Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὠρύομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Johan Swanepoel
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ρύομαι»
 
ρύομαι: βρυχώμαι, ουρλιάζω
 
Ενεστώτας
Οριστική
ρύομαι, ρύ ή ρύει, ρύεται, ρυόμεθα, ρύεσθε, ρύονται
Υποτακτική
ρύωμαι, ρύ, ρύηται, ρυώμεθα, ρύησθε, ρύωνται
Ευκτική
ρυοίμην, ρύοιο, ρύοιτο, ρυοίμεθα, ρύοισθε, ρύοιντο
Προστακτική
---, ρύου, ρυέσθω, ---, ρύεσθε, ρυέσθων ή ρυέσθωσαν
Απαρέμφατο
ρύεσθαι
Μετοχή
ρυόμενος
ρυομένη
ρυόμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ρυόμενος, το ρυομένου, τ ρυομέν, τόν ρυόμενον, ρυόμενε
ο ρυόμενοι, τν ρυομένων, τος ρυομένοις, τούς ρυομένους, ρυόμενοι
 
Θηλυκό
ρυομένη, τς ρυομένης, τ ρυομέν, τήν ρυομένην, ρυομένη
α ρυόμεναι, τν ρυομένων, τας ρυομέναις, τάς ρυομένας, ρυόμεναι
 
Ουδέτερο
τό ρυόμενον, το ρυομένου, τ ρυομέν, τό ρυόμενον, ρυόμενον
τά ρυόμενα, τν ρυομένων, τος ρυομένοις, τά ρυόμενα, ρυόμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
ρυόμην, ρύου, ρύετο, ρυόμεθα, ρύεσθε, ρύοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ρύσομαι, ρύσ / ρύσει, ρύσεται, ρυσόμεθα, ρύσεσθε, ρύσονται
Ευκτική
ρυσοίμην, ρύσοιο, ρύσοιτο, ρυσοίμεθα, ρύσοισθε, ρύσοιντο
Απαρέμφατο
ρύσεσθαι
Μετοχή
ρυσόμενος
ρυσομένη
ρυσόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ρυσάμην, ρύσω, ρύσατο, ρυσάμεθα, ρύσασθε, ρύσαντο
Υποτακτική
ρύσωμαι, ρύσ, ρύσηται, ρυσώμεθα, ρύσησθε, ρύσωνται
Ευκτική
ρυσαίμην, ρύσαιο, ρύσαιτο, ρυσαίμεθα, ρύσαισθε, ρύσαιντο
Προστακτική
---, ρύσαι, ρυσάσθω, ---, ρύσασθε, ρυσάσθων ή ρυσάσθωσαν
Απαρέμφατο
ρύσασθαι
Μετοχή
ρυσάμενος
ρυσαμένη
ρυσάμενον

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διακονέω - διακονῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Pieter Bruegel the Elder
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διακονέω - διακον»
 
διακον: υπηρετώ, προσφέρω υπηρεσίες
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
διακον, διακονες, διακονε, διακονομεν, διακονετε, διακονοσι(ν)
Υποτακτική
διακον, διακονς, διακον, διακονμεν, διακοντε, διακονσι(ν)
Ευκτική
διακονομι, διακονος, διακονο ή διακονοίην, διακονοίης, διακονοίη, διακονομεν, διακονοτε, διακονοεν
Προστακτική
---, διακόνει, διακονείτω, ---, διακονετε, διακονούντων
Απαρέμφατο
διακονεν
Μετοχή
διακονν, διακονοσα, διακονον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
διακονν, το διακονοντος, τ διακονοντι, τόν διακονοντα, διακονν
ο διακονοντες, τν διακονούντων, τος διακονοσι, τούς διακονοντας, διακονοντες
 
Θηλυκό
διακονοσα, τς διακονούσης, τ διακονούσ, τήν διακονοσαν, διακονοσα
α διακονοσαι, τν διακονουσν, τας διακονούσαις, τάς διακονούσας, διακονοσαι
 
Ουδέτερο
τό διακονον, το διακονοντος, τ διακονοντι, τό διακονον, διακονον
τά διακονοντα, τν διακονούντων, τος διακονοσι, τά διακονοντα, διακονοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
διηκόνουν, διηκόνεις, διηκόνει, διηκονομεν, διηκονετε, διηκόνουν (κα διακόνουν)
 
Μέλλοντας
Οριστική
διακονήσω, διακονήσεις, διακονήσει, διακονήσομεν, διακονήσετε, διακονήσουσι(ν)
Ευκτική
διακονήσοιμι, διακονήσοις, διακονήσοι, διακονήσοιμεν, διακονήσοιτε, διακονήσοιεν
Απαρέμφατο
διακονήσειν
Μετοχή
διακονήσων, διακονήσουσα, διακονσον
 
Αόριστος
Οριστική
διηκόνησα, διηκόνησας, διηκόνησε(ν), διηκονήσαμεν, διηκονήσατε, διηκόνησαν (κα διακόνησα)
Υποτακτική
διακονήσω, διακονήσς, διακονήσ, διακονήσωμεν, διακονήσητε, διακονήσωσι(ν)
Ευκτική
διακονήσαιμι, διακονήσαις ή διακονήσειας, διακονήσαι ή διακονήσειε(ν), διακονήσαιμεν, διακονήσαιτε, διακονήσαιεν ή διακονήσειαν
Προστακτική
---, διακόνησον, διακονησάτω, ---, διακονήσατε, διακονησάντων ή διακονησάτωσαν
Απαρέμφατο
διακονσαι
Μετοχή
διακονήσας, διακονήσασα, διακονσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδιακόνηκα, δεδιακόνηκας, δεδιακόνηκε, δεδιακονήκαμεν, δεδιακονήκατε, δεδιακονήκασι(ν) (ή δεδιηκόνηκα)
 
Υποτακτική
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυα - δεδιακονηκός
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυα - δεδιακονηκός ς
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυα - δεδιακονηκός
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυαι - δεδιακονηκότα μεν
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυαι - δεδιακονηκότα τε
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυαι - δεδιακονηκότα σι
 
Ευκτική
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυα - δεδιακονηκός εην
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυα - δεδιακονηκός εης
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυα - δεδιακονηκός εη
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυαι - δεδιακονηκότα εμεν
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυαι - δεδιακονηκότα ετε
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυαι - δεδιακονηκότα εεν
 
Προστακτική
---
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυα - δεδιακονηκός σθι
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυα - δεδιακονηκός στω
---
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυαι - δεδιακονηκότα στε
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυαι - δεδιακονηκότα στων
 
Απαρέμφατο
δεδιακονηκέναι
Μετοχή
δεδιακονηκώς, δεδιακονηκυα, δεδιακονηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
δεδιηκονήκειν, δεδιηκονήκεις, δεδιηκονήκει, δεδιηκονήκεμεν, δεδιηκονήκετε, δεδιηκονήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
διακονομαι, διακον ή διακονε, διακονεται, διακονούμεθα, διακονεσθε, διακονονται
Υποτακτική
διακονμαι, διακον, διακονται, διακονώμεθα, διακονσθε, διακοννται
Ευκτική
διακονοίμην, διακονοο, διακονοτο, διακονοίμεθα, διακονοσθε, διακονοντο
Προστακτική
---, διακονο, διακονείσθω, ---, διακονεσθε, διακονείσθων
Απαρέμφατο
διακονεσθαι
Μετοχή
διακονούμενος, διακονουμένη, διακονούμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
διακονούμενος, το διακονουμένου, τ διακονουμέν, τόν διακονούμενον, διακονούμενε
ο διακονούμενοι, τν διακονουμένων, τος διακονουμένοις, τούς διακονουμένους, διακονούμενοι
 
Θηλυκό
διακονουμένη, τς διακονουμένης, τ διακονουμέν, τήν διακονουμένην, διακονουμένη
α διακονούμεναι, τν διακονουμένων, τας διακονουμέναις, τάς διακονουμένας, διακονούμεναι
 
Ουδέτερο
τό διακονούμενον, το διακονουμένου, τ διακονουμέν, τό διακονούμενον, διακονούμενον
τά διακονούμενα, τν διακονουμένων, τος διακονουμένοις, τά διακονούμενα, διακονούμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
διηκονούμην, διηκονο, διηκονετο, διηκονούμεθα, διηκονεσθε, διηκονοντο (κα διακονούμην)
 
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
διακονήσομαι, διακονήσ ή διακονήσει, διακονήσεται, διακονησόμεθα, διακονήσεσθε, διακονήσονται
Ευκτική
διακονησοίμην, διακονήσοιο, διακονήσοιτο, διακονησοίμεθα, διακονήσοισθε, διακονήσοιντο
Απαρέμφατο
διακονήσεσθαι
Μετοχή
διακονησόμενος, διακονησομένη, διακονησόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
διηκονησάμην, διηκονήσω, διηκονήσατο, διηκονησάμεθα, διηκονήσασθε, διηκονήσαντο
Υποτακτική
διακονήσωμαι, διακονήσ, διακονήσηται, διακονησώμεθα, διακονήσησθε, διακονήσωνται
Ευκτική
διακονησαίμην, διακονήσαιο, διακονήσαιτο, διακονησαίμεθα, διακονήσαισθε, διακονήσαιντο
Προστακτική
---, διακόνησαι, διακονησάσθω, ---, διακονήσασθε, διακονησάσθων ή διακονησάσθωσαν
Απαρέμφατο
διακονήσασθαι
Μετοχή
διακονησάμενος, διακονησαμένη, διακονησάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
διακονήθην, διακονήθης, διακονήθη, διακονήθημεν, διακονήθητε, διακονήθησαν
Υποτακτική
διακονηθ, διακονηθς, διακονηθ, διακονηθμεν, διακονηθτε, διακονηθσι(ν)
Ευκτική
διακονηθείην, διακονηθείης, διακονηθείη, διακονηθεμεν, διακονηθετε, διακονηθεεν
Προστακτική
---, διακονήθητι, διακονηθήτω, ---, διακονήθητε, διακονηθέντων ή διακονηθήτωσαν
Απαρέμφατο
διακονηθναι
Μετοχή
διακονηθείς, διακονηθεσα, διακονηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδιακόνημαι, δεδιακόνησαι, δεδιακόνηται, δεδιακονήμεθα, δεδιακόνησθε, δεδιακόνηνται
 
Υποτακτική
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον ς
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι - δεδιακονημένα μεν
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι - δεδιακονημένα τε
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι - δεδιακονημένα σι
 
Ευκτική
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον εην
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον εης
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον εη
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι - δεδιακονημένα εμεν
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι - δεδιακονημένα ετε
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι - δεδιακονημένα εεν
 
Προστακτική
---, δεδιακόνησο, δεδιακονήσθω, ---, δεδιακόνησθε, δεδιακονήσθων
Απαρέμφατο
δεδιακονσθαι
Μετοχή
δεδιακονημένος, δεδιακονημένη, δεδιακονημένον