Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαδίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαδίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαδίζω»
 
βαδίζω: περπατώ, πηγαίνω κανονικά, πορεύομαι, περιφέρομαι
(Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο)
 
Ενεστώτας
Οριστική
βαδίζω, βαδίζεις, βαδίζει, βαδίζομεν, βαδίζετε, βαδίζουσι(ν)
Υποτακτική
βαδίζω, βαδίζῃς, βαδίζῃ, βαδίζωμεν, βαδίζητε, βαδίζωσι(ν)
Ευκτική
βαδίζοιμι, βαδίζοις, βαδίζοι, βαδίζοιμεν, βαδίζοιτε, βαδίζοιεν
Προστακτική
---, βάδιζε, βαδιζέτω, ---, βαδίζετε, βαδιζόντων (ή βαδιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
βαδίζειν
Μετοχή
βαδίζων, βαδίζουσα, βαδίζον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ βαδίζων, τοῦ βαδίζοντος, τῷ βαδίζοντι, τόν βαδίζοντα, ὦ βαδίζων
οἱ βαδίζοντες, τῶν βαδιζόντων, τοῖς βαδίζουσι, τούς βαδίζοντας, ὦ βαδίζοντες
 
Θηλυκό
ἡ βαδίζουσα, τῆς βαδιζούσης, τῇ βαδιζούσῃ, τήν βαδίζουσαν, ὦ βαδίζουσα
αἱ βαδίζουσαι, τῶν βαδιζουσῶν, ταῖς βαδιζούσαις, τάς βαδιζούσας, ὦ βαδίζουσαι
 
Ουδέτερο
τό βαδίζον, τοῦ βαδίζοντος, τῷ βαδίζοντι, τό βαδίζον, ὦ βαδίζον
τά βαδίζοντα, τῶν βαδιζόντων, τοῖς βαδίζουσι, τά βαδίζοντα, ὦ βαδίζοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐβάδιζον, ἐβάδιζες, ἐβάδιζε, ἐβαδίζομεν, ἐβαδίζετε, ἐβάδιζον
 
Μέλλοντας Μέσος (ως ενεργητικός)
Οριστική
βαδιοῦμαι, βαδιῇ ή βαδιεῖ, βαδιεῖται, βαδιούμεθα, βαδιεῖσθε, βαδιοῦνται
Ευκτική
βαδιοίμην, βαδιοῖο, βαδιοῖτο, βαδιοίμεθα, βαδιοῖσθε, βαδιοῖντο
Απαρέμφατο
βαδιεῖσθαι
Μετοχή
βαδιούμενος, βαδιουμένη, βαδιούμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐβάδισα, ἐβάδισας, ἐβάδισε(ν), ἐβαδίσαμεν, ἐβαδίσατε, ἐβάδισαν
Υποτακτική
βαδίσω, βαδίσῃς, βαδίσῃ, βαδίσωμεν, βαδίσητε, βαδίσωσι(ν)
Ευκτική
βαδίσαιμι, βαδίσαις ή βαδίσειας, βαδίσαι ή βαδίσειε(ν), βαδίσαιμεν, βαδίσαιτε, βαδίσαιεν ή βαδίσειαν
Προστακτική
---, βάδισον, βαδισάτω, ---, βαδίσατε, βαδισάντων (ή βαδισάτωσαν)
Απαρέμφατο
βαδίσαι
Μετοχή
βαδίσας, βαδίσασα, βαδίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βεβάδικα, βεβάδικας, βεβάδικε, βεβαδίκαμεν, βεβαδίκατε, βεβαδίκασι(ν)
(ή πεπόρευμαι, πεπόρευσαι, πεπόρευται, πεπορεύμεθα, πεπόρευσθε, πεπόρευνται)
 
Υποτακτική
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς ὦ
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς ᾖς
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς ᾖ
βεβαδικότες- βεβαδικυῖαι- βεβαδικότα ὦμεν
βεβαδικότες- βεβαδικυῖαι- βεβαδικότα ἦτε
βεβαδικότες- βεβαδικυῖαι- βεβαδικότα ὦσι
 
Ευκτική
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς εἴην
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς εἴης
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς εἴη
βεβαδικότες- βεβαδικυῖαι- βεβαδικότα εἶμεν
βεβαδικότες- βεβαδικυῖαι- βεβαδικότα εἶτε
βεβαδικότες- βεβαδικυῖαι- βεβαδικότα εἶεν
 
Προστακτική
---
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς ἴσθι
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς ἔστω
---
βεβαδικότες- βεβαδικυῖαι- βεβαδικότα ἔστε
βεβαδικότες- βεβαδικυῖαι- βεβαδικότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
βεβαδικέναι
Μετοχή
βεβαδικὼς- βεβαδικυῖα- βεβαδικὸς
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐβεβαδίκειν, ἐβεβαδίκεις, ἐβεβαδίκει, ἐβεβαδίκεμεν, ἐβεβαδίκετε, ἐβεβαδίκεσαν
(ή ἐπεπορεύμην, ἐπεπόρευσο, ἐπεπόρευτο, ἐπεπορεύμεθα, ἐπεπόρευσθε, ἐπεπόρευντο)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου