Παντελής Μπουκάλας «Ανέφικτο» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Παντελής Μπουκάλας «Ανέφικτο»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Final Toto

 
Παντελής Μπουκάλας «Ανέφικτο»
 
Κανένα ποίημα δεν είπε δεν θα πει
το σπαραγμό στο βάθος του
εκεί που κατοικεί γυαλί τριμμένο
Κανένα ποίημα ποτέ του
δεν απέδωσε δεν θ’ αποδώσει
τον άνθρωπο
γυναίκα άντρας
που φεύγει απ’ τη δουλειά
ο ήλιος νυχτωμένος
και σπίτι του τα πόδια του πεισματωμένα
δεν τον στρέφουν
τον περιμένουν δεν τον περιμένουν
και να χαθεί, αυτό ποθεί,
κομμάτια κομματάκια
να μηδενιστεί
γιατί έχει νύχτα μέσα του αυθόρμητη
βαρύτερη απ’ του ήλιου
κι έχει το δέρμα πέτρινο από μια θλίψη
που της περιττεύουν οι αιτίες
Κανένα ποίημα ποτέ του
δεν τραγούδησε και δεν θα τραγουδήσει
την αγωνία όποιου αγαπά και δέεται
να φύγει γρήγορα να φύγει ο χρόνος
όσον γεωργεί σμιγμένος με την αγαπώ του
για νά ‘ρθει γρήγορα πιο γρήγορα να ‘ρθεί
ο άλλος χρόνος ο επόμενος
να σμίξει πάλι με την αγαπώ
να γεωργηθούνε
Κανένα ποίημα ποτέ του
δεν ιστόρησε και δεν θα ιστορήσει
τον πανικό να μη θυμάσαι
καν τι μήνας
ποια η μέρα
έτσι όπως τα φύλλα στο ημερολόγιο
καθηλωθήκαν στο φθινόπωρο
Κανένα ποίημα ποτέ του δεν ετόλμησε
δεν θα τολμήσει να το πει
πως αληθεύει με το ψέμα του ο άνθρωπος
– και δίχως όχι
Κανένα ποίημα ποτέ του δεν υψώθηκε
και δεν θα υψωθεί
όσο χελιδονάκι ταπεινό χωμάτινο
που απ’ το πολύ το μαύρο του
ολολευκαίνεται
Κανένα
 
Γι’ αυτό και συνεχίζουμε να γράφουμε
 
Συλλογή «Ρήματα», Εκδόσεις Άγρα, 2009
 
Στο «Ανέφικτο», ο Παντελής Μπουκάλας στοχάζεται πάνω στην αδυναμία της ποίησης να αποδώσει πλήρως το βάθος της ανθρώπινης εμπειρίας: τον σπαραγμό, την υπαρξιακή θλίψη, την αγωνία της αγάπης, την αποδιοργάνωση του χρόνου και την παράδοξη συνύπαρξη αλήθειας και ψεύδους. Η επίγνωση αυτού του ορίου, ωστόσο, δεν ακυρώνει τη γραφή· αντιθέτως, γίνεται ο λόγος της αδιάκοπης συνέχισής της, ως επίμονης αναζήτησης εκείνου που διαρκώς διαφεύγει από τις λέξεις.
 
«Κανένα ποίημα δεν είπε δεν θα πει
το σπαραγμό στο βάθος του
εκεί που κατοικεί γυαλί τριμμένο»
 
Το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει την αδυναμία της ποίησης να αποδώσει ολοκληρωτικά τον βαθύτερο ανθρώπινο πόνο. Η κατηγορηματική άρνηση εκτείνεται από το παρελθόν στο μέλλον, παρουσιάζοντας αυτή την αδυναμία ως διαχρονικό όριο του ποιητικού λόγου. Ο σπαραγμός έχει ένα βαθύτερο, δυσπρόσιτο εσωτερικό επίπεδο, όπου το τριμμένο γυαλί υποδηλώνει έναν πόνο οξύ, κατακερματισμένο και επίμονο, σαν μικρά θραύσματα που παραμένουν μέσα στον άνθρωπο και τον πληγώνουν. Ο ψυχικός πόνος γίνεται έτσι σχεδόν απτός, ενώ η παρουσία του στο εσωτερικό του ανθρώπου υπογραμμίζει τη διάρκειά του. Η απόλυτη άρνηση δεν χρειάζεται να εκληφθεί ως κυριολεκτική απαξίωση κάθε ποιήματος, αλλά ως έμφαση στην απόσταση ανάμεσα στην ένταση του βιώματος και στη δυνατότητα της γλώσσας να το εκφράσει.
 
«Κανένα ποίημα ποτέ του
δεν απέδωσε δεν θ’ αποδώσει
τον άνθρωπο
γυναίκα άντρας
που φεύγει απ’ τη δουλειά
ο ήλιος νυχτωμένος
και σπίτι του τα πόδια του πεισματωμένα
δεν τον στρέφουν
τον περιμένουν δεν τον περιμένουν
και να χαθεί, αυτό ποθεί,
κομμάτια κομματάκια
να μηδενιστεί
γιατί έχει νύχτα μέσα του αυθόρμητη
βαρύτερη απ’ του ήλιου
κι έχει το δέρμα πέτρινο από μια θλίψη
που της περιττεύουν οι αιτίες»
 
Στους στίχους αυτούς, το ποιητικό υποκείμενο αναδεικνύει την αδυναμία της ποίησης να αποδώσει πλήρως την υπαρξιακή θλίψη του καθημερινού ανθρώπου. Η επιστροφή από τη δουλειά, όταν έχει πια νυχτώσει, αποτελεί το οικείο πλαίσιο μιας βαθύτερης εσωτερικής δοκιμασίας: ο άνθρωπος δεν κατευθύνεται στο σπίτι του, επειδή ούτε η παρουσία ούτε η απουσία εκείνων που ενδεχομένως τον περιμένουν αρκεί για να του προσφέρει ανακούφιση. Το σπίτι παύει έτσι να λειτουργεί ως καταφύγιο, ενώ η απροθυμία επιστροφής φανερώνει την αποξένωσή του από όσα θα μπορούσαν να δώσουν νόημα στην καθημερινότητά του. Η επιθυμία να χαθεί και να μηδενιστεί εκφράζει την οριακή ανάγκη απαλλαγής από το βάρος της ίδιας του της ύπαρξης. Το εξωτερικό σκοτάδι είναι ελαφρύτερο από την εσωτερική του «νύχτα», μια θλίψη που αναδύεται από μέσα του και δεν εξαρτάται απλώς από τις περιστάσεις. Το «πέτρινο» δέρμα υποδηλώνει το μούδιασμα και τη σκλήρυνση που προκαλεί αυτή η ψυχική οδύνη, περιορίζοντας την επαφή με τον κόσμο. Η καταληκτική διατύπωση ότι στη θλίψη «περιττεύουν οι αιτίες» δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι αυτή είναι ανεξήγητη ή δίχως αφορμές, αλλά ότι έχει γίνει τόσο βαθιά και κυρίαρχη, ώστε η αναζήτηση των αιτιών της δεν αρκεί πλέον για να την εξηγήσει ή να την απαλύνει.
 
«Κανένα ποίημα ποτέ του
δεν τραγούδησε και δεν θα τραγουδήσει
την αγωνία όποιου αγαπά και δέεται
να φύγει γρήγορα να φύγει ο χρόνος
όσον γεωργεί σμιγμένος με την αγαπώ του
για νά ‘ρθει γρήγορα πιο γρήγορα να ‘ρθεί
ο άλλος χρόνος ο επόμενος
να σμίξει πάλι με την αγαπώ
να γεωργηθούνε»
 
Στους στίχους αυτούς, το ποιητικό υποκείμενο αναδεικνύει την αδυναμία της ποίησης να αποδώσει πλήρως την αγωνία της αγάπης και την παράδοξη εμπειρία του χρόνου που αυτή γεννά. Ο άνθρωπος που αγαπά δεν αρκείται στην παρούσα συνεύρεση με το αγαπημένο πρόσωπο, αλλά προσβλέπει ήδη στην επόμενη: επιθυμεί να περάσει γρήγορα ακόμη και ο χρόνος της συνύπαρξης, όχι επειδή την απορρίπτει, αλλά επειδή λαχταρά ήδη την επανάληψή της. Έτσι, το παρόν διαπερνάται από την προσδοκία του μέλλοντος και η χαρά της εγγύτητας συνυπάρχει με την ανυπομονησία να βιωθεί ξανά. Η αγάπη παρουσιάζεται ως αμοιβαία καλλιέργεια, μέσα από την οποία οι άνθρωποι φροντίζουν ο ένας τον άλλον και μεταμορφώνονται· η μετάβαση από την ενεργητική στην παθητική διατύπωση υπογραμμίζει ότι όποιος αγαπά δεν προσφέρει μόνο, αλλά δέχεται και την επίδραση του άλλου. Παράλληλα, η ονομασία του αγαπημένου προσώπου μέσω του ίδιου του ρήματος της αγάπης συνδέει την παρουσία του με το συναίσθημα που προκαλεί. Η δέηση φανερώνει την ένταση αυτής της επιθυμίας και την αδυναμία του ανθρώπου να ελέγξει τον χρόνο. Εκείνο που παραμένει ανέφικτο για τον ποιητικό λόγο είναι η πλήρης απόδοση αυτής της αντιφατικής λαχτάρας: να ζει κανείς την ερωτική συνύπαρξη και συγχρόνως να επιθυμεί ήδη την επανάληψή της.
 
«Κανένα ποίημα ποτέ του
δεν ιστόρησε και δεν θα ιστορήσει
τον πανικό να μη θυμάσαι
καν τι μήνας
ποια η μέρα
έτσι όπως τα φύλλα στο ημερολόγιο
καθηλωθήκαν στο φθινόπωρο»
 
Στους στίχους αυτούς, το ποιητικό υποκείμενο αναδεικνύει την αδυναμία της ποίησης να αποδώσει πλήρως τον πανικό που προκαλεί η απώλεια του χρονικού προσανατολισμού. Ο άνθρωπος δεν αδυνατεί απλώς να θυμηθεί μια ημερομηνία, αλλά χάνει τα στοιχειώδη σημεία αναφοράς που οργανώνουν την καθημερινότητά του και τον συνδέουν με την πραγματικότητα. Ενώ ο εξωτερικός χρόνος εξακολουθεί να κυλά, ο εσωτερικός του χρόνος μοιάζει ακινητοποιημένος: τα φύλλα του ημερολογίου παραμένουν καθηλωμένα στο φθινόπωρο, υποδηλώνοντας την προσήλωση σε μια περίοδο φθοράς, μελαγχολίας ή απώλειας. Χωρίς να προσδιορίζεται η αιτία αυτής της καθήλωσης, δημιουργείται η αίσθηση ότι ένα βίωμα έχει ανακόψει την ομαλή συνέχεια της ζωής, εμποδίζοντας τον άνθρωπο να παρακολουθήσει την εναλλαγή των ημερών και των εποχών. Ο πανικός γεννιέται από αυτή τη διάσταση ανάμεσα στον χρόνο που προχωρά και στη συνείδηση που παραμένει εγκλωβισμένη. Η κατηγορηματική άρνηση στην αρχή του αποσπάσματος υπογραμμίζει ότι η ποίηση μπορεί να προσεγγίσει αυτή την εμπειρία, όχι όμως να μεταδώσει ολοκληρωτικά την ένταση και την αποδιοργανωτική της δύναμη.
 
«Κανένα ποίημα ποτέ του δεν ετόλμησε
δεν θα τολμήσει να το πει
πως αληθεύει με το ψέμα του ο άνθρωπος
– και δίχως όχι»
 
Στους στίχους αυτούς, το ποιητικό υποκείμενο προβάλλει την παράδοξη σχέση της ανθρώπινης αλήθειας με το ψέμα. Ο άνθρωπος δεν φανερώνει τον εαυτό του μόνο μέσα από όσα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά και μέσα από όσα επινοεί, αποκρύπτει ή παρουσιάζει διαφορετικά: τα ψέματά του μπορούν να αποκαλύπτουν τις επιθυμίες, τους φόβους, τις ανάγκες και τις αντιφάσεις του. Έτσι, ακόμη και όταν παραποιεί τα γεγονότα, ενδέχεται να εκφράζει άθελά του μια βαθύτερη αλήθεια για τον εσωτερικό του κόσμο. Η καταληκτική διευκρίνιση εντείνει αυτή τη σκέψη, παρουσιάζοντας το ψέμα όχι απλώς ως περιστασιακή συμπεριφορά, αλλά ως αναπόσπαστο στοιχείο του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος συγκροτεί και αφηγείται τον εαυτό του. Δεν πρόκειται επομένως για ηθική δικαίωση της εξαπάτησης, αλλά για αναγνώριση της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, στην οποία αλήθεια και ψεύδος δεν διαχωρίζονται πάντοτε καθαρά. Παράλληλα, η έμφαση στην έλλειψη τόλμης μετατοπίζει τον στοχασμό από την εκφραστική αδυναμία της ποίησης στη δυσκολία της να παραδεχτεί μια τόσο άβολη διαπίστωση. Μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του ποιήματος, η σκέψη αυτή μπορεί να αφορά και την ίδια την ποιητική δημιουργία: η επινόηση, χωρίς να αποτελεί κυριολεκτική καταγραφή της πραγματικότητας, μπορεί να αποκαλύπτει ουσιαστικές αλήθειες γι’ αυτήν.
 
«Κανένα ποίημα ποτέ του δεν υψώθηκε
και δεν θα υψωθεί
όσο χελιδονάκι ταπεινό χωμάτινο
που απ’ το πολύ το μαύρο του
ολολευκαίνεται
Κανένα
 
Γι’ αυτό και συνεχίζουμε να γράφουμε»
 
Στους καταληκτικούς στίχους, το ποιητικό υποκείμενο αντιπαραβάλλει τα όρια της ποίησης με τη δύναμη της ταπεινής ζωής να υπερβαίνει τη βαρύτητα και το σκοτάδι της. Το μικρό χελιδόνι, παρότι συνδέεται με το χώμα και χαρακτηρίζεται από ταπεινότητα, κατορθώνει να υψωθεί περισσότερο από οποιοδήποτε ποίημα: το ουσιαστικό ύψος δεν ταυτίζεται επομένως με τη μεγαλοπρέπεια, αλλά με την υπέρβαση που συντελείται μέσα στο απλό και εύθραυστο. Η μεταβολή του έντονου μαύρου σε απόλυτο λευκό μπορεί να διαβαστεί ως μεταμόρφωση της οδύνης σε φως, ως δυνατότητα ανάδυσης της καθαρότητας και της ελπίδας μέσα από το ίδιο το σκοτάδι, χωρίς να ακυρώνεται η εμπειρία του. Η ποίηση αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να φτάσει πλήρως αυτή τη δύναμη της ζωής, και η μεμονωμένη άρνηση επισφραγίζει την παραδοχή της ανεπάρκειάς της.
Ωστόσο, ο τελευταίος στίχος ανατρέπει την αναμενόμενη κατάληξη: η επίγνωση του ανέφικτου δεν οδηγεί στη σιωπή, αλλά γίνεται κίνητρο της γραφής. Το πρώτο πληθυντικό προσδίδει συλλογικό χαρακτήρα σε αυτή την επιμονή και παρουσιάζει την ποιητική δημιουργία ως αδιάκοπη προσπάθεια προσέγγισης όσων διαφεύγουν από τις λέξεις. Γράφουμε όχι επειδή μπορούμε να εκφράσουμε τα πάντα, αλλά επειδή όσα μένουν ανείπωτα καθιστούν αναγκαία κάθε νέα απόπειρα να προσεγγίσουμε με τις λέξεις το ανεξάντλητο βάθος της ανθρώπινης εμπειρίας.
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου