε(ν), βελτιώσαμεν, βελτιώσατε, βελτίωσαν
Υποτακτική
βελτιώσω, βελτιώσς, βελτιώσ, βελτιώσωμεν, βελτιώσητε, βελτιώσωσι(ν)
Ευκτική
βελτιώσαιμι, βελτιώσαις ή βελτιώσειας, βελτιώσαι ή βελτιώσειε(ν), βελτιώσαιμεν, βελτιώσαιτε, βελτιώσαιεν ή βελτιώσειαν
Προστακτική
---, βελτίωσον, βελτιωσάτω, ---, βελτιώσατε, βελτιωσάντων ή βελτιωσάτωσαν
Απαρέμφατο
βελτισαι
Μετοχή
βελτιώσας, βελτιώσασα, βελτισαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βελτιομαι, βελτιο, βελτιοται, βελτιούμεθα, βελτιοσθε, βελτιονται
Υποτακτική
βελτιμαι, βελτιο, βελτιται, βελτιώμεθα, βελτισθε, βελτινται
Ευκτική
βελτιοίμην, βελτιοο, βελτιοτο, βελτιοίμεθα, βελτιοσθε, βελτιοντο
Προστακτική
---, βελτιο, βελτιούσθω, ---, βελτιοσθε, βελτιούσθων
Απαρέμφατο
βελτιοσθαι
Μετοχή
βελτιούμενος, βελτιουμένη, βελτιούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
βελτιούμην, βελτιο, βελτιοτο, βελτιούμεθα, βελτιοσθε, βελτιοντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
βελτιώθην, βελτιώθης, βελτιώθη, βελτιώθημεν, βελτιώθητε, βελτιώθησαν
Υποτακτική
βελτιωθ, βελτιωθς, βελτιωθ, βελτιωθμεν, βελτιωθτε, βελτιωθσι(ν)
Ευκτική
βελτιωθείην, βελτιωθείης, βελτιωθείη, βελτιωθεμεν (ή βελτιωθείημεν), βελτιωθετε (ή βελτιωθείητε), βελτιωθεεν (ή βελτιωθείησαν)
Προστακτική
---, βελτιώθητι, βελτιωθήτω, ---, βελτιώθητε, βελτιωθέντων ή βελτιωθήτωσαν
Απαρέμφατο
βελτιωθναι
Μετοχή
βελτιωθείς, βελτιωθεσα, βελτιωθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
βελτιωθείς, το βελτιωθέντος, τ βελτιωθέντι, τόν βελτιωθέντα, βελτιωθείς
ο βελτιωθέντες, τν βελτιωθέντων, τος βελτιωθεσι, τούς βελτιωθέντας, βελτιωθέντες
Θηλυκό
βελτιωθεσα, τς βελτιωθείσης, τ βελτιωθείσ, τήν βελτιωθεσαν, βελτιωθεσα
α βελτιωθεσαι, τν βελτιωθεισν, τας βελτιωθείσαις, τάς βελτιωθείσας, βελτιωθεσαι
Ουδέτερο
τό βελτιωθέν, το βελτιωθέντος, τ βελτιωθέντι, τό βελτιωθέν, βελτιωθέν
τά βελτιωθέντα, τν βελτιωθέντων, τος βελτιωθεσι, τά βελτιωθέντα, βελτιωθέντα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου