Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βεβαιόω - βεβαιῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βεβαιόω - βεβαιῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βεβαιόω - βεβαι»
 
βεβαι: βεβαιώνω, σταθεροποιώ, εξασφαλίζω, εξακριβώνω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βεβαι, βεβαιος, βεβαιο, βεβαιομεν, βεβαιοτε, βεβαιοσι(ν)
Υποτακτική
βεβαι, βεβαιος, βεβαιο, βεβαιμεν, βεβαιτε, βεβαισι(ν)
Ευκτική
βεβαιομι, βεβαιος, βεβαιο (ή βεβαιοίην, βεβαιοίης, βεβαιοίη), βεβαιομεν, βεβαιοτε, βεβαιοεν
Προστακτική
---, βεβαίου, βεβαιούτω, ---, βεβαιοτε, βεβαιούντων
Απαρέμφατο
βεβαιον
Μετοχή
βεβαιν, βεβαιοσα, βεβαιον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
βεβαιν, το βεβαιοντος, τ βεβαιοντι, τόν βεβαιοντα, βεβαιν
ο βεβαιοντες, τν βεβαιούντων, τος βεβαιοσι, τούς βεβαιοντας, βεβαιοντες
 
Θηλυκό
βεβαιοσα, τς βεβαιούσης, τ βεβαιούσ, τήν βεβαιοσαν, βεβαιοσα
α βεβαιοσαι, τν βεβαιουσν, τας βεβαιούσαις, τάς βεβαιούσας, βεβαιοσαι
 
Ουδέτερο
τό βεβαιον, το βεβαιοντος, τ βεβαιοντι, τό βεβαιον, βεβαιον
τά βεβαιοντα, τν βεβαιούντων, τος βεβαιοσι, τά βεβαιοντα, βεβαιοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
βεβαίουν, βεβαίους, βεβαίου, βεβαιομεν, βεβαιοτε, βεβαίουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
βεβαιώσω, βεβαιώσεις, βεβαιώσει, βεβαιώσομεν, βεβαιώσετε, βεβαιώσουσι(ν)
Ευκτική
βεβαιώσοιμι, βεβαιώσοις, βεβαιώσοι, βεβαιώσοιμεν, βεβαιώσοιτε, βεβαιώσοιεν
Απαρέμφατο
βεβαιώσειν
Μετοχή
βεβαιώσων, βεβαιώσουσα, βεβαισον
 
Αόριστος
Οριστική
βεβαίωσα, βεβαίωσας, βεβαίωσε(ν), βεβαιώσαμεν, βεβαιώσατε, βεβαίωσαν
Υποτακτική
βεβαιώσω, βεβαιώσς, βεβαιώσ, βεβαιώσωμεν, βεβαιώσητε, βεβαιώσωσι(ν)
Ευκτική
βεβαιώσαιμι, βεβαιώσαις ή βεβαιώσειας, βεβαιώσαι ή βεβαιώσειε(ν), βεβαιώσαιμεν, βεβαιώσαιτε, βεβαιώσαιεν ή βεβαιώσειαν
Προστακτική
---, βεβαίωσον, βεβαιωσάτω, ---, βεβαιώσατε, βεβαιωσάντων ή βεβαιωσάτωσαν
Απαρέμφατο
βεβαισαι
Μετοχή
βεβαιώσας, βεβαιώσασα, βεβαισαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βεβαιομαι, βεβαιο, βεβαιοται, βεβαιούμεθα, βεβαιοσθε, βεβαιονται
Υποτακτική
βεβαιμαι, βεβαιο, βεβαιται, βεβαιώμεθα, βεβαισθε, βεβαινται
Ευκτική
βεβαιοίμην, βεβαιοο, βεβαιοτο, βεβαιοίμεθα, βεβαιοσθε, βεβαιοντο
Προστακτική
---, βεβαιο, βεβαιούσθω, ---, βεβαιοσθε, βεβαιούσθων
Απαρέμφατο
βεβαιοσθαι
Μετοχή
βεβαιούμενος, βεβαιουμένη, βεβαιούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
βεβαιούμην, βεβαιο, βεβαιοτο, βεβαιούμεθα, βεβαιοσθε, βεβαιοντο
 
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
βεβαιώσομαι, βεβαιώσ ή βεβαιώσει, βεβαιώσεται, βεβαιωσόμεθα, βεβαιώσεσθε, βεβαιώσονται
Ευκτική
βεβαιωσοίμην, βεβαιώσοιο, βεβαιώσοιτο, βεβαιωσοίμεθα, βεβαιώσοισθε, βεβαιώσοιντο
Απαρέμφατο
βεβαιώσεσθαι
Μετοχή
βεβαιωσόμενος, βεβαιωσομένη, βεβαιωσόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
βεβαιωσάμην, βεβαιώσω, βεβαιώσατο, βεβαιωσάμεθα, βεβαιώσασθε, βεβαιώσαντο
Υποτακτική
βεβαιώσωμαι, βεβαιώσ, βεβαιώσηται, βεβαιωσώμεθα, βεβαιώσησθε, βεβαιώσωνται
Ευκτική
βεβαιωσαίμην, βεβαιώσαιο, βεβαιώσαιτο, βεβαιωσαίμεθα, βεβαιώσαισθε, βεβαιώσαιντο
Προστακτική
---, βεβαίωσαι, βεβαιωσάσθω, ---, βεβαιώσασθε, βεβαιωσάσθων ή βεβαιωσάσθωσαν
Απαρέμφατο
βεβαιώσασθαι
Μετοχή
βεβαιωσάμενος, βεβαιωσαμένη, βεβαιωσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
βεβαιώθην, βεβαιώθης, βεβαιώθη, βεβαιώθημεν, βεβαιώθητε, βεβαιώθησαν
Υποτακτική
βεβαιωθ, βεβαιωθς, βεβαιωθ, βεβαιωθμεν, βεβαιωθτε, βεβαιωθσι(ν)
Ευκτική
βεβαιωθείην, βεβαιωθείης, βεβαιωθείη, βεβαιωθείημεν (ή βεβαιωθεμεν), βεβαιωθείητε (ή βεβαιωθετε), βεβαιωθεεν
Προστακτική
---, βεβαιώθητι, βεβαιωθήτω, ---, βεβαιώθητε, βεβαιωθέντων ή βεβαιωθήτωσαν
Απαρέμφατο
βεβαιωθναι
Μετοχή
βεβαιωθείς, βεβαιωθεσα, βεβαιωθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
βεβαιωθείς, το βεβαιωθέντος, τ βεβαιωθέντι, τόν βεβαιωθέντα, βεβαιωθείς
ο βεβαιωθέντες, τν βεβαιωθέντων, τος βεβαιωθεσι, τούς βεβαιωθέντας, βεβαιωθέντες
 
Θηλυκό
βεβαιωθεσα, τς βεβαιωθείσης, τ βεβαιωθείσ, τήν βεβαιωθεσαν, βεβαιωθεσα
α βεβαιωθεσαι, τν βεβαιωθεισν, τας βεβαιωθείσαις, τάς βεβαιωθείσας, βεβαιωθεσαι
 
Ουδέτερο
τό βεβαιωθέν, το βεβαιωθέντος, τ βεβαιωθέντι, τό βεβαιωθέν, βεβαιωθέν
τά βεβαιωθέντα, τν βεβαιωθέντων, τος βεβαιωθεσι, τά βεβαιωθέντα, βεβαιωθέντα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου