Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἑστιάω - ἑστιῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἑστιάω - ἑστιῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Deborah Velasquez
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «στιάω - στι»
 
στι: φιλοξενώ, παραθέτω γεύμα
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
στι, στις, στι, στιμεν, στιτε, στισι(ν)
Υποτακτική
στι, στις, στι, στιμεν, στιτε, στισι(ν)
Ευκτική
στιμι, στις, στι ή στιην, στιης, στιη, στιμεν, στιτε, στιεν
Προστακτική
---, στία, στιάτω, ---, στιτε, στιώντων
Απαρέμφατο
στιν
Μετοχή
στιν, στισα, στιν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
στιν, το στιντος, τ στιντι, τόν στιντα, στιν
ο στιντες, τν στιώντων, τος στισι(ν), τούς στιντας, στιντες
 
Θηλυκό
στισα, τς στιώσης, τ στιώσ, τήν στισαν, στισα
α στισαι, τν στιωσν, τας στιώσαις, τάς στιώσας, στισαι
 
Ουδέτερο
τό στιν, το στιντος, τ στιντι, τό στιν, στιν
τά στιντα, τν στιώντων, τος στισι(ν), τά στιντα, στιντα
 
Παρατατικός
Οριστική
εστίων, εστίας, εστία, εστιμεν, εστιτε, εστίων
 
Μέλλοντας
Οριστική
στιάσω, στιάσεις, στιάσει, στιάσομεν, στιάσετε, στιάσουσι(ν)
Ευκτική
στιάσοιμι, στιάσοις, στιάσοι, στιάσοιμεν, στιάσοιτε, στιάσοιεν
Απαρέμφατο
στιάσειν
Μετοχή
στιάσων, στιάσουσα, στισον
 
Αόριστος
Οριστική
εστίασα, εστίας, εστίασε(ν), εστιάσαμεν, εστιάσατε, εστίασαν
Υποτακτική
στιάσω, στιάσς, στιάσ, στιάσωμεν, στιάσητε, στιάσωσι(ν)
Ευκτική
στιάσαιμι, στιάσαις ή στιάσειας, στιάσαι ή στιάσειε(ν), στιάσαιμεν, στιάσαιτε, στιάσαιεν ή στιάσειαν
Προστακτική
---, στίασον, στιασάτω, ---, στιάσατε, στιασάντων (ή στιασάτωσαν)
Απαρέμφατο
στισαι
Μετοχή
στιάσας, στιάσασα, στισαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εστίακα, εστίακας, εστίακε, εστιάκαμεν, εστιάκατε, εστιάκασι(ν)
 
Υποτακτική
εστιακώς-εστιακυα-εστιακός
εστιακώς-εστιακυα-εστιακός ς
εστιακώς-εστιακυα-εστιακός
εστιακότες-εστιακυαι-εστιακότα μεν
εστιακότες-εστιακυαι-εστιακότα τε
εστιακότες-εστιακυαι-εστιακότα σι(ν)
 
Ευκτική
εστιακώς-εστιακυα-εστιακός εην
εστιακώς-εστιακυα-εστιακός εης
εστιακώς-εστιακυα-εστιακός εη
εστιακότες-εστιακυαι-εστιακότα εημεν / εμεν
εστιακότες-εστιακυαι-εστιακότα εητε / ετε
εστιακότες-εστιακυαι-εστιακότα εησαν / εεν
 
Προστακτική
---
εστιακώς-εστιακυα-εστιακός σθι
εστιακώς-εστιακυα-εστιακός στω
---
εστιακότες-εστιακυαι-εστιακότα στε
εστιακότες-εστιακυαι-εστιακότα στων
 
Απαρέμφατο
εστιακέναι
 
Μετοχή
εστιακώς, εστιακυα, εστιακός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
εστιάκειν, εστιάκεις, εστιάκει, εστιάκεμεν, εστιάκετε, εστιάκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
στιμαι, στι, στιται, στιώμεθα, στισθε, στινται
Υποτακτική
στιμαι, στι, στιται, στιώμεθα, στισθε, στινται
Ευκτική
στιμην, στιο, στιτο, στιμεθα, στισθε, στιντο
Προστακτική
---, στι, στιάσθω, ---, στισθε, στιάσθων
Απαρέμφατο
στισθαι
Μετοχή
στιώμενος, στιωμένη, στιώμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
στιώμενος, το στιωμένου, τ στιωμέν, τόν στιώμενον, στιώμενε
ο στιώμενοι, τν στιωμένων, τος στιωμένοις, τούς στιωμένους, στιώμενοι
 
Θηλυκό
στιωμένη, τς στιωμένης, τ στιωμέν, τήν στιωμένην, στιωμένη
α στιώμεναι, τν στιωμένων, τας στιωμέναις, τάς στιωμένας, στιώμεναι
 
Ουδέτερο
τό στιώμενον, το στιωμένου, τ στιωμέν, τό στιώμενον, στιώμενον
τά στιώμενα, τν στιωμένων, τος στιωμένοις, τά στιώμενα, στιώμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
εστιώμην, εστι, εστιτο, εστιώμεθα, εστισθε, εστιντο
 
Μέλλοντας Μέσος
Οριστική
στιάσομαι, στιάσ ή στιάσει, στιάσεται, στιασόμεθα, στιάσεσθε, στιάσονται
Ευκτική
στιασοίμην, στιάσοιο, στιάσοιτο, στιασοίμεθα, στιάσοισθε, στιάσοιντο
Απαρέμφατο
στιάσεσθαι
Μετοχή
στιασόμενος, στιασομένη, στιασόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
στιαθήσομαι, στιαθήσει, στιαθήσεται, στιαθησόμεθα, στιαθήσεσθε, στιαθήσονται
Ευκτική
στιαθησοίμην, στιαθήσοιο, στιαθήσοιτο, στιαθησοίμεθα, στιαθήσοισθε, στιαθήσοιντο
Απαρέμφατο
στιαθήσεσθαι
Μετοχή
στιαθησόμενος, στιαθησομένη, στιαθησόμενον
 
Αόριστος Μέσος
Οριστική
εστιασάμην, εστιάσω, εστιάσατο, εστιασάμεθα, εστιάσασθε, εστιάσαντο
Υποτακτική
στιάσωμαι, στιάσ, στιάσηται, στιασώμεθα, στιάσησθε, στιάσωνται
Ευκτική
στιασαίμην, στιάσαιο, στιάσαιτο, στιασαίμεθα, στιάσαισθε, στιάσαιντο
Προστακτική
---, στίασαι, στιασάσθω, ---, στιάσασθε, στιασάσθων
Απαρέμφατο
στιάσασθαι
Μετοχή
στιασάμενος, στιασαμένη, στιασάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
εστιάθην, εστιάθης, εστιάθη, εστιάθημεν, εστιάθητε, εστιάθησαν
Υποτακτική
στιαθ, στιαθς, στιαθ, στιαθμεν, στιαθτε, στιαθσι(ν)
Ευκτική
στιαθείην, στιαθείης, στιαθείη, στιαθεμεν, στιαθετε, στιαθεεν
Προστακτική
---, στιάθητι, στιαθήτω, ---, στιάθητε, στιαθέντων ή στιαθήτωσαν
Απαρέμφατο
στιαθναι
Μετοχή
στιαθείς, στιαθεσα, στιαθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
στιαθείς, το στιαθέντος, τ στιαθέντι, τόν στιαθέντα, στιαθείς
ο στιαθέντες, τν στιαθέντων, τος στιαθεσι(ν), τούς στιαθέντας, στιαθέντες
 
Θηλυκό
στιαθεσα, τς στιαθείσης, τ στιαθείσ, τήν στιαθεσαν, στιαθεσα
α στιαθεσαι, τν στιαθεισν, τας στιαθείσαις, τάς στιαθείσας, στιαθεσαι
 
Ουδέτερο
τό στιαθέν, το στιαθέντος, τ στιαθέντι, τό στιαθέν, στιαθέν
τά στιαθέντα, τν στιαθέντων, τος στιαθεσι(ν), τά στιαθέντα, στιαθέντα
 
Παρακείμενος Μέσος
Οριστική
εστίαμαι, εστίασαι, εστίαται, εστιαμέθα, εστίασθε, εστίανται
 
Υποτακτική
εστιαμένος-εστιαμένη-εστιαμένον
εστιαμένος-εστιαμένη-εστιαμένον ς
εστιαμένος-εστιαμένη-εστιαμένον
εστιαμένοι-εστιαμέναι-εστιαμένα μεν
εστιαμένοι-εστιαμέναι-εστιαμένα τε
εστιαμένοι-εστιαμέναι-εστιαμένα σι(ν)
 
Ευκτική
εστιαμένος-εστιαμένη-εστιαμένον εην
εστιαμένος-εστιαμένη-εστιαμένον εης
εστιαμένος-εστιαμένη-εστιαμένον εη
εστιαμένοι-εστιαμέναι-εστιαμένα εμεν
εστιαμένοι-εστιαμέναι-εστιαμένα ετε
εστιαμένοι-εστιαμέναι-εστιαμένα εεν
 
Προστακτική
---, εστίασο, εστιάσθω, ---, εστίασθε, εστιάσθων
 
Απαρέμφατο
εστισθαι
Μετοχή
εστιαμένος-εστιαμένη-εστιαμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
εστιάμην, εστίασο, εστίατο, εστιαμέθα, εστίασθε, εστίαντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου