Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βάπτω»
(Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο)
Οριστική
βάπτω, βάπτεις, βάπτει, βάπτομεν, βάπτετε, βάπτουσι(ν)
βάπτω, βάπτῃς, βάπτῃ, βάπτωμεν, βάπτητε, βάπτωσι(ν)
βάπτοιμι, βάπτοις, βάπτοι, βάπτοιμεν, βάπτοιτε, βάπτοιεν
Προστακτική
---, βάπτε, βαπτέτω, ---, βάπτετε, βαπτόντων (ή βαπτέτωσαν)
Απαρέμφατο
βάπτειν
Μετοχή
βάπτων, βάπτουσα, βάπτον
Οριστική
ἔβαπτον, ἔβαπτες, ἔβαπτε, ἐβάπτομεν, ἐβάπτετε, ἔβαπτον
Οριστική
βάψω, βάψεις, βάψει, βάψομεν, βάψετε, βάψουσι(ν)
βάψοιμι, βάψοις, βάψοι, βάψοιμεν, βάψοιτε, βάψοιεν
Απαρέμφατο
βάψειν
Μετοχή
βάψων, βάψουσα, βάψον
Οριστική
ἔβαψα, ἔβαψας, ἔβαψε(ν), ἐβάψαμεν, ἐβάψατε, ἔβαψαν
βάψω, βάψῃς, βάψῃ, βάψωμεν, βάψητε, βάψωσι(ν)
βάψαιμι, βάψαις ή βάψειας, βάψαι ή βάψειε(ν), βάψαιμεν, βάψαιτε, βάψαιεν ή βάψειαν
Προστακτική
---, βάψον, βαψάτω, ---, βάψατε, βαψάντων (ή βαψάτωσαν)
Απαρέμφατο
βάψαι
Μετοχή
βάψας, βάψασα, βάψαν
Οριστική
βάπτομαι, βάπτῃ ή βάπτει, βάπτεται, βαπτόμεθα, βάπτεσθε, βάπτονται
βάπτωμαι, βάπτῃ, βάπτηται, βαπτώμεθα, βάπτησθε, βάπτωνται
βαπτοίμην, βάπτοιο, βάπτοιτο, βαπτοίμεθα, βάπτοισθε, βάπτοιντο
Προστακτική
---, βάπτου, βαπτέσθω, ---, βάπτεσθε, βαπτέσθων ή βαπτέσθωσαν
Απαρέμφατο
βάπτεσθαι
Μετοχή
βαπτόμενος
βαπτομένη
βαπτόμενον
Οριστική
ἐβαπτόμην, ἐβάπτου, ἐβάπτετο, ἐβαπτόμεθα, ἐβάπτεσθε, ἐβάπτοντο
Οριστική
βάψομαι, βάψῃ ή βάψει, βάψεται, βαψόμεθα, βάψεσθε, βάψονται
βαψοίμην, βάψοιο, βάψοιτο, βαψοίμεθα, βάψοισθε, βάψοιντο
Απαρέμφατο
βάψεσθαι
Μετοχή
βαψόμενος
βαψομένη
βαψόμενον
Οριστική
βαφήσομαι, βαφήσῃ ή βαφήσει, βαφήσεται, βαφησόμεθα, βαφήσεσθε, βαφήσονται
βαφησοίμην, βαφήσοιο, βαφήσοιτο, βαφησοίμεθα, βαφήσοισθε, βαφήσοιντο
Απαρέμφατο
βαφήσεσθαι
Μετοχή
βαφησόμενος
βαφησομένη
βαφησόμενον
Οριστική
ἐβαψάμην, ἐβάψω, ἐβάψατο, ἐβαψάμεθα, ἐβάψασθε, ἐβάψαντο
βάψωμαι, βάψῃ, βάψηται, βαψώμεθα, βάψησθε, βάψωνται
βαψαίμην, βάψαιο, βάψαιτο, βαψαίμεθα, βάψαισθε, βάψαιντο
Προστακτική
---, βάψαι, βαψάσθω, ---, βάψασθε, βαψάσθων ή βαψάσθωσαν
Απαρέμφατο
βάψασθαι
Μετοχή
βαψάμενος
βαψαμένη
βαψάμενον
Οριστική
ἐβάφθην, ἐβάφθης, ἐβάφθη, ἐβάφθημεν, ἐβάφθητε, ἐβάφθησαν
βαφθῶ, βαφθῇς, βαφθῇ, βαφθῶμεν, βαφθῆτε, βαφθῶσι(ν)
βαφθείην, βαφθείης, βαφθείη, βαφθείημεν ή βαφθεῖμεν, βαφθείητε ή βαφθεῖτε, βαφθείησαν ή βαφθεῖεν
---, βάφθητι, βαφθήτω, ---, βάφθητε, βαφθέντων ή βαφθήτωσαν
Απαρέμφατο
βαφθῆναι
βαφθείς
βαφθεῖσα
Οριστική
ἐβάφην, ἐβάφης, ἐβάφη, ἐβάφημεν, ἐβάφητε, ἐβάφησαν
βαφῶ, βαφῇς, βαφῇ, βαφῶμεν, βαφῆτε, βαφῶσι(ν)
βαφείην, βαφείης, βαφείη, βαφείημεν ή βαφεῖμεν, βαφείητε ή βαφεῖτε, βαφείησαν ή βαφεῖεν
---, βάφηθι, βαφήτω, ---, βάφητε, βαφέντων ή βαφήτωσαν
Απαρέμφατο
βαφῆναι
βαφείς
βαφεῖσα
Οριστική
βέβαμμαι, βέβαψαι, βέβαπται, βεβάμμεθα, βέβαφθε, βεβαμμένοι εἰσί(ν)
βεβαμμένος- βεβαμμένη- βεβαμμένον ὦ
βεβαμμένος- βεβαμμένη- βεβαμμένον ᾖς
βεβαμμένοι- βεβαμμέναι- βεβαμμένα ὦμεν
βεβαμμένος- βεβαμμένη- βεβαμμένον εἴην
---, βέβαψο, βεβάφθω, ---, βέβαφθε, βεβάφθων ή βεβάφθωσαν
βεβάφθαι
Μετοχή
βεβαμμένος,
βεβαμμένη,
βεβαμμένον
Οριστική
ἐβεβάμμην, ἐβέβαψο, ἐβέβαπτο, ἐβεβάμμεθα, ἐβέβαφθε, βεβαμμένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου