Κώστας Βάρναλης «Το πέρασμά σου» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Κώστας Βάρναλης «Το πέρασμά σου»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Oles Paritskiy


Κώστας Βάρναλης «Το πέρασμά σου»
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ανήκει στη δεύτερη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας του Βάρναλη, γύρω στο 1922.
 
Στη ζήση αυτή που τη μισούμε,
στη γης αυτή που μας μισεί
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε,
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε·
 
σ’ αυτήν τη μαύρη γης και ζήση,
που περπατούσαμε τυφλά
κι ανθός για μας δεν είχε ανθίσει
κι ούτε σε δέντρον αψηλά
κρυμμένο αηδόνι κελαηδήσει,
 
ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό,
και γέμισε ήλιο, ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα.
 
Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κι η Πασκαλιά!...
Έφυγες κι έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλι. Η Πασκαλιά
γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει!
 
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
 
1. Να παρακολουθήσετε τη συναισθηματική κλιμάκωση κατά τη διαδρομή του ποιήματος επισημαίνοντας τις κυριότερες λέξεις που την εκφράζουν.
 
Η συναισθηματική πορεία του ποιήματος οργανώνεται σε τρεις διαδοχικές φάσεις: αρχικά κυριαρχούν ο πόνος και η απελπισία, στη συνέχεια η ξαφνική εμφάνιση του προσώπου στο οποίο απευθύνεται το ποιητικό υποκείμενο προκαλεί χαρά και ψυχική αναγέννηση, ενώ στο τέλος η αποχώρησή του επαναφέρει την ερήμωση και μετατρέπει τη χαρά σε θρήνο. Η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου («μισούμε», «μας», «περπατούσαμε», «έχουμε ρημάξει») δίνει στα συναισθήματα συλλογική διάσταση: δεν εκφράζεται μόνο ένα ατομικό βίωμα, αλλά η κοινή εμπειρία ενός «εμείς».
Στην πρώτη στροφή κυριαρχούν η αποστροφή προς τη ζωή, η αίσθηση εχθρότητας του κόσμου και ένας επίμονος, βασανιστικός πόνος. Οι λέξεις «μισούμε» και «μισεί» παρουσιάζουν τη σχέση ανθρώπων και κόσμου ως αμοιβαία εχθρική: οι άνθρωποι αποστρέφονται τη ζωή τους και αισθάνονται ότι η ίδια η γη τούς απορρίπτει. Η διατύπωση «όσο να πιούμε δε σε σβηούμε» φανερώνει ότι η προσπάθεια λησμονιάς ή πρόσκαιρης ανακούφισης αποτυγχάνει. Η άμεση προσφώνηση «πόνε πικρέ και πόνε αψύ», με την επανάληψη της λέξης «πόνε» και τα επίθετα «πικρέ» και «αψύ», εντείνει την οδύνη και προσωποποιεί τον πόνο. Τέλος, το «μας κρατάς και σε κρατούμε» αποδίδει έναν αξεδιάλυτο δεσμό: ο πόνος εξουσιάζει τους ανθρώπους, αλλά και εκείνοι παραμένουν δεμένοι μαζί του, χωρίς να μπορούν να απαλλαγούν από αυτόν.
Στη δεύτερη στροφή η αρχική οδύνη βαθαίνει και γίνεται αίσθημα αδιεξόδου, στέρησης και ψυχικής ερήμωσης. Το επίθετο «μαύρη», που χαρακτηρίζει τη «γης και ζήση», συμπυκνώνει τη σκοτεινή αντίληψη της ύπαρξης. Το «περπατούσαμε τυφλά» υποδηλώνει πορεία χωρίς προσανατολισμό, φως ή ελπίδα. Παράλληλα, οι αρνητικές διατυπώσεις «ανθός για μας δεν είχε ανθίσει» και «ούτε […] αηδόνι κελαηδήσει» παρουσιάζουν έναν κόσμο από τον οποίο απουσιάζουν η ομορφιά, η χαρά και η παρηγοριά. Ο ανθός και το κελάηδημα, συνηθισμένα σημάδια ζωής, εμφανίζονται εδώ ως στερημένες δυνατότητες. Έτσι, ο πόνος της πρώτης στροφής διευρύνεται σε συνολική απουσία κάθε ευχάριστου βιώματος.
Στην τρίτη στροφή σημειώνεται η αποφασιστική συναισθηματική ανατροπή. Το «ήρθες Εσύ» δηλώνει την εμφάνιση μιας παρουσίας που αλλάζει ριζικά το προηγούμενο βίωμα, ενώ το κεφαλαίο αρχικό στο «Εσύ» τονίζει την ιδιαίτερη σημασία της. Οι εκφράσεις «άγιαν ώρα» και «όραμα θείο και ξαφνικό» προσδίδουν στην έλευσή της χαρακτήρα εξαιρετικό, σχεδόν θαυμαστό, και εκφράζουν δέος, θαυμασμό και αγαλλίαση. Το ρήμα «γέμισε» αντιπαραθέτει την πληρότητα στη στέρηση των προηγούμενων στροφών. Οι λέξεις «ήλιο», «ανθόν», «οπώρα» και «κελαηδισμόν» συνθέτουν εικόνες φωτός, άνθησης, καρποφορίας και μουσικής, αποδίδοντας τη χαρά και την αναγέννηση. Ο «ανθός» και ο «κελαηδισμός» αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή τώρα εμφανίζεται ό,τι προηγουμένως έλειπε. Το επίθετο «παθητικό» προσδίδει στο κελάηδημα συναισθηματικό βάθος. Η επανάληψη «όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα» διευρύνει τη μεταμόρφωση από τον εσωτερικό κόσμο στον περιβάλλοντα χώρο και σηματοδοτεί την κορύφωση της ευτυχίας.
Στην τέταρτη στροφή η ευτυχία ανατρέπεται και κυριαρχούν η λύπη για τη σύντομη διάρκειά της, η απώλεια και το πικρό παράπονο. Το επιφώνημα «Αχ!» εισάγει τον θρήνο, ενώ το «τόσο λίγο» υπογραμμίζει την οδυνηρή συντομία του ευτυχισμένου διαστήματος. Οι λέξεις «γιορτή» και «Πασκαλιά» ανακεφαλαιώνουν την προηγούμενη χαρά ως εμπειρία αναγέννησης, αλλά τώρα η ανάμνησή της κάνει την απουσία ακόμη πιο αισθητή. Το «Έφυγες» αντιπαρατίθεται άμεσα στο «ήρθες» της τρίτης στροφής και σηματοδοτεί την απώλεια της παρουσίας που είχε μεταμορφώσει τη ζωή. Η φράση «έχουμε ρημάξει» αποδίδει με ιδιαίτερη ένταση την ψυχική κατάρρευση και την ερήμωση, ενώ το «ξανά και πάλι» τονίζει την επιστροφή στην προηγούμενη δυστυχία. Η επανάληψη της «Πασκαλιάς» και η τελική αναρωτηματική διατύπωση «γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει!» εκφράζουν την αδυναμία αποδοχής της απώλειας και κορυφώνουν το παράπονο για την παροδικότητα της χαράς.
Συνολικά, η συναισθηματική κλιμάκωση δεν είναι μια συνεχής άνοδος, αλλά μια πορεία έντονων αντιθέσεων: από το μίσος, τον ακατάλυτο πόνο και το σκοτάδι περνά στο φως, την πληρότητα και την αγαλλίαση, για να καταλήξει ξανά στην ερήμωση. Η κατάληξη θυμίζει την αρχική κατάσταση, αλλά ο πόνος έχει πλέον διαφορετική ποιότητα: είναι και πόνος απώλειας, επειδή έχει προηγηθεί η εμπειρία της ευτυχίας. Βασικοί λεκτικοί άξονες αυτής της πορείας είναι οι αντιθέσεις «μαύρη» – «ήλιο», «δεν είχε ανθίσει» – «ανθόν», «ούτε […] κελαηδήσει» – «κελαηδισμόν» και, κυρίως, «ήρθες» – «Έφυγες». Μέσα από αυτές γίνεται αισθητή τόσο η δύναμη της παρουσίας να αναγεννά τη ζωή όσο και η οδύνη που προκαλεί το σύντομο πέρασμά της.
 
2. Πώς αποδίδεται ποιητικά το όραμα του ποιητή (κυρίως με πόσες λέξεις και με ποια εικόνα;)
 
Το όραμα του ποιητή αποδίδεται ποιητικά κυρίως στην τρίτη στροφή, μέσα από τέσσερις βασικές λέξεις: «ήλιο», «ανθόν», «οπώρα», «κελαηδισμόν». Οι λέξεις αυτές συνθέτουν μια φωτεινή οπτική και ακουστική εικόνα της φύσης που ανθίζει, καρποφορεί και γεμίζει τραγούδι. Έτσι, η ευτυχία και η αναγέννηση δεν διατυπώνονται ως αφηρημένες έννοιες, αλλά γίνονται αισθητές μέσα από συγκεκριμένα στοιχεία του φυσικού κόσμου.
Ο «ήλιος» παραπέμπει στο φως, τη ζεστασιά και την ελπίδα, σε αντίθεση με τη «μαύρη γης και ζήση» των προηγούμενων στροφών. Ο «ανθός» εκφράζει την ομορφιά, την άνθηση και το ξαναζωντάνεμα της ζωής, ανατρέποντας την προηγούμενη στέρηση, όταν «ανθός για μας δεν είχε ανθίσει». Η «οπώρα», δηλαδή οι ώριμοι καρποί, προσθέτει την αίσθηση της καρποφορίας, της αφθονίας και της πληρότητας: η ζωή δεν ανθίζει απλώς, αλλά αποδίδει καρπούς. Ο «κελαηδισμός» συμπληρώνει την εικόνα με τον ήχο του τραγουδιού και τη ζωντάνια της φύσης, σε αντίθεση με την προηγούμενη απουσία του κελαηδήματος του αηδονιού. Το επίθετο «παθητικό» δηλώνει εδώ έναν κελαηδισμό γεμάτο πάθος και συναισθηματική ένταση. Οι τέσσερις λέξεις παρατίθενται διαδοχικά, σε ασύνδετο σχήμα, και η συσσώρευσή τους ενισχύει την εντύπωση ότι ο κόσμος κατακλύζεται από ζωή και χαρά.
Η εικόνα αυτή συνδέεται με την αιφνίδια έλευση του «Εσύ», που παρουσιάζεται ως «όραμα θείο και ξαφνικό». Το κεφαλαίο αρχικό της αντωνυμίας και οι χαρακτηρισμοί «άγιαν» και «θείο» εξυψώνουν την παρουσία αυτή και υπογραμμίζουν τη λυτρωτική της δύναμη. Το ποίημα δεν κατονομάζει ρητά τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το «Εσύ»· επομένως, η ερμηνεία πρέπει να στηρίζεται κυρίως στο αποτέλεσμα της εμφάνισής του: μεταμορφώνει μια ζωή πόνου και στέρησης σε εμπειρία φωτός και πληρότητας. Με το ρήμα «γέμισε» και τη διατύπωση «όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα» η αναγέννηση αγκαλιάζει τόσο τον εσωτερικό κόσμο όσο και τον περιβάλλοντα χώρο. Η φύση γίνεται έτσι ο ποιητικός τρόπος έκφρασης της ψυχικής μεταμόρφωσης, ενώ ο πληθυντικός «μας» δίνει στο βίωμα συλλογική διάσταση.
Στην τελευταία στροφή η ίδια εμπειρία συνοψίζεται στις λέξεις «γιορτή» και «Πασκαλιά», που συνδέουν τη χαρά με την ανανέωση και το ξαναζωντάνεμα. Ωστόσο, η σύντομη διάρκειά της κάνει το όραμα να εμφανίζεται ως ένα παροδικό, λυτρωτικό πέρασμα μέσα στη δυστυχία. Συνεπώς, ο πυρήνας της ποιητικής απόδοσης του οράματος είναι οι τέσσερις λέξεις «ήλιο, ανθόν, οπώρα, κελαηδισμόν» και η σύνθετη εικόνα μιας φωτεινής, ανθισμένης, καρποφόρας φύσης που αντηχεί από τραγούδι: μια εικόνα αναγεννημένης ζωής, η οποία εκφράζει την ευτυχία και την εσωτερική πληρότητα.
 
3. Να εντοπίσετε τέσσερα διαφορετικά σχήματα λόγου και να εξηγήσετε πώς υπηρετούν το νόημα του κειμένου.
 
Στο ποίημα εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, τέσσερα διαφορετικά σχήματα λόγου: η προσωποποίηση, το χιαστό σχήμα, η αντίθεση και η επανάληψη. Με αυτά αποδίδονται παραστατικά ο κυρίαρχος πόνος, η πρόσκαιρη αναγέννηση και η οδύνη της απώλειας. Τα σχήματα δεν λειτουργούν απλώς ως διακοσμητικά στοιχεία, αλλά ενισχύουν τη συναισθηματική ένταση και αναδεικνύουν τη βασική πορεία του ποιήματος.
1. Προσωποποίηση: Στον στίχο «στη γης αυτή που μας μισεί» η γη αποκτά ένα ανθρώπινο συναίσθημα, το μίσος. Ο κόσμος παρουσιάζεται έτσι όχι ως ουδέτερος χώρος, αλλά ως εχθρική παρουσία που απορρίπτει τους ανθρώπους. Η προσωποποίηση εκφράζει το αίσθημα αποξένωσης και την αδυναμία τους να βρουν χαρά ή καταφύγιο μέσα στη ζωή. Αντίστοιχα, στην προσφώνηση «πόνε πικρέ και πόνε αψύ» και στη διατύπωση «που μας κρατάς», ο πόνος αντιμετωπίζεται σαν πρόσωπο στο οποίο μπορούν να απευθυνθούν και σαν ενεργή δύναμη που τους εξουσιάζει. Έτσι, η αφηρημένη οδύνη γίνεται συγκεκριμένη και άμεσα αισθητή, ενώ υπογραμμίζεται η επίμονη παρουσία της.
2. Χιαστό σχήμα: Στον στίχο «που μας κρατάς και σε κρατούμε» το χιαστό σχήμα εντοπίζεται στην αντιστροφή των νοηματικών και συντακτικών ρόλων, όχι στη σειρά αντωνυμίας και ρήματος. Στην πρώτη φράση ο πόνος είναι το υποκείμενο που κρατά τους ανθρώπους, ενώ στη δεύτερη οι άνθρωποι είναι το υποκείμενο που κρατά τον πόνο. Η σχέση διατάσσεται, επομένως, ως πόνος – άνθρωποι / άνθρωποι – πόνος. Το χιαστό σχήμα αποτυπώνει αυτή την αμοιβαία δέσμευση και τον αξεδιάλυτο δεσμό τους με την οδύνη. Δεν παρουσιάζονται μόνο ως αποδέκτες του πόνου, αλλά και ως υπάρξεις που παραμένουν προσκολλημένες σε αυτόν, χωρίς ο στίχος να διευκρινίζει την αιτία. Η μορφή του λόγου ενισχύει έτσι το αίσθημα εγκλωβισμού.
3. Αντίθεση: Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα ρήματα «ήρθες» και «Έφυγες», στην τρίτη και στην τέταρτη στροφή αντίστοιχα. Η έλευση συνδέεται με το φως, την άνθηση και την πληρότητα, ενώ η αποχώρηση με την ερήμωση, όπως δείχνει η φράση «έχουμε ρημάξει». Η ίδια αντίθεση αναπτύσσεται ανάμεσα στη «μαύρη γης και ζήση» και στον «ήλιο», καθώς και ανάμεσα στην απουσία του ανθού και του κελαηδήματος στη δεύτερη στροφή και στην παρουσία τους στην τρίτη. Με αυτές τις αντιθέσεις αναδεικνύεται η μεταμορφωτική δύναμη του «Εσύ»: η παρουσία του αλλάζει ριζικά την εμπειρία της ζωής. Ταυτόχρονα, η απότομη μετάβαση από τη χαρά στην απώλεια κάνει εντονότερο το τελικό παράπονο για τη σύντομη διάρκεια της ευτυχίας.
4. Επανάληψη: Στην τελευταία στροφή επαναλαμβάνονται η λέξη «Πασκαλιά» και η φράση «λίγο να βαστάξει», με την οποία αρχίζει και τελειώνει η στροφή. Η επανάληψη της «Πασκαλιάς» διατηρεί στο προσκήνιο την εμπειρία της γιορτής και της αναγέννησης, που έχει πλέον χαθεί. Η επαναφορά του «λίγο να βαστάξει» δίνει έμφαση στην οδυνηρή συντομία αυτής της εμπειρίας και δημιουργεί μια κυκλική διάταξη: το παράπονο επιστρέφει στο τέλος χωρίς να έχει βρει απάντηση ή ανακούφιση. Σε συνδυασμό με το επιφώνημα «Αχ!» και το τελικό «γιατ’», η επανάληψη προσδίδει στον λόγο θρηνητικό τόνο και φανερώνει την αδυναμία αποδοχής της απώλειας. Αντίστοιχα, η επανάληψη του «όλ’» στη φράση «όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα» τονίζει προηγουμένως την καθολικότητα της χαράς, ώστε η μετέπειτα ερήμωση να γίνεται ακόμη πιο αισθητή.
Συμπερασματικά, η προσωποποίηση δίνει υπόσταση στην εχθρότητα του κόσμου και στον πόνο, το χιαστό σχήμα εκφράζει τον εγκλωβισμό στην οδύνη, η αντίθεση οργανώνει τη μετάβαση από τη δυστυχία στη χαρά και πάλι στην ερήμωση, ενώ η επανάληψη εντείνει το παράπονο για την παροδικότητα της ευτυχίας. Τα τέσσερα σχήματα υπηρετούν έτσι από κοινού το νόημα του ποιήματος: τη δύναμη μιας λυτρωτικής παρουσίας να αναγεννά τη ζωή και τον βαθύ πόνο που προκαλεί το σύντομο πέρασμά της.
 
4. Να προσδιορίσετε το είδος του μέτρου και το σχήμα ομοιοκαταληξιών του ποιήματος.
 
Το ποίημα έχει ιαμβικό μέτρο και σταθερό σχήμα ομοιοκαταληξίας ΑΒΑΒΑ σε καθεμία από τις τέσσερις πεντάστιχες στροφές.
1. Μέτρο
Ο βασικός ρυθμός είναι ιαμβικός: στηρίζεται σε τέσσερις μετρικές μονάδες με διαδοχή μιας άτονης και μιας τονισμένης συλλαβής. Οι στίχοι εναλλάσσονται ως εξής:
• 1ος, 3ος και 5ος: εννεασύλλαβοι, με παροξύτονη κατάληξη.
• 2ος και 4ος: οκτασύλλαβοι, με οξύτονη κατάληξη.
Οι εννεασύλλαβοι έχουν μία επιπλέον άτονη συλλαβή μετά την τελευταία τονισμένη συλλαβή του τέταρτου ίαμβου.
Ενδεικτικά, στον δεύτερο στίχο:
στη ΓΗΣ | αυ ΤΗ | που ΜΑΣ | μι ΣΕΙ
διακρίνονται οι τέσσερις ιαμβικές μονάδες και η οξύτονη κατάληξη. Τα κεφαλαία δηλώνουν τις θέσεις της μετρικής έμφασης· δεν σημαίνουν ότι κάθε λέξη έχει υποχρεωτικά αυτοτελή λεξικό τόνο.
Στον πρώτο στίχο:
Στη ΖΗ | ση ΑΥ | τή ΠΟΥ | τη μι ΣΟΥ | με
η συνεκφώνηση στο «ζήση αυτή» επιτρέπει την εννεασύλλαβη μετρική ανάγνωση. Γενικότερα, για τη συλλαβική μέτρηση χρειάζεται να συνυπολογίζονται οι συνιζήσεις και οι συναλοιφές, όχι να μετρώνται μηχανικά όλα τα γραπτά φωνήεντα. Επίσης, ο ιαμβικός ρυθμός επιδέχεται τοπικές τονικές αποκλίσεις, όπως στην αρχή «ήρθες Εσύ», χωρίς να αλλάζει το βασικό μέτρο.
2. Ομοιοκαταληξία
Σε κάθε στροφή ομοιοκαταληκτούν:
• ο 1ος, ο 3ος και ο 5ος στίχος μεταξύ τους — Α,
• ο 2ος και ο 4ος στίχος μεταξύ τους — Β.

Στροφή

Ομοιοκαταληξίες Α — 1ος, 3ος, 5ος

Ομοιοκαταληξίες Β — 2ος, 4ος

Πρώτη

μισούμε – σβηούμε – κρατούμε

μισεί – αψύ

Δεύτερη

ζήση – ανθίσει – κελαηδήσει

τυφλά – αψηλά

Τρίτη

ώρα – οπώρα – χώρα

ξαφνικό – παθητικό

Τέταρτη

βαστάξει – ρημάξει – βαστάξει

Πασκαλιά – Πασκαλιά

 
Πρόκειται επομένως για πλεχτή ομοιοκαταληξία στους τέσσερις πρώτους στίχους, με επαναφορά της πρώτης ομοιοκαταληξίας στον πέμπτο: ΑΒΑΒΑ. Οι ομοιοκαταληξίες Α είναι παροξύτονες, ενώ οι Β οξύτονες. Η ηχητική αντιστοιχία κρίνεται από τον τελευταίο τονισμένο φθόγγο και εξής, ανεξάρτητα από την ορθογραφία· γι’ αυτό ομοιοκαταληκτούν, για παράδειγμα, τα «μισεί – αψύ» και «ζήση – ανθίσει».
Συνοπτικά: ιαμβικό μέτρο, με εναλλαγή εννεασύλλαβων και οκτασύλλαβων στίχων κατά το σχήμα 9–8–9–8–9, και ομοιοκαταληξία ΑΒΑΒΑ.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου