Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βάπτω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βάπτω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βάπτω»
 
βάπτω: βυθίζω στο νερό, βουτάω, βάφω, βυθίζω στη βαφή
(Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βάπτω, βάπτεις, βάπτει, βάπτομεν, βάπτετε, βάπτουσι(ν)
Υποτακτική
βάπτω, βάπτς, βάπτ, βάπτωμεν, βάπτητε, βάπτωσι(ν)
Ευκτική
βάπτοιμι, βάπτοις, βάπτοι, βάπτοιμεν, βάπτοιτε, βάπτοιεν
Προστακτική
---, βάπτε, βαπτέτω, ---, βάπτετε, βαπτόντων (ή βαπτέτωσαν)
Απαρέμφατο
βάπτειν
Μετοχή
βάπτων, βάπτουσα, βάπτον
 
Παρατατικός
Οριστική
βαπτον, βαπτες, βαπτε, βάπτομεν, βάπτετε, βαπτον
 
Μέλλοντας
Οριστική
βάψω, βάψεις, βάψει, βάψομεν, βάψετε, βάψουσι(ν)
Ευκτική
βάψοιμι, βάψοις, βάψοι, βάψοιμεν, βάψοιτε, βάψοιεν
Απαρέμφατο
βάψειν
Μετοχή
βάψων, βάψουσα, βάψον
 
Αόριστος
Οριστική
βαψα, βαψας, βαψε(ν), βάψαμεν, βάψατε, βαψαν
Υποτακτική
βάψω, βάψς, βάψ, βάψωμεν, βάψητε, βάψωσι(ν)
Ευκτική
βάψαιμι, βάψαις ή βάψειας, βάψαι ή βάψειε(ν), βάψαιμεν, βάψαιτε, βάψαιεν ή βάψειαν
Προστακτική
---, βάψον, βαψάτω, ---, βάψατε, βαψάντων (ή βαψάτωσαν)
Απαρέμφατο
βάψαι
Μετοχή
βάψας, βάψασα, βάψαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βάπτομαι, βάπτ ή βάπτει, βάπτεται, βαπτόμεθα, βάπτεσθε, βάπτονται
Υποτακτική
βάπτωμαι, βάπτ, βάπτηται, βαπτώμεθα, βάπτησθε, βάπτωνται
Ευκτική
βαπτοίμην, βάπτοιο, βάπτοιτο, βαπτοίμεθα, βάπτοισθε, βάπτοιντο
Προστακτική
---, βάπτου, βαπτέσθω, ---, βάπτεσθε, βαπτέσθων ή βαπτέσθωσαν
Απαρέμφατο
βάπτεσθαι
Μετοχή
βαπτόμενος
βαπτομένη
βαπτόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
βαπτόμην, βάπτου, βάπτετο, βαπτόμεθα, βάπτεσθε, βάπτοντο
 
Μέλλοντας Μέσος
Οριστική
βάψομαι, βάψ ή βάψει, βάψεται, βαψόμεθα, βάψεσθε, βάψονται
Ευκτική
βαψοίμην, βάψοιο, βάψοιτο, βαψοίμεθα, βάψοισθε, βάψοιντο
Απαρέμφατο
βάψεσθαι
Μετοχή
βαψόμενος
βαψομένη
βαψόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας Β΄
Οριστική
βαφήσομαι, βαφήσ ή βαφήσει, βαφήσεται, βαφησόμεθα, βαφήσεσθε, βαφήσονται
Ευκτική
βαφησοίμην, βαφήσοιο, βαφήσοιτο, βαφησοίμεθα, βαφήσοισθε, βαφήσοιντο
Απαρέμφατο
βαφήσεσθαι
Μετοχή
βαφησόμενος
βαφησομένη
βαφησόμενον
 
Αόριστος Μέσος
Οριστική
βαψάμην, βάψω, βάψατο, βαψάμεθα, βάψασθε, βάψαντο
Υποτακτική
βάψωμαι, βάψ, βάψηται, βαψώμεθα, βάψησθε, βάψωνται
Ευκτική
βαψαίμην, βάψαιο, βάψαιτο, βαψαίμεθα, βάψαισθε, βάψαιντο
Προστακτική
---, βάψαι, βαψάσθω, ---, βάψασθε, βαψάσθων ή βαψάσθωσαν
Απαρέμφατο
βάψασθαι
Μετοχή
βαψάμενος
βαψαμένη
βαψάμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
βάφθην, βάφθης, βάφθη, βάφθημεν, βάφθητε, βάφθησαν
Υποτακτική
βαφθ, βαφθς, βαφθ, βαφθμεν, βαφθτε, βαφθσι(ν)
Ευκτική
βαφθείην, βαφθείης, βαφθείη, βαφθείημεν ή βαφθεμεν, βαφθείητε ή βαφθετε, βαφθείησαν ή βαφθεεν
Προστακτική
---, βάφθητι, βαφθήτω, ---, βάφθητε, βαφθέντων ή βαφθήτωσαν
Απαρέμφατο
βαφθναι
Μετοχή
βαφθείς
βαφθεσα
βαφθέν
 
Παθητικός Αόριστος B΄
Οριστική
βάφην, βάφης, βάφη, βάφημεν, βάφητε, βάφησαν
Υποτακτική
βαφ, βαφς, βαφ, βαφμεν, βαφτε, βαφσι(ν)
Ευκτική
βαφείην, βαφείης, βαφείη, βαφείημεν ή βαφεμεν, βαφείητε ή βαφετε, βαφείησαν ή βαφεεν
Προστακτική
---, βάφηθι, βαφήτω, ---, βάφητε, βαφέντων ή βαφήτωσαν
Απαρέμφατο
βαφναι
Μετοχή
βαφείς
βαφεσα
βαφέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βέβαμμαι, βέβαψαι, βέβαπται, βεβάμμεθα, βέβαφθε, βεβαμμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
βεβαμμένος- βεβαμμένη- βεβαμμένον
βεβαμμένος- βεβαμμένη- βεβαμμένον ς
βεβαμμένος- βεβαμμένη- βεβαμμένον
βεβαμμένοι- βεβαμμέναι- βεβαμμένα μεν
βεβαμμένοι- βεβαμμέναι- βεβαμμένα τε
βεβαμμένοι- βεβαμμέναι- βεβαμμένα σι
 
Ευκτική
βεβαμμένος- βεβαμμένη- βεβαμμένον εην
βεβαμμένος- βεβαμμένη- βεβαμμένον εης
βεβαμμένος- βεβαμμένη- βεβαμμένον εη
βεβαμμένοι- βεβαμμέναι- βεβαμμένα εημεν (εμεν)
βεβαμμένοι- βεβαμμέναι- βεβαμμένα εητε (ετε)
βεβαμμένοι- βεβαμμέναι- βεβαμμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, βέβαψο, βεβάφθω, ---, βέβαφθε, βεβάφθων ή βεβάφθωσαν
 
Απαρέμφατο
βεβάφθαι
Μετοχή
βεβαμμένος,
βεβαμμένη,
βεβαμμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
βεβάμμην, βέβαψο, βέβαπτο, βεβάμμεθα, βέβαφθε, βεβαμμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου