Ansel
Adams
Γιατί είναι μαύρα τα βουνά
Το δημοτικό αυτό τραγούδι ανήκει στα τραγούδια του Κάτω Κόσμου, γνωστά και ως τραγούδια του Χάροντα.
Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Κι ούδ’ άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι, 5
τα τρυφερά
παιδόπουλα στη σέλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, κι οι νέοι γονατίζουν,
και τα μικρά παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα:
«Χάρε μου, διάβ’ από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό, κι οι νιοι να λιθαρίσουν, 10
και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν.
- Ανεί διαβώ ναπό χωριό, αν από κρύα βρύση,
έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ’ αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν.
*να λιθαρίσουν:
να ρίξουν το λιθάρι (ν’ αγωνιστούν ποιος θα ρίξει την πέτρα πιο μακριά. Το
αγώνισμα συνήθως γινόταν στο λιθόρεμα).
*ανεί: αν.
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Το τραγούδι
αρχίζει μ’ ένα κοινό μοτίβο (πώς ονομάζεται;). Τι εκφράζει εδώ αυτό το
μοτίβο;
Το
τραγούδι αρχίζει με το μοτίβο των άστοχων ερωτημάτων, ένα συνηθισμένο
εκφραστικό σχήμα της δημοτικής ποίησης. Αρχικά διατυπώνεται η απορία γιατί τα
βουνά είναι «μαύρα» και «βουρκωμένα» και στη συνέχεια προτείνονται, με
ερωτηματική μορφή, δύο πιθανές εξηγήσεις: μήπως τα πολεμά ο άνεμος ή τα δέρνει
η βροχή. Οι εξηγήσεις αυτές απορρίπτονται ρητά στον τρίτο στίχο («Κι ούδ’
άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει»), για να αποκαλυφθεί στον τέταρτο η
πραγματική αιτία: «μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους». Τα ερωτήματα
ονομάζονται άστοχα επειδή οι αιτίες που υποθέτουν δεν εξηγούν τελικά την εικόνα
των βουνών.
Εδώ το μοτίβο εκφράζει το πένθος της φύσης για τον θάνατο των ανθρώπων. Τα βουνά προσωποποιούνται: παρουσιάζονται μαυροφορεμένα και βουρκωμένα, σαν άνθρωποι που θρηνούν. Η σκοτεινή τους όψη δεν οφείλεται σε καιρικά φαινόμενα, αλλά στο πέρασμα του Χάροντα και της συνοδείας των νεκρών. Έτσι, η φύση συμμετέχει στον ανθρώπινο πόνο και η θλίψη για τον θάνατο αποκτά καθολική διάσταση, καθώς στη συνοδεία περιλαμβάνονται νέοι, γέροντες και παιδιά. Παράλληλα, η διαδοχή της απορίας, των λανθασμένων εξηγήσεων και της τελικής αποκάλυψης δημιουργεί αναμονή, τονίζει την πραγματική αιτία του πένθους και εισάγει με δραματικό τρόπο το κύριο θέμα του τραγουδιού: την οδυνηρή απομάκρυνση των ανθρώπων από τη ζωή και τους αγαπημένους τους.
2. Να μελετήσετε
τους στίχους που μιλούν για το Χάροντα και τη συνοδεία του· από ποια εμπειρία
προέρχεται η εικόνα;
Η εικόνα
του Χάροντα και της συνοδείας του προέρχεται από την εμπειρία του πολέμου
και της αιχμαλωσίας: θυμίζει έναν έφιππο πολεμιστή ή δεσμοφύλακα που οδηγεί
μαζί του ανθρώπους αιχμαλωτισμένους σε μια επιδρομή. Αυτό φαίνεται κυρίως στους
στίχους 5–6: «Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι, / τα τρυφερά
παιδόπουλα στη σέλα αραδιασμένα». Η αναφορά στη «σέλα» υποδηλώνει ότι ο
Χάροντας είναι έφιππος, ενώ το ρήμα «σέρνει» δηλώνει την αναγκαστική μετακίνηση
των νεκρών και την απόλυτη εξουσία του πάνω τους. Οι νέοι και οι γέροντες
οδηγούνται πεζοί, μπροστά και πίσω του αντίστοιχα, ενώ τα μικρά παιδιά
μεταφέρονται πάνω στο άλογό του. Έτσι σχηματίζεται μια θλιβερή πομπή, στην
οποία ο Χάροντας κυριαρχεί και οι νεκροί ακολουθούν χωρίς δυνατότητα να ορίσουν
την πορεία τους.
Η εντύπωση της αιχμαλωσίας ενισχύεται στους στίχους 7–8: οι γέροντες παρακαλούν, οι νέοι γονατίζουν και τα παιδιά έχουν τα χέρια σταυρωμένα σε στάση ικεσίας. Όλοι απευθύνονται στον Χάροντα σαν αιχμάλωτοι που ζητούν από τον φρουρό τους μια στάση και λίγη ανακούφιση. Και η απάντησή του στους τελευταίους στίχους φανερώνει ότι ελέγχει τη διαδρομή και δεν επιτρέπει την επανένωσή τους με τους αγαπημένους τους. Η συνοδεία του περιλαμβάνει ανθρώπους από όλες τις ηλικιακές ομάδες· επομένως, η εικόνα υπογραμμίζει ότι κανείς δεν εξαιρείται από τον θάνατο, ούτε ακόμη και τα «τρυφερά παιδόπουλα», των οποίων η παρουσία κάνει τη σκηνή ιδιαίτερα συγκινητική.
Ο λαϊκός ποιητής, λοιπόν, αποδίδει το άγνωστο και φοβερό πέρασμα στον Κάτω Κόσμο με μια οικεία εικόνα από την ανθρώπινη πραγματικότητα: τη βίαιη απομάκρυνση των αιχμαλώτων από τον τόπο και τους δικούς τους. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως αιχμαλωσία και οριστικός αποχωρισμός από τη ζωή, ενώ ο Χάροντας ως αμείλικτος εξουσιαστής. Δεν πρόκειται για περιγραφή ενός συγκεκριμένου ιστορικού περιστατικού, αλλά για ποιητική αξιοποίηση αυτής της εμπειρίας, ώστε να γίνουν παραστατικές η αδυναμία των ανθρώπων απέναντι στον θάνατο και η οδύνη του χωρισμού.
3. Τι νόημα έχει
η παράκληση για τους νεκρούς;
Η
παράκληση των νεκρών προς τον Χάροντα εκφράζει τη λαχτάρα τους για τη ζωή
και την επιθυμία να ξαναβρεθούν, έστω για λίγο, στον κόσμο των ζωντανών.
Στους στίχους 9–11 του ζητούν να περάσει από ένα χωριό και να σταματήσει σε μια
κρύα βρύση, ώστε οι γέροντες να πιουν νερό, οι νέοι να αγωνιστούν στο λιθάρι
και τα παιδιά να μαζέψουν λουλούδια. Φαινομενικά ζητούν μια στάση για ξεκούραση
και αναψυχή· ουσιαστικά, όμως, ποθούν να γευτούν ξανά τις απλές χαρές της
καθημερινής ζωής, από την οποία έχουν αποκοπεί.
Κάθε επιθυμία αντιστοιχεί σε μια διαφορετική όψη της ζωής: το δροσερό νερό προσφέρει στους γέροντες ανακούφιση, το αγώνισμα του λιθαριού συνδέεται με τη δύναμη και τη ζωντάνια των νέων, ενώ το μάζεμα των λουλουδιών με το παιχνίδι των παιδιών και την επαφή τους με τη φύση. Οι νεκροί παρουσιάζονται έτσι να διατηρούν τις ανάγκες, τις συνήθειες και τις επιθυμίες που είχαν όσο ζούσαν. Δεν ζητούν κάτι μεγάλο ή εξαιρετικό, αλλά όσα άλλοτε θεωρούσαν αυτονόητα και τώρα στερούνται. Αυτή η απλότητα κάνει την παράκλησή τους ιδιαίτερα συγκινητική και αναδεικνύει την αξία της ζωής μέσα από τις μικρές καθημερινές απολαύσεις της.
Η απάντηση του Χάροντα στους στίχους 12–14 αποκαλύπτει και μια βαθύτερη διάσταση του αιτήματος: την επιθυμία για επανένωση με τους αγαπημένους τους. Το χωριό και η βρύση είναι χώροι της καθημερινής ζωής και της συνάντησης των ανθρώπων. Εκεί οι μητέρες θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τα παιδιά τους και οι σύζυγοι να ξανασυναντηθούν. Ο Χάροντας δεν δέχεται το αίτημα, επειδή μια τέτοια αναγνώριση θα οδηγούσε σε επανένωση και οι αγαπημένοι δεν θα αποχωρίζονταν πια ο ένας τον άλλον («γνωρίζονται τ’ αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν»). Η άρνησή του υπογραμμίζει, επομένως, τον οριστικό χαρακτήρα του θανάτου και τη σκληρότητα του αποχωρισμού. Συνολικά, η παράκληση δεν αφορά απλώς μια ανάπαυλα στη διαδρομή: εκφράζει τον πόθο των νεκρών να ξαναζήσουν και να ξανασμίξουν με τους δικούς τους, καθώς οι χαρές της ζωής και οι δεσμοί της αγάπης εξακολουθούν να τους συγκινούν.
4. Να
εντοπίσετε τρία διαφορετικά σχήματα λόγου και να εξηγήσετε πώς υπηρετούν το
νόημα του κειμένου.
α)
Προσωποποίηση. Στον πρώτο στίχο («Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και
στέκουν βουρκωμένα;») τα βουνά αποκτούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά:
παρουσιάζονται σαν να πενθούν και να δακρύζουν. Η εικόνα τους παραπέμπει σε
ανθρώπους μαυροφορεμένους και βουρκωμένους, ενώ ο τέταρτος στίχος αποκαλύπτει
την αιτία της θλίψης τους: το πέρασμα του Χάροντα με τους νεκρούς. Η
προσωποποίηση κάνει τη φύση συμμέτοχη στον ανθρώπινο πόνο και προσδίδει στο
πένθος καθολική διάσταση· ο θάνατος δεν συγκλονίζει μόνο τους ανθρώπους, αλλά
και τον κόσμο που τους περιβάλλει. Επιπλέον, δημιουργεί από την αρχή τη θλιβερή
ατμόσφαιρα μέσα στην οποία εκτυλίσσεται η σκηνή.
β) Επανάληψη. Οι φράσεις «άνεμος τα πολεμά» και «βροχή τα δέρνει» επαναλαμβάνονται στον δεύτερο και στον τρίτο στίχο. Στον δεύτερο διατυπώνονται ως πιθανές αιτίες της σκοτεινής όψης των βουνών, ενώ στον τρίτο επανέρχονται με άρνηση («Κι ούδ’ άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει»). Η επανάληψη συνδέει στενά την ερώτηση με την απάντηση, τονίζει την απόρριψη των φυσικών εξηγήσεων και προετοιμάζει την αποκάλυψη της πραγματικής αιτίας στον τέταρτο στίχο. Έτσι υπηρετεί το μοτίβο των άστοχων ερωτημάτων, ενισχύει τον ρυθμό και στρέφει την προσοχή στο πέρασμα του Χάροντα ως αιτία του πένθους.
γ) Σχήμα των τριών (τριμερής διάταξη). Στους στίχους 5–6 η συνοδεία του Χάροντα παρουσιάζεται σε τρεις ομάδες: νέοι, γέροντες και παιδιά. Η ίδια τριμερής οργάνωση επανέρχεται στους στίχους 7–8, με τις στάσεις ικεσίας των γερόντων, των νέων και των παιδιών, και στους στίχους 10–11, με τις αντίστοιχες επιθυμίες τους: να πιουν νερό, να αγωνιστούν στο λιθάρι και να μαζέψουν λουλούδια. Η διάταξη αυτή δίνει συνοχή και ρυθμό στην περιγραφή, ενώ παρουσιάζει αντιπροσωπευτικά ολόκληρο το ηλικιακό φάσμα και υπογραμμίζει ότι ο θάνατος δεν εξαιρεί καμία ηλικία. Παράλληλα, επιτρέπει να προβληθεί χωριστά η επιθυμία κάθε ομάδας για τη ζωή. Η παρουσία των παιδιών στο τέλος κάθε τριάδας εντείνει τη συγκίνηση, καθώς η τρυφερότητα και οι απλές χαρές τους αντιπαραβάλλονται με τη σκληρότητα του θανάτου. Συνολικά, τα τρία σχήματα αναδεικνύουν το καθολικό πένθος, την αδυσώπητη δύναμη του Χάροντα και τη λαχτάρα των ανθρώπων για τη ζωή.
Γιατί είναι μαύρα τα βουνά
Το δημοτικό αυτό τραγούδι ανήκει στα τραγούδια του Κάτω Κόσμου, γνωστά και ως τραγούδια του Χάροντα.
Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Κι ούδ’ άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι, 5
Παρακαλούν οι γέροντες, κι οι νέοι γονατίζουν,
και τα μικρά παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα:
«Χάρε μου, διάβ’ από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό, κι οι νιοι να λιθαρίσουν, 10
- Ανεί διαβώ ναπό χωριό, αν από κρύα βρύση,
έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ’ αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν.
*ανεί: αν.
Εδώ το μοτίβο εκφράζει το πένθος της φύσης για τον θάνατο των ανθρώπων. Τα βουνά προσωποποιούνται: παρουσιάζονται μαυροφορεμένα και βουρκωμένα, σαν άνθρωποι που θρηνούν. Η σκοτεινή τους όψη δεν οφείλεται σε καιρικά φαινόμενα, αλλά στο πέρασμα του Χάροντα και της συνοδείας των νεκρών. Έτσι, η φύση συμμετέχει στον ανθρώπινο πόνο και η θλίψη για τον θάνατο αποκτά καθολική διάσταση, καθώς στη συνοδεία περιλαμβάνονται νέοι, γέροντες και παιδιά. Παράλληλα, η διαδοχή της απορίας, των λανθασμένων εξηγήσεων και της τελικής αποκάλυψης δημιουργεί αναμονή, τονίζει την πραγματική αιτία του πένθους και εισάγει με δραματικό τρόπο το κύριο θέμα του τραγουδιού: την οδυνηρή απομάκρυνση των ανθρώπων από τη ζωή και τους αγαπημένους τους.
Η εντύπωση της αιχμαλωσίας ενισχύεται στους στίχους 7–8: οι γέροντες παρακαλούν, οι νέοι γονατίζουν και τα παιδιά έχουν τα χέρια σταυρωμένα σε στάση ικεσίας. Όλοι απευθύνονται στον Χάροντα σαν αιχμάλωτοι που ζητούν από τον φρουρό τους μια στάση και λίγη ανακούφιση. Και η απάντησή του στους τελευταίους στίχους φανερώνει ότι ελέγχει τη διαδρομή και δεν επιτρέπει την επανένωσή τους με τους αγαπημένους τους. Η συνοδεία του περιλαμβάνει ανθρώπους από όλες τις ηλικιακές ομάδες· επομένως, η εικόνα υπογραμμίζει ότι κανείς δεν εξαιρείται από τον θάνατο, ούτε ακόμη και τα «τρυφερά παιδόπουλα», των οποίων η παρουσία κάνει τη σκηνή ιδιαίτερα συγκινητική.
Ο λαϊκός ποιητής, λοιπόν, αποδίδει το άγνωστο και φοβερό πέρασμα στον Κάτω Κόσμο με μια οικεία εικόνα από την ανθρώπινη πραγματικότητα: τη βίαιη απομάκρυνση των αιχμαλώτων από τον τόπο και τους δικούς τους. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως αιχμαλωσία και οριστικός αποχωρισμός από τη ζωή, ενώ ο Χάροντας ως αμείλικτος εξουσιαστής. Δεν πρόκειται για περιγραφή ενός συγκεκριμένου ιστορικού περιστατικού, αλλά για ποιητική αξιοποίηση αυτής της εμπειρίας, ώστε να γίνουν παραστατικές η αδυναμία των ανθρώπων απέναντι στον θάνατο και η οδύνη του χωρισμού.
Κάθε επιθυμία αντιστοιχεί σε μια διαφορετική όψη της ζωής: το δροσερό νερό προσφέρει στους γέροντες ανακούφιση, το αγώνισμα του λιθαριού συνδέεται με τη δύναμη και τη ζωντάνια των νέων, ενώ το μάζεμα των λουλουδιών με το παιχνίδι των παιδιών και την επαφή τους με τη φύση. Οι νεκροί παρουσιάζονται έτσι να διατηρούν τις ανάγκες, τις συνήθειες και τις επιθυμίες που είχαν όσο ζούσαν. Δεν ζητούν κάτι μεγάλο ή εξαιρετικό, αλλά όσα άλλοτε θεωρούσαν αυτονόητα και τώρα στερούνται. Αυτή η απλότητα κάνει την παράκλησή τους ιδιαίτερα συγκινητική και αναδεικνύει την αξία της ζωής μέσα από τις μικρές καθημερινές απολαύσεις της.
Η απάντηση του Χάροντα στους στίχους 12–14 αποκαλύπτει και μια βαθύτερη διάσταση του αιτήματος: την επιθυμία για επανένωση με τους αγαπημένους τους. Το χωριό και η βρύση είναι χώροι της καθημερινής ζωής και της συνάντησης των ανθρώπων. Εκεί οι μητέρες θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τα παιδιά τους και οι σύζυγοι να ξανασυναντηθούν. Ο Χάροντας δεν δέχεται το αίτημα, επειδή μια τέτοια αναγνώριση θα οδηγούσε σε επανένωση και οι αγαπημένοι δεν θα αποχωρίζονταν πια ο ένας τον άλλον («γνωρίζονται τ’ αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν»). Η άρνησή του υπογραμμίζει, επομένως, τον οριστικό χαρακτήρα του θανάτου και τη σκληρότητα του αποχωρισμού. Συνολικά, η παράκληση δεν αφορά απλώς μια ανάπαυλα στη διαδρομή: εκφράζει τον πόθο των νεκρών να ξαναζήσουν και να ξανασμίξουν με τους δικούς τους, καθώς οι χαρές της ζωής και οι δεσμοί της αγάπης εξακολουθούν να τους συγκινούν.
β) Επανάληψη. Οι φράσεις «άνεμος τα πολεμά» και «βροχή τα δέρνει» επαναλαμβάνονται στον δεύτερο και στον τρίτο στίχο. Στον δεύτερο διατυπώνονται ως πιθανές αιτίες της σκοτεινής όψης των βουνών, ενώ στον τρίτο επανέρχονται με άρνηση («Κι ούδ’ άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει»). Η επανάληψη συνδέει στενά την ερώτηση με την απάντηση, τονίζει την απόρριψη των φυσικών εξηγήσεων και προετοιμάζει την αποκάλυψη της πραγματικής αιτίας στον τέταρτο στίχο. Έτσι υπηρετεί το μοτίβο των άστοχων ερωτημάτων, ενισχύει τον ρυθμό και στρέφει την προσοχή στο πέρασμα του Χάροντα ως αιτία του πένθους.
γ) Σχήμα των τριών (τριμερής διάταξη). Στους στίχους 5–6 η συνοδεία του Χάροντα παρουσιάζεται σε τρεις ομάδες: νέοι, γέροντες και παιδιά. Η ίδια τριμερής οργάνωση επανέρχεται στους στίχους 7–8, με τις στάσεις ικεσίας των γερόντων, των νέων και των παιδιών, και στους στίχους 10–11, με τις αντίστοιχες επιθυμίες τους: να πιουν νερό, να αγωνιστούν στο λιθάρι και να μαζέψουν λουλούδια. Η διάταξη αυτή δίνει συνοχή και ρυθμό στην περιγραφή, ενώ παρουσιάζει αντιπροσωπευτικά ολόκληρο το ηλικιακό φάσμα και υπογραμμίζει ότι ο θάνατος δεν εξαιρεί καμία ηλικία. Παράλληλα, επιτρέπει να προβληθεί χωριστά η επιθυμία κάθε ομάδας για τη ζωή. Η παρουσία των παιδιών στο τέλος κάθε τριάδας εντείνει τη συγκίνηση, καθώς η τρυφερότητα και οι απλές χαρές τους αντιπαραβάλλονται με τη σκληρότητα του θανάτου. Συνολικά, τα τρία σχήματα αναδεικνύουν το καθολικό πένθος, την αδυσώπητη δύναμη του Χάροντα και τη λαχτάρα των ανθρώπων για τη ζωή.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου