Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ῥάπτω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ῥάπτω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «άπτω»
 
άπτω: ράβω, κεντώ, μηχανεύομαι, επινοώ, σχεδιάζω
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
άπτω, άπτεις, άπτει, άπτομεν, άπτετε, άπτουσι(ν)
Υποτακτική
άπτω, άπτς, άπτ, άπτωμεν, άπτητε, άπτωσι(ν)
Ευκτική
άπτοιμι, άπτοις, άπτοι, άπτοιμεν, άπτοιτε, άπτοιεν
Προστακτική
---, άπτε, απτέτω, ---, άπτετε, απτόντων (ή απτέτωσαν)
Απαρέμφατο
άπτειν
Μετοχή
άπτων, άπτουσα, άπτον
 
Παρατατικός
Οριστική
ρραπτον, ρραπτες, ρραπτε, ρράπτομεν, ρράπτετε, ρραπτον
 
Μέλλοντας
Οριστική
άψω, άψεις, άψει, άψομεν, άψετε, άψουσι(ν)
Ευκτική
άψοιμι, άψοις, άψοι, άψοιμεν, άψοιτε, άψοιεν
Απαρέμφατο
άψειν
Μετοχή
άψων, άψουσα, άψον
 
Αόριστος Α΄ (Σχηματίζει μόνο Οριστική)
Οριστική
ρραψα, ρραψας, ρραψε(ν), ρράψαμεν, ρράψατε, ρραψαν
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ρραφον, ρραφες, ρραφε(ν), ρράφομεν, ρράφετε, ρραφον
Υποτακτική
άφω, άφς, άφ, άφωμεν, άφητε, άφωσι(ν)
Ευκτική
άφοιμι, άφοις, άφοι, άφοιμεν, άφοιτε, άφοιεν
Προστακτική
---, άφε, αφέτω, ---, άφετε, αφόντων (ή αφέτωσαν)
Απαρέμφατο
αφεν
Μετοχή
αφών, αφοσα, αφόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ρραφα, ρραφας, ρραφε(ν), ρράφαμεν, ρράφατε, ρράφασι(ν)
 
Υποτακτική
ρραφώς - ρραφυα - ρραφός
ρραφώς - ρραφυα - ρραφός ς
ρραφώς - ρραφυα - ρραφός
ρραφότες - ρραφυαι - ρραφότα μεν
ρραφότες - ρραφυαι - ρραφότα τε
ρραφότες - ρραφυαι - ρραφότα σι
 
Ευκτική
ρραφώς - ρραφυα - ρραφός εην
ρραφώς - ρραφυα - ρραφός εης
ρραφώς - ρραφυα - ρραφός εη
ρραφότες - ρραφυαι - ρραφότα εμεν
ρραφότες - ρραφυαι - ρραφότα ετε
ρραφότες - ρραφυαι - ρραφότα εεν
 
Προστακτική
---
ρραφώς - ρραφυα - ρραφός σθι
ρραφώς - ρραφυα - ρραφός στω
---
ρραφότες - ρραφυαι - ρραφότα στε
ρραφότες - ρραφυαι - ρραφότα στων
 
Απαρέμφατο
ρραφέναι
Μετοχή
ρραφώς - ρραφυα - ρραφός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ρράφειν, ρράφεις, ρράφει, ρράφεμεν, ρράφετε, ρράφεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
άπτομαι, άπτάπτει), άπτεται, απτόμεθα, άπτεσθε, άπτονται
Υποτακτική
άπτωμαι, άπτ, άπτηται, απτώμεθα, άπτησθε, άπτωνται
Ευκτική
απτοίμην, άπτοιο, άπτοιτο, απτοίμεθα, άπτοισθε, άπτοιντο
Προστακτική
---, άπτου, απτέσθω, ---, άπτεσθε, απτέσθων (ή απτέσθωσαν)
Απαρέμφατο
άπτεσθαι
Μετοχή
απτόμενος
απτομένη
απτόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ρραπτόμην, ρράπτου, ρράπτετο, ρραπτόμεθα, ρράπτεσθε, ρράπτοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας Β΄
Οριστική
αφήσομαι, αφήσαφήσει), αφήσεται, αφησόμεθα, αφήσεσθε, αφήσονται
Ευκτική
αφησοίμην, αφήσοιο, αφήσοιτο, αφησοίμεθα, αφήσοισθε, αφήσοιντο
Απαρέμφατο
αφήσεσθαι
Μετοχή
αφησόμενος
αφησομένη
αφησόμενον
 
Αόριστος Μέσος
Οριστική
ρραψάμην, ρράψω, ρράψατο, ρραψάμεθα, ρράψασθε, ρράψαντο
Υποτακτική
άψωμαι, άψ, άψηται, αψώμεθα, άψησθε, άψωνται
Ευκτική
αψαίμην, άψαιο, άψαιτο, αψαίμεθα, άψαισθε, άψαιντο
Προστακτική
---, άψαι, αψάσθω, ---, άψασθε, αψάσθων (ή αψάσθωσαν)
Απαρέμφατο
άψασθαι
Μετοχή
αψάμενος
αψαμένη
αψάμενον
 
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
ρράφην, ρράφης, ρράφη, ρράφημεν, ρράφητε, ρράφησαν
Υποτακτική
αφ, αφς, αφ, αφμεν, αφτε, αφσι(ν)
Ευκτική
αφείην, αφείης, αφείη, αφεμεν, αφετε, αφεεν
Προστακτική
---, άφηθι, αφήτω, ---, άφητε, αφέντων
Απαρέμφατο
αφναι
Μετοχή
αφείς
αφεσα
αφέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ρραμμαι, ρραψαι, ρραπται, ρράμμεθα, ρραφθε, ρραμμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
ρραμμένος - ρραμμένη - ρραμμένον
ρραμμένος - ρραμμένη - ρραμμένον ς
ρραμμένος - ρραμμένη - ρραμμένον
ρραμμένοι - ρραμμέναι - ρραμμένα μεν
ρραμμένοι - ρραμμέναι - ρραμμένα τε
ρραμμένοι - ρραμμέναι - ρραμμένα σι
 
Ευκτική
ρραμμένος - ρραμμένη - ρραμμένον εην
ρραμμένος - ρραμμένη - ρραμμένον εης
ρραμμένος - ρραμμένη - ρραμμένον εη
ρραμμένοι - ρραμμέναι - ρραμμένα εμεν
ρραμμένοι - ρραμμέναι - ρραμμένα ετε
ρραμμένοι - ρραμμέναι - ρραμμένα εεν
 
Προστακτική
---, ρραψο, ρράφθω, ---, ρραφθε, ρράφθων (ή ρράφθωσαν)
 
Απαρέμφατο
ρράφθαι
Μετοχή
ρραμμένος,
ρραμμένη,
ρραμμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ρράμμην, ρραψο, ρραπτο, ρράμμεθα, ρραφθε, ρραμμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου