Oles
Paritskiy
Κώστας Βάρναλης «Το πέρασμά σου»
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ανήκει στη δεύτερη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας του Βάρναλη, γύρω στο 1922.
στη γης αυτή που μας μισεί
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε,
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε·
που περπατούσαμε τυφλά
κι ανθός για μας δεν είχε ανθίσει
κι ούτε σε δέντρον αψηλά
κρυμμένο αηδόνι κελαηδήσει,
όραμα θείο και ξαφνικό,
και γέμισε ήλιο, ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα.
τούτ’ η γιορτή κι η Πασκαλιά!...
Έφυγες κι έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλι. Η Πασκαλιά
γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει!
Στην πρώτη στροφή κυριαρχούν η αποστροφή προς τη ζωή, η αίσθηση εχθρότητας του κόσμου και ένας επίμονος, βασανιστικός πόνος. Οι λέξεις «μισούμε» και «μισεί» παρουσιάζουν τη σχέση ανθρώπων και κόσμου ως αμοιβαία εχθρική: οι άνθρωποι αποστρέφονται τη ζωή τους και αισθάνονται ότι η ίδια η γη τούς απορρίπτει. Η διατύπωση «όσο να πιούμε δε σε σβηούμε» φανερώνει ότι η προσπάθεια λησμονιάς ή πρόσκαιρης ανακούφισης αποτυγχάνει. Η άμεση προσφώνηση «πόνε πικρέ και πόνε αψύ», με την επανάληψη της λέξης «πόνε» και τα επίθετα «πικρέ» και «αψύ», εντείνει την οδύνη και προσωποποιεί τον πόνο. Τέλος, το «μας κρατάς και σε κρατούμε» αποδίδει έναν αξεδιάλυτο δεσμό: ο πόνος εξουσιάζει τους ανθρώπους, αλλά και εκείνοι παραμένουν δεμένοι μαζί του, χωρίς να μπορούν να απαλλαγούν από αυτόν.
Ο «ήλιος» παραπέμπει στο φως, τη ζεστασιά και την ελπίδα, σε αντίθεση με τη «μαύρη γης και ζήση» των προηγούμενων στροφών. Ο «ανθός» εκφράζει την ομορφιά, την άνθηση και το ξαναζωντάνεμα της ζωής, ανατρέποντας την προηγούμενη στέρηση, όταν «ανθός για μας δεν είχε ανθίσει». Η «οπώρα», δηλαδή οι ώριμοι καρποί, προσθέτει την αίσθηση της καρποφορίας, της αφθονίας και της πληρότητας: η ζωή δεν ανθίζει απλώς, αλλά αποδίδει καρπούς. Ο «κελαηδισμός» συμπληρώνει την εικόνα με τον ήχο του τραγουδιού και τη ζωντάνια της φύσης, σε αντίθεση με την προηγούμενη απουσία του κελαηδήματος του αηδονιού. Το επίθετο «παθητικό» δηλώνει εδώ έναν κελαηδισμό γεμάτο πάθος και συναισθηματική ένταση. Οι τέσσερις λέξεις παρατίθενται διαδοχικά, σε ασύνδετο σχήμα, και η συσσώρευσή τους ενισχύει την εντύπωση ότι ο κόσμος κατακλύζεται από ζωή και χαρά.
Η εικόνα αυτή συνδέεται με την αιφνίδια έλευση του «Εσύ», που παρουσιάζεται ως «όραμα θείο και ξαφνικό». Το κεφαλαίο αρχικό της αντωνυμίας και οι χαρακτηρισμοί «άγιαν» και «θείο» εξυψώνουν την παρουσία αυτή και υπογραμμίζουν τη λυτρωτική της δύναμη. Το ποίημα δεν κατονομάζει ρητά τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το «Εσύ»· επομένως, η ερμηνεία πρέπει να στηρίζεται κυρίως στο αποτέλεσμα της εμφάνισής του: μεταμορφώνει μια ζωή πόνου και στέρησης σε εμπειρία φωτός και πληρότητας. Με το ρήμα «γέμισε» και τη διατύπωση «όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα» η αναγέννηση αγκαλιάζει τόσο τον εσωτερικό κόσμο όσο και τον περιβάλλοντα χώρο. Η φύση γίνεται έτσι ο ποιητικός τρόπος έκφρασης της ψυχικής μεταμόρφωσης, ενώ ο πληθυντικός «μας» δίνει στο βίωμα συλλογική διάσταση.
Στην τελευταία στροφή η ίδια εμπειρία συνοψίζεται στις λέξεις «γιορτή» και «Πασκαλιά», που συνδέουν τη χαρά με την ανανέωση και το ξαναζωντάνεμα. Ωστόσο, η σύντομη διάρκειά της κάνει το όραμα να εμφανίζεται ως ένα παροδικό, λυτρωτικό πέρασμα μέσα στη δυστυχία. Συνεπώς, ο πυρήνας της ποιητικής απόδοσης του οράματος είναι οι τέσσερις λέξεις «ήλιο, ανθόν, οπώρα, κελαηδισμόν» και η σύνθετη εικόνα μιας φωτεινής, ανθισμένης, καρποφόρας φύσης που αντηχεί από τραγούδι: μια εικόνα αναγεννημένης ζωής, η οποία εκφράζει την ευτυχία και την εσωτερική πληρότητα.
1. Προσωποποίηση: Στον στίχο «στη γης αυτή που μας μισεί» η γη αποκτά ένα ανθρώπινο συναίσθημα, το μίσος. Ο κόσμος παρουσιάζεται έτσι όχι ως ουδέτερος χώρος, αλλά ως εχθρική παρουσία που απορρίπτει τους ανθρώπους. Η προσωποποίηση εκφράζει το αίσθημα αποξένωσης και την αδυναμία τους να βρουν χαρά ή καταφύγιο μέσα στη ζωή. Αντίστοιχα, στην προσφώνηση «πόνε πικρέ και πόνε αψύ» και στη διατύπωση «που μας κρατάς», ο πόνος αντιμετωπίζεται σαν πρόσωπο στο οποίο μπορούν να απευθυνθούν και σαν ενεργή δύναμη που τους εξουσιάζει. Έτσι, η αφηρημένη οδύνη γίνεται συγκεκριμένη και άμεσα αισθητή, ενώ υπογραμμίζεται η επίμονη παρουσία της.
1. Μέτρο
Ο βασικός ρυθμός είναι ιαμβικός: στηρίζεται σε τέσσερις μετρικές μονάδες με διαδοχή μιας άτονης και μιας τονισμένης συλλαβής. Οι στίχοι εναλλάσσονται ως εξής:
• 1ος, 3ος και 5ος: εννεασύλλαβοι, με παροξύτονη κατάληξη.
• 2ος και 4ος: οκτασύλλαβοι, με οξύτονη κατάληξη.
Οι εννεασύλλαβοι έχουν μία επιπλέον άτονη συλλαβή μετά την τελευταία τονισμένη συλλαβή του τέταρτου ίαμβου.
Ενδεικτικά, στον δεύτερο στίχο:
στη ΓΗΣ | αυ ΤΗ | που ΜΑΣ | μι ΣΕΙ
διακρίνονται οι τέσσερις ιαμβικές μονάδες και η οξύτονη κατάληξη. Τα κεφαλαία δηλώνουν τις θέσεις της μετρικής έμφασης· δεν σημαίνουν ότι κάθε λέξη έχει υποχρεωτικά αυτοτελή λεξικό τόνο.
Στον πρώτο στίχο:
Στη ΖΗ | ση ΑΥ | τή ΠΟΥ | τη μι ΣΟΥ | με
η συνεκφώνηση στο «ζήση αυτή» επιτρέπει την εννεασύλλαβη μετρική ανάγνωση. Γενικότερα, για τη συλλαβική μέτρηση χρειάζεται να συνυπολογίζονται οι συνιζήσεις και οι συναλοιφές, όχι να μετρώνται μηχανικά όλα τα γραπτά φωνήεντα. Επίσης, ο ιαμβικός ρυθμός επιδέχεται τοπικές τονικές αποκλίσεις, όπως στην αρχή «ήρθες Εσύ», χωρίς να αλλάζει το βασικό μέτρο.
2. Ομοιοκαταληξία
Σε κάθε στροφή ομοιοκαταληκτούν:
• ο 1ος, ο 3ος και ο 5ος στίχος μεταξύ τους — Α,
• ο 2ος και ο 4ος στίχος μεταξύ τους — Β.
|
Στροφή |
Ομοιοκαταληξίες Α — 1ος,
3ος, 5ος |
Ομοιοκαταληξίες Β — 2ος, 4ος |
|
Πρώτη |
μισούμε – σβηούμε – κρατούμε |
μισεί – αψύ |
|
Δεύτερη |
ζήση –
ανθίσει – κελαηδήσει |
τυφλά – αψηλά |
|
Τρίτη |
ώρα – οπώρα – χώρα |
ξαφνικό – παθητικό |
|
Τέταρτη |
βαστάξει –
ρημάξει – βαστάξει |
Πασκαλιά –
Πασκαλιά |
Συνοπτικά: ιαμβικό μέτρο, με εναλλαγή εννεασύλλαβων και οκτασύλλαβων στίχων κατά το σχήμα 9–8–9–8–9, και ομοιοκαταληξία ΑΒΑΒΑ.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου