Deborah Velasquez
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἑστιάω - ἑστιῶ»
ἑστιῶ: φιλοξενώ, παραθέτω γεύμα
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ἑστιῶ, ἑστιᾷς, ἑστιᾷ, ἑστιῶμεν, ἑστιᾶτε, ἑστιῶσι(ν)
Υποτακτική
ἑστιῶ, ἑστιᾷς, ἑστιᾷ, ἑστιῶμεν, ἑστιᾶτε, ἑστιῶσι(ν)
Ευκτική
ἑστιῷμι, ἑστιῷς, ἑστιῷ ή ἑστιῴην, ἑστιῴης, ἑστιῴη, ἑστιῷμεν, ἑστιῷτε, ἑστιῷεν
Προστακτική
---, ἑστία, ἑστιάτω, ---, ἑστιᾶτε, ἑστιώντων
Απαρέμφατο
ἑστιᾶν
Μετοχή
ἑστιῶν, ἑστιῶσα, ἑστιῶν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ἑστιῶν, τοῦ ἑστιῶντος, τῷ ἑστιῶντι, τόν ἑστιῶντα, ὦ ἑστιῶν
οἱ ἑστιῶντες, τῶν ἑστιώντων, τοῖς ἑστιῶσι(ν), τούς ἑστιῶντας, ὦ ἑστιῶντες
Θηλυκό
ἡ ἑστιῶσα, τῆς ἑστιώσης, τῇ ἑστιώσῃ, τήν ἑστιῶσαν, ὦ ἑστιῶσα
αἱ ἑστιῶσαι, τῶν ἑστιωσῶν, ταῖς ἑστιώσαις, τάς ἑστιώσας, ὦ ἑστιῶσαι
Ουδέτερο
τό ἑστιῶν, τοῦ ἑστιῶντος, τῷ ἑστιῶντι, τό ἑστιῶν, ὦ ἑστιῶν
τά ἑστιῶντα, τῶν ἑστιώντων, τοῖς ἑστιῶσι(ν), τά ἑστιῶντα, ὦ ἑστιῶντα
Παρατατικός
Οριστική
εἱστίων, εἱστίας, εἱστία, εἱστιῶμεν, εἱστιᾶτε, εἱστίων
Μέλλοντας
Οριστική
ἑστιάσω, ἑστιάσεις, ἑστιάσει, ἑστιάσομεν, ἑστιάσετε, ἑστιάσουσι(ν)
Ευκτική
ἑστιάσοιμι, ἑστιάσοις, ἑστιάσοι, ἑστιάσοιμεν, ἑστιάσοιτε, ἑστιάσοιεν
Απαρέμφατο
ἑστιάσειν
Μετοχή
ἑστιάσων, ἑστιάσουσα, ἑστιᾶσον
Αόριστος
Οριστική
εἱστίασα, εἱστίας, εἱστίασε(ν), εἱστιάσαμεν, εἱστιάσατε, εἱστίασαν
Υποτακτική
ἑστιάσω, ἑστιάσῃς, ἑστιάσῃ, ἑστιάσωμεν, ἑστιάσητε, ἑστιάσωσι(ν)
Ευκτική
ἑστιάσαιμι, ἑστιάσαις ή ἑστιάσειας, ἑστιάσαι ή ἑστιάσειε(ν), ἑστιάσαιμεν, ἑστιάσαιτε, ἑστιάσαιεν ή ἑστιάσειαν
Προστακτική
---, ἑστίασον, ἑστιασάτω, ---, ἑστιάσατε, ἑστιασάντων (ή ἑστιασάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἑστιᾶσαι
Μετοχή
ἑστιάσας, ἑστιάσασα, ἑστιᾶσαν
Παρακείμενος
Οριστική
εἱστίακα, εἱστίακας, εἱστίακε, εἱστιάκαμεν, εἱστιάκατε, εἱστιάκασι(ν)
Υποτακτική
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός ὦ
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός ᾖς
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός ᾖ
εἱστιακότες-εἱστιακυῖαι-εἱστιακότα ὦμεν
εἱστιακότες-εἱστιακυῖαι-εἱστιακότα ἦτε
εἱστιακότες-εἱστιακυῖαι-εἱστιακότα ὦσι(ν)
Ευκτική
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός εἴην
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός εἴης
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός εἴη
εἱστιακότες-εἱστιακυῖαι-εἱστιακότα εἴημεν / εἶμεν
εἱστιακότες-εἱστιακυῖαι-εἱστιακότα εἴητε / εἶτε
εἱστιακότες-εἱστιακυῖαι-εἱστιακότα εἴησαν / εἶεν
Προστακτική
---
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός ἴσθι
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός ἔστω
---
εἱστιακότες-εἱστιακυῖαι-εἱστιακότα ἔστε
εἱστιακότες-εἱστιακυῖαι-εἱστιακότα ἔστων
Απαρέμφατο
εἱστιακέναι
Μετοχή
εἱστιακώς, εἱστιακυῖα, εἱστιακός
Υπερσυντέλικος
Οριστική
εἱστιάκειν, εἱστιάκεις, εἱστιάκει, εἱστιάκεμεν, εἱστιάκετε, εἱστιάκεσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ἑστιῶμαι, ἑστιᾷ, ἑστιᾶται, ἑστιώμεθα, ἑστιᾶσθε, ἑστιῶνται
Υποτακτική
ἑστιῶμαι, ἑστιᾷ, ἑστιᾶται, ἑστιώμεθα, ἑστιᾶσθε, ἑστιῶνται
Ευκτική
ἑστιῴμην, ἑστιῷο, ἑστιῷτο, ἑστιῴμεθα, ἑστιῷσθε, ἑστιῷντο
Προστακτική
---, ἑστιῶ, ἑστιάσθω, ---, ἑστιᾶσθε, ἑστιάσθων
Απαρέμφατο
ἑστιᾶσθαι
Μετοχή
ἑστιώμενος, ἑστιωμένη, ἑστιώμενον
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ἑστιώμενος, τοῦ ἑστιωμένου, τῷ ἑστιωμένῳ, τόν ἑστιώμενον, ὦ ἑστιώμενε
οἱ ἑστιώμενοι, τῶν ἑστιωμένων, τοῖς ἑστιωμένοις, τούς ἑστιωμένους, ὦ ἑστιώμενοι
Θηλυκό
ἡ ἑστιωμένη, τῆς ἑστιωμένης, τῇ ἑστιωμένῃ, τήν ἑστιωμένην, ὦ ἑστιωμένη
αἱ ἑστιώμεναι, τῶν ἑστιωμένων, ταῖς ἑστιωμέναις, τάς ἑστιωμένας, ὦ ἑστιώμεναι
Ουδέτερο
τό ἑστιώμενον, τοῦ ἑστιωμένου, τῷ ἑστιωμένῳ, τό ἑστιώμενον, ὦ ἑστιώμενον
τά ἑστιώμενα, τῶν ἑστιωμένων, τοῖς ἑστιωμένοις, τά ἑστιώμενα, ὦ ἑστιώμενα
Παρατατικός
Οριστική
εἱστιώμην, εἱστιῶ, εἱστιᾶτο, εἱστιώμεθα, εἱστιᾶσθε, εἱστιῶντο
Μέλλοντας Μέσος
Οριστική
ἑστιάσομαι, ἑστιάσῃ ή ἑστιάσει, ἑστιάσεται, ἑστιασόμεθα, ἑστιάσεσθε, ἑστιάσονται
Ευκτική
ἑστιασοίμην, ἑστιάσοιο, ἑστιάσοιτο, ἑστιασοίμεθα, ἑστιάσοισθε, ἑστιάσοιντο
Απαρέμφατο
ἑστιάσεσθαι
Μετοχή
ἑστιασόμενος, ἑστιασομένη, ἑστιασόμενον
Παθητικός
Μέλλοντας
Οριστική
ἑστιαθήσομαι, ἑστιαθήσει, ἑστιαθήσεται, ἑστιαθησόμεθα, ἑστιαθήσεσθε, ἑστιαθήσονται
Ευκτική
ἑστιαθησοίμην, ἑστιαθήσοιο, ἑστιαθήσοιτο, ἑστιαθησοίμεθα, ἑστιαθήσοισθε, ἑστιαθήσοιντο
Απαρέμφατο
ἑστιαθήσεσθαι
Μετοχή
ἑστιαθησόμενος, ἑστιαθησομένη, ἑστιαθησόμενον
Αόριστος Μέσος
Οριστική
εἱστιασάμην, εἱστιάσω, εἱστιάσατο, εἱστιασάμεθα, εἱστιάσασθε, εἱστιάσαντο
Υποτακτική
ἑστιάσωμαι, ἑστιάσῃ, ἑστιάσηται, ἑστιασώμεθα, ἑστιάσησθε, ἑστιάσωνται
Ευκτική
ἑστιασαίμην, ἑστιάσαιο, ἑστιάσαιτο, ἑστιασαίμεθα, ἑστιάσαισθε, ἑστιάσαιντο
Προστακτική
---, ἑστίασαι, ἑστιασάσθω, ---, ἑστιάσασθε, ἑστιασάσθων
Απαρέμφατο
ἑστιάσασθαι
Μετοχή
ἑστιασάμενος, ἑστιασαμένη, ἑστιασάμενον
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
εἱστιάθην, εἱστιάθης, εἱστιάθη, εἱστιάθημεν, εἱστιάθητε, εἱστιάθησαν
Υποτακτική
ἑστιαθῶ, ἑστιαθῇς, ἑστιαθῇ, ἑστιαθῶμεν, ἑστιαθῆτε, ἑστιαθῶσι(ν)
Ευκτική
ἑστιαθείην, ἑστιαθείης, ἑστιαθείη, ἑστιαθεῖμεν, ἑστιαθεῖτε, ἑστιαθεῖεν
Προστακτική
---, ἑστιάθητι, ἑστιαθήτω, ---, ἑστιάθητε, ἑστιαθέντων ή ἑστιαθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἑστιαθῆναι
Μετοχή
ἑστιαθείς, ἑστιαθεῖσα, ἑστιαθέν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ἑστιαθείς, τοῦ ἑστιαθέντος, τῷ ἑστιαθέντι, τόν ἑστιαθέντα, ὦ ἑστιαθείς
οἱ ἑστιαθέντες, τῶν ἑστιαθέντων, τοῖς ἑστιαθεῖσι(ν), τούς ἑστιαθέντας, ὦ ἑστιαθέντες
Θηλυκό
ἡ ἑστιαθεῖσα, τῆς ἑστιαθείσης, τῇ ἑστιαθείσῃ, τήν ἑστιαθεῖσαν, ὦ ἑστιαθεῖσα
αἱ ἑστιαθεῖσαι, τῶν ἑστιαθεισῶν, ταῖς ἑστιαθείσαις, τάς ἑστιαθείσας, ὦ ἑστιαθεῖσαι
Ουδέτερο
τό ἑστιαθέν, τοῦ ἑστιαθέντος, τῷ ἑστιαθέντι, τό ἑστιαθέν, ὦ ἑστιαθέν
τά ἑστιαθέντα, τῶν ἑστιαθέντων, τοῖς ἑστιαθεῖσι(ν), τά ἑστιαθέντα, ὦ ἑστιαθέντα
Παρακείμενος Μέσος
Οριστική
εἱστίαμαι, εἱστίασαι, εἱστίαται, εἱστιαμέθα, εἱστίασθε, εἱστίανται
Υποτακτική
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον ὦ
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον ᾖς
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον ᾖ
εἱστιαμένοι-εἱστιαμέναι-εἱστιαμένα ὦμεν
εἱστιαμένοι-εἱστιαμέναι-εἱστιαμένα ἦτε
εἱστιαμένοι-εἱστιαμέναι-εἱστιαμένα ὦσι(ν)
Ευκτική
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον εἴην
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον εἴης
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον εἴη
εἱστιαμένοι-εἱστιαμέναι-εἱστιαμένα εἶμεν
εἱστιαμένοι-εἱστιαμέναι-εἱστιαμένα εἶτε
εἱστιαμένοι-εἱστιαμέναι-εἱστιαμένα εἶεν
Προστακτική
---, εἱστίασο, εἱστιάσθω, ---, εἱστίασθε, εἱστιάσθων
Απαρέμφατο
εἱστιᾶσθαι
Μετοχή
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον
Υπερσυντέλικος
Οριστική
εἱστιάμην, εἱστίασο, εἱστίατο, εἱστιαμέθα, εἱστίασθε, εἱστίαντο
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἑστιάω - ἑστιῶ»
Οριστική
ἑστιῶ, ἑστιᾷς, ἑστιᾷ, ἑστιῶμεν, ἑστιᾶτε, ἑστιῶσι(ν)
ἑστιῶ, ἑστιᾷς, ἑστιᾷ, ἑστιῶμεν, ἑστιᾶτε, ἑστιῶσι(ν)
ἑστιῷμι, ἑστιῷς, ἑστιῷ ή ἑστιῴην, ἑστιῴης, ἑστιῴη, ἑστιῷμεν, ἑστιῷτε, ἑστιῷεν
---, ἑστία, ἑστιάτω, ---, ἑστιᾶτε, ἑστιώντων
ἑστιᾶν
ἑστιῶν, ἑστιῶσα, ἑστιῶν
Αρσενικό
ὁ ἑστιῶν, τοῦ ἑστιῶντος, τῷ ἑστιῶντι, τόν ἑστιῶντα, ὦ ἑστιῶν
ἡ ἑστιῶσα, τῆς ἑστιώσης, τῇ ἑστιώσῃ, τήν ἑστιῶσαν, ὦ ἑστιῶσα
τό ἑστιῶν, τοῦ ἑστιῶντος, τῷ ἑστιῶντι, τό ἑστιῶν, ὦ ἑστιῶν
Οριστική
εἱστίων, εἱστίας, εἱστία, εἱστιῶμεν, εἱστιᾶτε, εἱστίων
Οριστική
ἑστιάσω, ἑστιάσεις, ἑστιάσει, ἑστιάσομεν, ἑστιάσετε, ἑστιάσουσι(ν)
ἑστιάσοιμι, ἑστιάσοις, ἑστιάσοι, ἑστιάσοιμεν, ἑστιάσοιτε, ἑστιάσοιεν
ἑστιάσειν
ἑστιάσων, ἑστιάσουσα, ἑστιᾶσον
Οριστική
εἱστίασα, εἱστίας, εἱστίασε(ν), εἱστιάσαμεν, εἱστιάσατε, εἱστίασαν
ἑστιάσω, ἑστιάσῃς, ἑστιάσῃ, ἑστιάσωμεν, ἑστιάσητε, ἑστιάσωσι(ν)
ἑστιάσαιμι, ἑστιάσαις ή ἑστιάσειας, ἑστιάσαι ή ἑστιάσειε(ν), ἑστιάσαιμεν, ἑστιάσαιτε, ἑστιάσαιεν ή ἑστιάσειαν
---, ἑστίασον, ἑστιασάτω, ---, ἑστιάσατε, ἑστιασάντων (ή ἑστιασάτωσαν)
ἑστιᾶσαι
ἑστιάσας, ἑστιάσασα, ἑστιᾶσαν
Οριστική
εἱστίακα, εἱστίακας, εἱστίακε, εἱστιάκαμεν, εἱστιάκατε, εἱστιάκασι(ν)
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός ὦ
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός ᾖς
εἱστιακότες-εἱστιακυῖαι-εἱστιακότα ὦμεν
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός εἴην
---
εἱστιακώς-εἱστιακυῖα-εἱστιακός ἴσθι
εἱστιακότες-εἱστιακυῖαι-εἱστιακότα ἔστε
εἱστιακέναι
εἱστιακώς, εἱστιακυῖα, εἱστιακός
Οριστική
εἱστιάκειν, εἱστιάκεις, εἱστιάκει, εἱστιάκεμεν, εἱστιάκετε, εἱστιάκεσαν
Οριστική
ἑστιῶμαι, ἑστιᾷ, ἑστιᾶται, ἑστιώμεθα, ἑστιᾶσθε, ἑστιῶνται
ἑστιῶμαι, ἑστιᾷ, ἑστιᾶται, ἑστιώμεθα, ἑστιᾶσθε, ἑστιῶνται
ἑστιῴμην, ἑστιῷο, ἑστιῷτο, ἑστιῴμεθα, ἑστιῷσθε, ἑστιῷντο
---, ἑστιῶ, ἑστιάσθω, ---, ἑστιᾶσθε, ἑστιάσθων
ἑστιᾶσθαι
ἑστιώμενος, ἑστιωμένη, ἑστιώμενον
Αρσενικό
ὁ ἑστιώμενος, τοῦ ἑστιωμένου, τῷ ἑστιωμένῳ, τόν ἑστιώμενον, ὦ ἑστιώμενε
ἡ ἑστιωμένη, τῆς ἑστιωμένης, τῇ ἑστιωμένῃ, τήν ἑστιωμένην, ὦ ἑστιωμένη
τό ἑστιώμενον, τοῦ ἑστιωμένου, τῷ ἑστιωμένῳ, τό ἑστιώμενον, ὦ ἑστιώμενον
Οριστική
εἱστιώμην, εἱστιῶ, εἱστιᾶτο, εἱστιώμεθα, εἱστιᾶσθε, εἱστιῶντο
Οριστική
ἑστιάσομαι, ἑστιάσῃ ή ἑστιάσει, ἑστιάσεται, ἑστιασόμεθα, ἑστιάσεσθε, ἑστιάσονται
ἑστιασοίμην, ἑστιάσοιο, ἑστιάσοιτο, ἑστιασοίμεθα, ἑστιάσοισθε, ἑστιάσοιντο
ἑστιάσεσθαι
ἑστιασόμενος, ἑστιασομένη, ἑστιασόμενον
Οριστική
ἑστιαθήσομαι, ἑστιαθήσει, ἑστιαθήσεται, ἑστιαθησόμεθα, ἑστιαθήσεσθε, ἑστιαθήσονται
ἑστιαθησοίμην, ἑστιαθήσοιο, ἑστιαθήσοιτο, ἑστιαθησοίμεθα, ἑστιαθήσοισθε, ἑστιαθήσοιντο
ἑστιαθήσεσθαι
ἑστιαθησόμενος, ἑστιαθησομένη, ἑστιαθησόμενον
Οριστική
εἱστιασάμην, εἱστιάσω, εἱστιάσατο, εἱστιασάμεθα, εἱστιάσασθε, εἱστιάσαντο
ἑστιάσωμαι, ἑστιάσῃ, ἑστιάσηται, ἑστιασώμεθα, ἑστιάσησθε, ἑστιάσωνται
ἑστιασαίμην, ἑστιάσαιο, ἑστιάσαιτο, ἑστιασαίμεθα, ἑστιάσαισθε, ἑστιάσαιντο
---, ἑστίασαι, ἑστιασάσθω, ---, ἑστιάσασθε, ἑστιασάσθων
ἑστιάσασθαι
ἑστιασάμενος, ἑστιασαμένη, ἑστιασάμενον
Οριστική
εἱστιάθην, εἱστιάθης, εἱστιάθη, εἱστιάθημεν, εἱστιάθητε, εἱστιάθησαν
ἑστιαθῶ, ἑστιαθῇς, ἑστιαθῇ, ἑστιαθῶμεν, ἑστιαθῆτε, ἑστιαθῶσι(ν)
ἑστιαθείην, ἑστιαθείης, ἑστιαθείη, ἑστιαθεῖμεν, ἑστιαθεῖτε, ἑστιαθεῖεν
---, ἑστιάθητι, ἑστιαθήτω, ---, ἑστιάθητε, ἑστιαθέντων ή ἑστιαθήτωσαν
ἑστιαθῆναι
ἑστιαθείς, ἑστιαθεῖσα, ἑστιαθέν
Αρσενικό
ὁ ἑστιαθείς, τοῦ ἑστιαθέντος, τῷ ἑστιαθέντι, τόν ἑστιαθέντα, ὦ ἑστιαθείς
ἡ ἑστιαθεῖσα, τῆς ἑστιαθείσης, τῇ ἑστιαθείσῃ, τήν ἑστιαθεῖσαν, ὦ ἑστιαθεῖσα
τό ἑστιαθέν, τοῦ ἑστιαθέντος, τῷ ἑστιαθέντι, τό ἑστιαθέν, ὦ ἑστιαθέν
Οριστική
εἱστίαμαι, εἱστίασαι, εἱστίαται, εἱστιαμέθα, εἱστίασθε, εἱστίανται
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον ὦ
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον ᾖς
εἱστιαμένοι-εἱστιαμέναι-εἱστιαμένα ὦμεν
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον εἴην
---, εἱστίασο, εἱστιάσθω, ---, εἱστίασθε, εἱστιάσθων
εἱστιᾶσθαι
εἱστιαμένος-εἱστιαμένη-εἱστιαμένον
Οριστική
εἱστιάμην, εἱστίασο, εἱστίατο, εἱστιαμέθα, εἱστίασθε, εἱστίαντο


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου