Pieter Bruegel the Elder
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διακονέω - διακονῶ»
διακονῶ: υπηρετώ, προσφέρω υπηρεσίες
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
διακονῶ, διακονεῖς, διακονεῖ, διακονοῦμεν, διακονεῖτε, διακονοῦσι(ν)
Υποτακτική
διακονῶ, διακονῇς, διακονῇ, διακονῶμεν, διακονῆτε, διακονῶσι(ν)
Ευκτική
διακονοῖμι, διακονοῖς, διακονοῖ ή διακονοίην, διακονοίης, διακονοίη, διακονοῖμεν, διακονοῖτε, διακονοῖεν
Προστακτική
---, διακόνει, διακονείτω, ---, διακονεῖτε, διακονούντων
Απαρέμφατο
διακονεῖν
Μετοχή
διακονῶν, διακονοῦσα, διακονοῦν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ διακονῶν, τοῦ διακονοῦντος, τῷ διακονοῦντι, τόν διακονοῦντα, ὦ διακονῶν
οἱ διακονοῦντες, τῶν διακονούντων, τοῖς διακονοῦσι, τούς διακονοῦντας, ὦ διακονοῦντες
Θηλυκό
ἡ διακονοῦσα, τῆς διακονούσης, τῇ διακονούσῃ, τήν διακονοῦσαν, ὦ διακονοῦσα
αἱ διακονοῦσαι, τῶν διακονουσῶν, ταῖς διακονούσαις, τάς διακονούσας, ὦ διακονοῦσαι
Ουδέτερο
τό διακονοῦν, τοῦ διακονοῦντος, τῷ διακονοῦντι, τό διακονοῦν, ὦ διακονοῦν
τά διακονοῦντα, τῶν διακονούντων, τοῖς διακονοῦσι, τά διακονοῦντα, ὦ διακονοῦντα
Παρατατικός
Οριστική
διηκόνουν, διηκόνεις, διηκόνει, διηκονοῦμεν, διηκονεῖτε, διηκόνουν (καὶ ἐδιακόνουν)
Μέλλοντας
Οριστική
διακονήσω, διακονήσεις, διακονήσει, διακονήσομεν, διακονήσετε, διακονήσουσι(ν)
Ευκτική
διακονήσοιμι, διακονήσοις, διακονήσοι, διακονήσοιμεν, διακονήσοιτε, διακονήσοιεν
Απαρέμφατο
διακονήσειν
Μετοχή
διακονήσων, διακονήσουσα, διακονῆσον
Αόριστος
Οριστική
διηκόνησα, διηκόνησας, διηκόνησε(ν), διηκονήσαμεν, διηκονήσατε, διηκόνησαν (καὶ ἐδιακόνησα)
Υποτακτική
διακονήσω, διακονήσῃς, διακονήσῃ, διακονήσωμεν, διακονήσητε, διακονήσωσι(ν)
Ευκτική
διακονήσαιμι, διακονήσαις ή διακονήσειας, διακονήσαι ή διακονήσειε(ν), διακονήσαιμεν, διακονήσαιτε, διακονήσαιεν ή διακονήσειαν
Προστακτική
---, διακόνησον, διακονησάτω, ---, διακονήσατε, διακονησάντων ή διακονησάτωσαν
Απαρέμφατο
διακονῆσαι
Μετοχή
διακονήσας, διακονήσασα, διακονῆσαν
Παρακείμενος
Οριστική
δεδιακόνηκα, δεδιακόνηκας, δεδιακόνηκε, δεδιακονήκαμεν, δεδιακονήκατε, δεδιακονήκασι(ν) (ή δεδιηκόνηκα)
Υποτακτική
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός ὦ
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός ᾖς
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός ᾖ
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυῖαι - δεδιακονηκότα ὦμεν
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυῖαι - δεδιακονηκότα ἦτε
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυῖαι - δεδιακονηκότα ὦσι
Ευκτική
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός εἴην
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός εἴης
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός εἴη
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυῖαι - δεδιακονηκότα εἶμεν
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυῖαι - δεδιακονηκότα εἶτε
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυῖαι - δεδιακονηκότα εἶεν
Προστακτική
---
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός ἴσθι
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός ἔστω
---
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυῖαι - δεδιακονηκότα ἔστε
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυῖαι - δεδιακονηκότα ἔστων
Απαρέμφατο
δεδιακονηκέναι
Μετοχή
δεδιακονηκώς, δεδιακονηκυῖα, δεδιακονηκός
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδιηκονήκειν, ἐδεδιηκονήκεις, ἐδεδιηκονήκει, ἐδεδιηκονήκεμεν, ἐδεδιηκονήκετε, ἐδεδιηκονήκεσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
διακονοῦμαι, διακονῇ ή διακονεῖ, διακονεῖται, διακονούμεθα, διακονεῖσθε, διακονοῦνται
Υποτακτική
διακονῶμαι, διακονῇ, διακονῆται, διακονώμεθα, διακονῆσθε, διακονῶνται
Ευκτική
διακονοίμην, διακονοῖο, διακονοῖτο, διακονοίμεθα, διακονοῖσθε, διακονοῖντο
Προστακτική
---, διακονοῦ, διακονείσθω, ---, διακονεῖσθε, διακονείσθων
Απαρέμφατο
διακονεῖσθαι
Μετοχή
διακονούμενος, διακονουμένη, διακονούμενον
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ διακονούμενος, τοῦ διακονουμένου, τῷ διακονουμένῳ, τόν διακονούμενον, ὦ διακονούμενε
οἱ διακονούμενοι, τῶν διακονουμένων, τοῖς διακονουμένοις, τούς διακονουμένους, ὦ διακονούμενοι
Θηλυκό
ἡ διακονουμένη, τῆς διακονουμένης, τῇ διακονουμένῃ, τήν διακονουμένην, ὦ διακονουμένη
αἱ διακονούμεναι, τῶν διακονουμένων, ταῖς διακονουμέναις, τάς διακονουμένας, ὦ διακονούμεναι
Ουδέτερο
τό διακονούμενον, τοῦ διακονουμένου, τῷ διακονουμένῳ, τό διακονούμενον, ὦ διακονούμενον
τά διακονούμενα, τῶν διακονουμένων, τοῖς διακονουμένοις, τά διακονούμενα, ὦ διακονούμενα
Παρατατικός
Οριστική
διηκονούμην, διηκονοῦ, διηκονεῖτο, διηκονούμεθα, διηκονεῖσθε, διηκονοῦντο (καὶ ἐδιακονούμην)
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
διακονήσομαι, διακονήσῃ ή διακονήσει, διακονήσεται, διακονησόμεθα, διακονήσεσθε, διακονήσονται
Ευκτική
διακονησοίμην, διακονήσοιο, διακονήσοιτο, διακονησοίμεθα, διακονήσοισθε, διακονήσοιντο
Απαρέμφατο
διακονήσεσθαι
Μετοχή
διακονησόμενος, διακονησομένη, διακονησόμενον
Μέσος Αόριστος
Οριστική
διηκονησάμην, διηκονήσω, διηκονήσατο, διηκονησάμεθα, διηκονήσασθε, διηκονήσαντο
Υποτακτική
διακονήσωμαι, διακονήσῃ, διακονήσηται, διακονησώμεθα, διακονήσησθε, διακονήσωνται
Ευκτική
διακονησαίμην, διακονήσαιο, διακονήσαιτο, διακονησαίμεθα, διακονήσαισθε, διακονήσαιντο
Προστακτική
---, διακόνησαι, διακονησάσθω, ---, διακονήσασθε, διακονησάσθων ή διακονησάσθωσαν
Απαρέμφατο
διακονήσασθαι
Μετοχή
διακονησάμενος, διακονησαμένη, διακονησάμενον
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐδιακονήθην, ἐδιακονήθης, ἐδιακονήθη, ἐδιακονήθημεν, ἐδιακονήθητε, ἐδιακονήθησαν
Υποτακτική
διακονηθῶ, διακονηθῇς, διακονηθῇ, διακονηθῶμεν, διακονηθῆτε, διακονηθῶσι(ν)
Ευκτική
διακονηθείην, διακονηθείης, διακονηθείη, διακονηθεῖμεν, διακονηθεῖτε, διακονηθεῖεν
Προστακτική
---, διακονήθητι, διακονηθήτω, ---, διακονήθητε, διακονηθέντων ή διακονηθήτωσαν
Απαρέμφατο
διακονηθῆναι
Μετοχή
διακονηθείς, διακονηθεῖσα, διακονηθέν
Παρακείμενος
Οριστική
δεδιακόνημαι, δεδιακόνησαι, δεδιακόνηται, δεδιακονήμεθα, δεδιακόνησθε, δεδιακόνηνται
Υποτακτική
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον ὦ
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον ᾖς
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη -
δεδιακονημένον ᾖ
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι - δεδιακονημένα ὦμεν
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι -
δεδιακονημένα ἦτε
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι -
δεδιακονημένα ὦσι
Ευκτική
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον εἴην
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη -
δεδιακονημένον εἴης
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη -
δεδιακονημένον εἴη
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι -
δεδιακονημένα εἶμεν
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι -
δεδιακονημένα εἶτε
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι -
δεδιακονημένα εἶεν
Προστακτική
---, δεδιακόνησο, δεδιακονήσθω, ---, δεδιακόνησθε, δεδιακονήσθων
Απαρέμφατο
δεδιακονῆσθαι
Μετοχή
δεδιακονημένος, δεδιακονημένη, δεδιακονημένον
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διακονέω - διακονῶ»
Οριστική
διακονῶ, διακονεῖς, διακονεῖ, διακονοῦμεν, διακονεῖτε, διακονοῦσι(ν)
διακονῶ, διακονῇς, διακονῇ, διακονῶμεν, διακονῆτε, διακονῶσι(ν)
διακονοῖμι, διακονοῖς, διακονοῖ ή διακονοίην, διακονοίης, διακονοίη, διακονοῖμεν, διακονοῖτε, διακονοῖεν
---, διακόνει, διακονείτω, ---, διακονεῖτε, διακονούντων
διακονεῖν
διακονῶν, διακονοῦσα, διακονοῦν
Αρσενικό
ὁ διακονῶν, τοῦ διακονοῦντος, τῷ διακονοῦντι, τόν διακονοῦντα, ὦ διακονῶν
ἡ διακονοῦσα, τῆς διακονούσης, τῇ διακονούσῃ, τήν διακονοῦσαν, ὦ διακονοῦσα
τό διακονοῦν, τοῦ διακονοῦντος, τῷ διακονοῦντι, τό διακονοῦν, ὦ διακονοῦν
Οριστική
διηκόνουν, διηκόνεις, διηκόνει, διηκονοῦμεν, διηκονεῖτε, διηκόνουν (καὶ ἐδιακόνουν)
Οριστική
διακονήσω, διακονήσεις, διακονήσει, διακονήσομεν, διακονήσετε, διακονήσουσι(ν)
διακονήσοιμι, διακονήσοις, διακονήσοι, διακονήσοιμεν, διακονήσοιτε, διακονήσοιεν
Απαρέμφατο
διακονήσειν
Μετοχή
διακονήσων, διακονήσουσα, διακονῆσον
Οριστική
διηκόνησα, διηκόνησας, διηκόνησε(ν), διηκονήσαμεν, διηκονήσατε, διηκόνησαν (καὶ ἐδιακόνησα)
διακονήσω, διακονήσῃς, διακονήσῃ, διακονήσωμεν, διακονήσητε, διακονήσωσι(ν)
διακονήσαιμι, διακονήσαις ή διακονήσειας, διακονήσαι ή διακονήσειε(ν), διακονήσαιμεν, διακονήσαιτε, διακονήσαιεν ή διακονήσειαν
Προστακτική
---, διακόνησον, διακονησάτω, ---, διακονήσατε, διακονησάντων ή διακονησάτωσαν
Απαρέμφατο
διακονῆσαι
διακονήσας, διακονήσασα, διακονῆσαν
Οριστική
δεδιακόνηκα, δεδιακόνηκας, δεδιακόνηκε, δεδιακονήκαμεν, δεδιακονήκατε, δεδιακονήκασι(ν) (ή δεδιηκόνηκα)
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός ὦ
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός ᾖς
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυῖαι - δεδιακονηκότα ὦμεν
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός εἴην
---
δεδιακονηκώς - δεδιακονηκυῖα - δεδιακονηκός ἴσθι
δεδιακονηκότες - δεδιακονηκυῖαι - δεδιακονηκότα ἔστε
δεδιακονηκέναι
Μετοχή
δεδιακονηκώς, δεδιακονηκυῖα, δεδιακονηκός
Οριστική
ἐδεδιηκονήκειν, ἐδεδιηκονήκεις, ἐδεδιηκονήκει, ἐδεδιηκονήκεμεν, ἐδεδιηκονήκετε, ἐδεδιηκονήκεσαν
Οριστική
διακονοῦμαι, διακονῇ ή διακονεῖ, διακονεῖται, διακονούμεθα, διακονεῖσθε, διακονοῦνται
διακονῶμαι, διακονῇ, διακονῆται, διακονώμεθα, διακονῆσθε, διακονῶνται
διακονοίμην, διακονοῖο, διακονοῖτο, διακονοίμεθα, διακονοῖσθε, διακονοῖντο
---, διακονοῦ, διακονείσθω, ---, διακονεῖσθε, διακονείσθων
διακονεῖσθαι
διακονούμενος, διακονουμένη, διακονούμενον
Αρσενικό
ὁ διακονούμενος, τοῦ διακονουμένου, τῷ διακονουμένῳ, τόν διακονούμενον, ὦ διακονούμενε
ἡ διακονουμένη, τῆς διακονουμένης, τῇ διακονουμένῃ, τήν διακονουμένην, ὦ διακονουμένη
τό διακονούμενον, τοῦ διακονουμένου, τῷ διακονουμένῳ, τό διακονούμενον, ὦ διακονούμενον
Οριστική
διηκονούμην, διηκονοῦ, διηκονεῖτο, διηκονούμεθα, διηκονεῖσθε, διηκονοῦντο (καὶ ἐδιακονούμην)
Οριστική
διακονήσομαι, διακονήσῃ ή διακονήσει, διακονήσεται, διακονησόμεθα, διακονήσεσθε, διακονήσονται
διακονησοίμην, διακονήσοιο, διακονήσοιτο, διακονησοίμεθα, διακονήσοισθε, διακονήσοιντο
Απαρέμφατο
διακονήσεσθαι
Μετοχή
διακονησόμενος, διακονησομένη, διακονησόμενον
Οριστική
διηκονησάμην, διηκονήσω, διηκονήσατο, διηκονησάμεθα, διηκονήσασθε, διηκονήσαντο
διακονήσωμαι, διακονήσῃ, διακονήσηται, διακονησώμεθα, διακονήσησθε, διακονήσωνται
διακονησαίμην, διακονήσαιο, διακονήσαιτο, διακονησαίμεθα, διακονήσαισθε, διακονήσαιντο
Προστακτική
---, διακόνησαι, διακονησάσθω, ---, διακονήσασθε, διακονησάσθων ή διακονησάσθωσαν
Απαρέμφατο
διακονήσασθαι
Μετοχή
διακονησάμενος, διακονησαμένη, διακονησάμενον
Οριστική
ἐδιακονήθην, ἐδιακονήθης, ἐδιακονήθη, ἐδιακονήθημεν, ἐδιακονήθητε, ἐδιακονήθησαν
διακονηθῶ, διακονηθῇς, διακονηθῇ, διακονηθῶμεν, διακονηθῆτε, διακονηθῶσι(ν)
διακονηθείην, διακονηθείης, διακονηθείη, διακονηθεῖμεν, διακονηθεῖτε, διακονηθεῖεν
---, διακονήθητι, διακονηθήτω, ---, διακονήθητε, διακονηθέντων ή διακονηθήτωσαν
Απαρέμφατο
διακονηθῆναι
διακονηθείς, διακονηθεῖσα, διακονηθέν
Οριστική
δεδιακόνημαι, δεδιακόνησαι, δεδιακόνηται, δεδιακονήμεθα, δεδιακόνησθε, δεδιακόνηνται
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον ὦ
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον ᾖς
δεδιακονημένοι - δεδιακονημέναι - δεδιακονημένα ὦμεν
δεδιακονημένος - δεδιακονημένη - δεδιακονημένον εἴην
---, δεδιακόνησο, δεδιακονήσθω, ---, δεδιακόνησθε, δεδιακονήσθων
Απαρέμφατο
δεδιακονῆσθαι
δεδιακονημένος, δεδιακονημένη, δεδιακονημένον


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου