Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαδίζω»
(Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο)
Οριστική
βαδίζω, βαδίζεις, βαδίζει, βαδίζομεν, βαδίζετε, βαδίζουσι(ν)
βαδίζω, βαδίζῃς, βαδίζῃ, βαδίζωμεν, βαδίζητε, βαδίζωσι(ν)
βαδίζοιμι, βαδίζοις, βαδίζοι, βαδίζοιμεν, βαδίζοιτε, βαδίζοιεν
Προστακτική
---, βάδιζε, βαδιζέτω, ---, βαδίζετε, βαδιζόντων (ή βαδιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
βαδίζειν
Μετοχή
βαδίζων, βαδίζουσα, βαδίζον
Αρσενικό
ὁ βαδίζων, τοῦ βαδίζοντος, τῷ βαδίζοντι, τόν βαδίζοντα, ὦ βαδίζων
ἡ βαδίζουσα, τῆς βαδιζούσης, τῇ βαδιζούσῃ, τήν βαδίζουσαν, ὦ βαδίζουσα
τό βαδίζον, τοῦ βαδίζοντος, τῷ βαδίζοντι, τό βαδίζον, ὦ βαδίζον
Οριστική
ἐβάδιζον, ἐβάδιζες, ἐβάδιζε, ἐβαδίζομεν, ἐβαδίζετε, ἐβάδιζον
Οριστική
βαδιοῦμαι, βαδιῇ ή βαδιεῖ, βαδιεῖται, βαδιούμεθα, βαδιεῖσθε, βαδιοῦνται
βαδιοίμην, βαδιοῖο, βαδιοῖτο, βαδιοίμεθα, βαδιοῖσθε, βαδιοῖντο
βαδιεῖσθαι
βαδιούμενος, βαδιουμένη, βαδιούμενον
Οριστική
ἐβάδισα, ἐβάδισας, ἐβάδισε(ν), ἐβαδίσαμεν, ἐβαδίσατε, ἐβάδισαν
βαδίσω, βαδίσῃς, βαδίσῃ, βαδίσωμεν, βαδίσητε, βαδίσωσι(ν)
βαδίσαιμι, βαδίσαις ή βαδίσειας, βαδίσαι ή βαδίσειε(ν), βαδίσαιμεν, βαδίσαιτε, βαδίσαιεν ή βαδίσειαν
Προστακτική
---, βάδισον, βαδισάτω, ---, βαδίσατε, βαδισάντων (ή βαδισάτωσαν)
Απαρέμφατο
βαδίσαι
Μετοχή
βαδίσας, βαδίσασα, βαδίσαν
Οριστική
βεβάδικα, βεβάδικας, βεβάδικε, βεβαδίκαμεν, βεβαδίκατε, βεβαδίκασι(ν)
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς ὦ
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς ᾖς
βεβαδικότες- βεβαδικυῖαι- βεβαδικότα ὦμεν
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς εἴην
---
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς ἴσθι
βεβαδικότες- βεβαδικυῖαι- βεβαδικότα ἔστε
βεβαδικέναι
Μετοχή
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς
Οριστική
ἐβεβαδίκειν, ἐβεβαδίκεις, ἐβεβαδίκει, ἐβεβαδίκεμεν, ἐβεβαδίκετε, ἐβεβαδίκεσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου