Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μισθώνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μισθώνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Chungkong Art
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μισθώνω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μισθώνω, μισθώνεις, μισθώνει, μισθώνουμε, μισθώνετε, μισθώνουν (ή μισθώνουνε)
Υποτακτική
να μισθώνω, να μισθώνεις, να μισθώνει, να μισθώνουμε, να μισθώνετε, να μισθώνουν (ή να μισθώνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: μίσθωνε – β΄ πληθυντικό: μισθώνετε
Μετοχή
μισθώνοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
μίσθωνα, μίσθωνες, μίσθωνε, μισθώναμε, μισθώνατε, μίσθωναν ή μισθώνανε
 
Αόριστος
Οριστική
μίσθωσα, μίσθωσες, μίσθωσε, μισθώσαμε, μισθώσατε, μίσθωσαν ή μισθώσανε
Υποτακτική
να μισθώσω, να μισθώσεις, να μισθώσει, να μισθώσουμε, να μισθώσετε, να μισθώσουν (ή να μισθώσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: μίσθωσε – β΄ πληθυντικό: μισθώστε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα μισθώνω, θα μισθώνεις, θα μισθώνει, θα μισθώνουμε, θα μισθώνετε, θα μισθώνουν (ή θα μισθώνουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα μισθώσω, θα μισθώσεις, θα μισθώσει, θα μισθώσουμε, θα μισθώσετε, θα μισθώσουν (ή θα μισθώσουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω μισθώσει, θα έχεις μισθώσει, θα έχει μισθώσει, θα έχουμε μισθώσει, θα έχετε μισθώσει, θα έχουν(ε) μισθώσει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω μισθώσει, έχεις μισθώσει, έχει μισθώσει, έχουμε μισθώσει, έχετε μισθώσει, έχουν(ε) μισθώσει
Υποτακτική
να έχω μισθώσει, να έχεις μισθώσει, να έχει μισθώσει, να έχουμε μισθώσει, να έχετε μισθώσει, να έχουν(ε) μισθώσει
Μετοχή
έχοντας μισθώσει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα μισθώσει, είχες μισθώσει, είχε μισθώσει, είχαμε μισθώσει, είχατε μισθώσει, είχαν(ε) μισθώσει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μισθώνομαι, μισθώνεσαι, μισθώνεται, μισθωνόμαστε, μισθώνεστε, μισθώνονται
Υποτακτική
να μισθώνομαι, να μισθώνεσαι, να μισθώνεται, να μισθωνόμαστε, να μισθώνεστε, να μισθώνονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: μισθώνεστε
Μετοχή
---
 
Παρατατικός
Οριστική
μισθωνόμουν, μισθωνόσουν, μισθωνόταν, μισθωνόμαστε, μισθωνόσαστε, μισθώνονταν
(& μισθωνόμουνα, μισθωνόσουνα, μισθωνότανε, μισθωνόμασταν, μισθωνόσασταν, μισθωνόντουσαν)
 
Αόριστος
Οριστική
μισθώθηκα, μισθώθηκες, μισθώθηκε, μισθωθήκαμε, μισθωθήκατε, μισθώθηκαν (ή μισθωθήκανε)
Υποτακτική
να μισθωθώ, να μισθωθείς, να μισθωθεί, να μισθωθούμε, να μισθωθείτε, να μισθωθούν (ή να μισθωθούνε)
Προστακτική
β΄ ενικού: μισθώσου - β΄ πληθυντικό: μισθωθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα μισθώνομαι, θα μισθώνεσαι, θα μισθώνεται, θα μισθωνόμαστε, θα μισθώνεστε, θα μισθώνονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα μισθωθώ, θα μισθωθείς, θα μισθωθεί, θα μισθωθούμε, θα μισθωθείτε, θα μισθωθούν (ή θα μισθωθούνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω μισθωθεί, θα έχεις μισθωθεί, θα έχει μισθωθεί, θα έχουμε μισθωθεί, θα έχετε μισθωθεί, θα έχουν(ε) μισθωθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω μισθωθεί, έχεις μισθωθεί, έχει μισθωθεί, έχουμε μισθωθεί, έχετε μισθωθεί, έχουν(ε) μισθωθεί
Υποτακτική
να έχω μισθωθεί, να έχεις μισθωθεί, να έχει μισθωθεί, να έχουμε μισθωθεί, να έχετε μισθωθεί, να έχουν(ε) μισθωθεί
Μετοχή
μισθωμένος, μισθωμένη, μισθωμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα μισθωθεί, είχες μισθωθεί, είχε μισθωθεί, είχαμε μισθωθεί, είχατε μισθωθεί, είχαν(ε) μισθωθεί
 
Σημειώσεις
μισθώνω: μισθώνω, μισθωτής – εκμισθώνω, εκμισθωτής.
Η διαφορά σημασίας των όρων αυτών, που αναφέρονται στην ενοικίαση ακινήτου, δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτη στους ομιλητές. Σε αυτό συμβάλλει επιπλέον το ρήμα (ε)νοικιάζω, το οποίο μπορεί να αναφέρεται τόσο στον ενοικιαστή όσο και στον ιδιοκτήτη τού ακινήτου, καθώς σημαίνει είτε «μένω / χρησιμοποιώ ως ενοικιαστής» είτε «διαθέτω προς ενοικίαση».  
Επομένως, είναι χρήσιμο να αποσαφηνιστούν οι όροι που αρμόζουν σε κάθε μια από τις δύο αυτές ιδιότητες. Συγκεκριμένα:  
Ιδιοκτήτης: Ο ιδιοκτήτης εκμισθώνει το ακίνητό του και αποκαλείται επίσης εκμισθωτής.  
Ενοικιαστής: Ο ενοικιαστής μισθώνει το ακίνητο που του παραχωρείται και αποκαλείται επίσης μισθωτής.  
Ας σημειωθεί, τέλος, ότι το ίδιο το ακίνητο που ενοικιάζεται αποκαλείται (στο σχετικό συμβόλαιο) μίσθιο, ενώ το ποσό που συμφωνήθηκε να καταβάλλεται ως ενοίκιο αποκαλείται μίσθωμα.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Ο ιδιοκτήτης εκμισθώνει. Ο ενοικιαστής μισθώνει.
 
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου