Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐλπίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐλπίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λπίζω»
 
λπίζω: ελπίζω, προσδοκώ, περιμένω
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λπίζω, λπίζεις, λπίζει, λπίζομεν, λπίζετε, λπίζουσι(ν)
Υποτακτική
λπίζω, λπίζς, λπίζ, λπίζωμεν, λπίζητε, λπίζωσι(ν)
Ευκτική
λπίζοιμι, λπίζοις, λπίζοι, λπίζοιμεν, λπίζοιτε, λπίζοιεν
Προστακτική
---, λπιζε, λπιζέτω, ---, λπίζετε, λπιζόντων (ή λπιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
λπίζειν
Μετοχή
λπίζων, λπίζουσα, λπίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
λπιζον, λπιζες, λπιζε, λπίζομεν, λπίζετε, λπιζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
λπι, λπιες, λπιε, λπιομεν, λπιετε, λπιοσι(ν)
& λπίσω, λπίσεις, λπίσει, λπίσομεν, λπίσετε, λπίσουσι(ν)
Ευκτική
λπιομι, λπιος, λπιολπιοίην, λπιοίης, λπιοίη), λπιομεν, λπιοτε, λπιοεν
& λπίσοιμι, λπίσοις, λπίσοι, λπίσοιμεν, λπίσοιτε, λπίσοιεν
Απαρέμφατο
λπιεν & λπίσειν
Μετοχή
λπιν, λπιοσα, λπιον & λπίσων, λπίσουσα, λπίσον
 
Αόριστος
Οριστική
λπισα, λπισας, λπισε(ν), λπίσαμεν, λπίσατε, λπισαν
Υποτακτική
λπίσω, λπίσς, λπίσ, λπίσωμεν, λπίσητε, λπίσωσι(ν)
Ευκτική
λπίσαιμι, λπίσαις ή λπίσειας, λπίσαι ή λπίσειε(ν), λπίσαιμεν, λπίσαιτε, λπίσαιεν ή λπίσειαν
Προστακτική
---, λπισον, λπισάτω, ---, λπίσατε, λπισάντων (ή λπισάτωσαν)
Απαρέμφατο
λπίσαι
Μετοχή
λπίσας, λπίσασα, λπίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
λπικα, λπικας, λπικε, λπίκαμεν, λπίκατε, λπίκασι(ν)
 
Υποτακτική
λπικώς- λπικυα- λπικός
λπικώς- λπικυα- λπικός ς
λπικώς- λπικυα- λπικός
λπικότες- λπικυαι- λπικότα μεν
λπικότες- λπικυαι- λπικότα τε
λπικότες- λπικυαι- λπικότα σι
 
Ευκτική
λπικώς- λπικυα- λπικός εην
λπικώς- λπικυα- λπικός εης
λπικώς- λπικυα- λπικός εη
λπικότες- λπικυαι- λπικότα εημεν (εμεν)
λπικότες- λπικυαι- λπικότα εητε (ετε)
λπικότες- λπικυαι- λπικότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
λπικώς- λπικυα- λπικός σθι
λπικώς- λπικυα- λπικός στω
---
λπικότες- λπικυαι- λπικότα στε
λπικότες- λπικυαι- λπικότα στων
 
Απαρέμφατο
λπικέναι
Μετοχή
λπικώς, λπικυα, λπικός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
λπίκειν, λπίκεις, λπίκει, λπίκεμεν, λπίκετε, λπίκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λπίζομαι, λπίζ ή λπίζει, λπίζεται, λπιζόμεθα, λπίζεσθε, λπίζονται
Υποτακτική
λπίζωμαι, λπίζ, λπίζηται, λπιζώμεθα, λπίζησθε, λπίζωνται
Ευκτική
λπιζοίμην, λπίζοio, λπίζοιτο, λπιζοίμεθα, λπίζοισθε, λπίζοιντο
Προστακτική
---, λπίζου, λπιζέσθω, ---, λπίζεσθε, λπιζέσθων (ή λπιζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
λπίζεσθαι
Μετοχή
λπιζόμενος, λπιζομένη, λπιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
λπιζόμην, λπίζου, λπίζετο, λπιζόμεθα, λπίζεσθε, λπίζοντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
λπίσθην, λπίσθης, λπίσθη, λπίσθημεν, λπίσθητε, λπίσθησαν
Υποτακτική
λπισθ, λπισθς, λπισθ, λπισθμεν, λπισθτε, λπισθσι(ν)
Ευκτική
λπισθείην, λπισθείης, λπισθείη, λπισθείημεν (ή λπισθεμεν), λπισθείητε (ή λπισθετε), λπισθείησαν (ή λπισθεεν)
Προστακτική
---, λπίσθητι, λπισθήτω, ---, λπίσθητε, λπισθέντων (ή λπισθήτωσαν)
Απαρέμφατο
λπισθναι
Μετοχή
λπισθείς, λπισθεσα, λπισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
λπισμαι, λπισαι, λπισται, λπίσμεθα, λπισθε, λπισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
λπισμένος- λπισμένη- λπισμένον
λπισμένος- λπισμένη- λπισμένον ς
λπισμένος- λπισμένη- λπισμένον
λπισμένοι- λπισμέναι- λπισμένα μεν
λπισμένοι- λπισμέναι- λπισμένα τε
λπισμένοι- λπισμέναι- λπισμένα σι
 
Ευκτική
λπισμένος- λπισμένη- λπισμένον εην
λπισμένος- λπισμένη- λπισμένον εης
λπισμένος- λπισμένη- λπισμένον εη
λπισμένοι- λπισμέναι- λπισμένα εημεν (εμεν)
λπισμένοι- λπισμέναι- λπισμένα εητε (ετε)
λπισμένοι- λπισμέναι- λπισμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, λπισο, λπίσθω, ---, λπισθε, λπίσθων
 
Απαρέμφατο
λπίσθαι
Μετοχή
λπισμένος, λπισμένη, λπισμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου