Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐλαβοῦμαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐλαβοῦμαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ελαβομαι»
 
ελαβομαι: σέβομαι, τιμώ, φοβάμαι, φυλάσσομαι
 
Ενεστώτας
Οριστική
ελαβομαι, ελαβ ή ελαβε, ελαβεται, ελαβούμεθα, ελαβεσθε, ελαβονται
Υποτακτική
ελαβμαι, ελαβ, ελαβται, ελαβώμεθα, ελαβσθε, ελαβνται
Ευκτική
ελαβοίμην, ελαβοο, ελαβοτο, ελαβοίμεθα, ελαβοσθε, ελαβοντο
Προστακτική
---, ελαβο, ελαβείσθω, ---, ελαβεσθε, ελαβείσθων
Απαρέμφατο
ελαβεσθαι
Μετοχή
ελαβούμενος
ελαβουμένη
ελαβούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ηλαβούμην, ηλαβο, ηλαβετο, ηλαβούμεθα, ηλαβεσθε, ηλαβοντο
 
Μέλλοντας (Μέσος)
Οριστική
ελαβήσομαι, ελαβήσ ή ελαβήσει, ελαβήσεται, ελαβησόμεθα, ελαβήσεσθε, ελαβήσονται
Ευκτική
ελαβησοίμην, ελαβήσοιο, ελαβήσοιτο, ελαβησοίμεθα, ελαβήσοισθε, ελαβήσοιντο
Απαρέμφατο
ελαβήσεσθαι
Μετοχή
ελαβησόμενος
ελαβησομένη
ελαβησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος (Α΄)
Οριστική
ηλαβήθην, ηλαβήθης, ηλαβήθη, ηλαβήθημεν, ηλαβήθητε, ηλαβήθησαν
Υποτακτική
ελαβηθ, ελαβηθς, ελαβηθ, ελαβηθμεν, ελαβηθτε, ελαβηθσι(ν)
Ευκτική
ελαβηθείην, ελαβηθείης, ελαβηθείη, ελαβηθεμεν ή ελαβηθείημεν, ελαβηθετε ή ελαβηθείητε, ελαβηθεεν ή ελαβηθείησαν
Προστακτική
---, ελαβήθητι, ελαβηθήτω, ---, ελαβήθητε, ελαβηθέντων ή ελαβηθήτωσαν
Απαρέμφατο
ελαβηθναι
Μετοχή
ελαβηθείς
ελαβηθεσα
ελαβηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ηλάβημαι, ηλάβησαι, ηλάβηται, ηλαβήμεθα, ηλάβησθε, ηλάβηνται
 
Υποτακτική
ηλαβημένος-ηλαβημένη-ηλαβημένον
ηλαβημένος-ηλαβημένη-ηλαβημένον ς
ηλαβημένος-ηλαβημένη-ηλαβημένον
ηλαβημένοι-ηλαβημέναι-ηλαβημένα μεν
ηλαβημένοι-ηλαβημέναι-ηλαβημένα τε
ηλαβημένοι-ηλαβημέναι-ηλαβημένα σι(ν)
 
Ευκτική
ηλαβημένος-ηλαβημένη-ηλαβημένον εην
ηλαβημένος-ηλαβημένη-ηλαβημένον εης
ηλαβημένος-ηλαβημένη-ηλαβημένον εη
ηλαβημένοι-ηλαβημέναι-ηλαβημένα εμεν ή εημεν
ηλαβημένοι-ηλαβημέναι-ηλαβημένα ετε ή εητε
ηλαβημένοι-ηλαβημέναι-ηλαβημένα εεν ή εησαν
 
Προστακτική
---, ηλάβησο, ηλαβήσθω, ---, ηλάβησθε, ηλαβήσθων
 
Απαρέμφατο
ηλαβσθαι
Μετοχή
ηλαβημένος
ηλαβημένη
ηλαβημένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ηλαβήμην, ηλάβησο, ηλάβητο, ηλαβήμεθα, ηλάβησθε, ηλάβηντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου