Λίνα Λούβη, Μηχανισμοί της ελληνικής
εξωτερική πολιτικής μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923-1928)
Μετά το 1923 αποκλειστικός στόχος της ελληνικής διπλωματίας θα είναι η
διατήρηση της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Αυτός ο
βασικός προσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής, που αιτιολογείται κυρίως από
την ανάγκη της Ελλάδας να εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους για την
εγκατάσταση των προσφύγων και τη σταθεροποίηση της οικονομίας της, επιβάλλει
την παθητική αποδοχή του καθεστώτος που όρισαν οι συνθήκες ειρήνης και οι
κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών.
Κατά τη διάρκεια των πέντε πρώτων ετών που ακολούθησαν τη συνθήκη της Λωζάννης, η ελληνική εξωτερική πολιτική καθορίζεται από την ανάγκη να εξασφαλίσει την έγκριση της Κοινωνίας των Εθνών. Αυτό το γεγονός προκαλεί συχνά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης: «Είναι αναντίρρητον ότι καταντά κατώτερον Κράτους», θα γράψει αντιπολιτευόμενη εφημερίδα, «να ρυθμίζει την όλην του ζωήν και υπόστασιν με μόνον σκοπόν την εξασφάλισιν της ευνοίας εκείνων, οι οποίοι θα συγκατανεύσουν να δανεισθή η Ελλάς ολίγα χρήματα με υποθήκευσιν ολοκλήρου του ελληνικού εδάφους».
Η Ελλάδα μεταξύ των πρώτων είχε γίνει μέλος της Κοινωνίας των Εθνών και μετά το 1923 υιοθέτησε κατά γράμμα τις αρχές της, που βρίσκονταν άλλωστε σε σύμπτωση με τα ελληνικά συμφέροντα. Ωστόσο όμως, με τον καινούριο συσχετισμό των δυνάμεων, τις καινούριες οικονομικές ισορροπίες που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη και τη νέα πολιτική πραγματικότητα που δημιουργήθηκε στα Βαλκάνια, οι μεγάλες δυνάμεις αδιαφόρησαν για τη διπλωματική θέση και τα συμφέροντα της Ελλάδας, που το 1923 βρίσκεται απομονωμένη.
Η εναλλαγή εξάλλου στρατιωτικών και πολιτικών βενιζελογενών κυβερνήσεων, τα προνουντσιαμέντα, οι δικτατορίες και η όλη πολιτική αναστάτωση μέχρι την επίσημη επάνοδο του Βενιζέλου το 1928, (σε συνάρτηση ασφαλώς με το νέο συσχετισμό δυνάμεων που επικράτησε στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια μετά τις συνθήκες ειρήνης που τερμάτισαν το μεγάλο πόλεμο) είχαν ως αποτέλεσμα να περάσουν τα εξωτερικά προβλήματα μετά τη συνθήκη της Λωζάννης σε δεύτερη μοίρα, σε σχέση με τα εσωτερικά, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε πριν το 1923.
Άλλωστε η Μεγάλη Ιδέα είναι πια αναχρονιστική. Η Ελλάδα –επίσημα τουλάχιστον– την έχει οριστικά εγκαταλείψει, ενώ αφετέρου δεν έχει ούτε την πολιτική δύναμη, ούτε την εξωτερική υποστήριξη και ακόμη περισσότερο τα οικονομικά μέσα για να επιδιώξει μια μεγαλοϊδεατική πολιτική.
Μ’ αυτούς τους όρους λοιπόν, όλες οι κυβερνήσεις θα δώσουν προτεραιότητα στα μεγάλα εσωτερικά προβλήματα. Ακόμη και οι στρατιωτικοί, με εξαίρεση τον Πάγκαλο, δεν θα αναμειχθούν στην πολιτική ζωή με πνεύμα μεγαλοϊδεατικού ρεβανσισμού, δεδομένου μάλιστα ότι ούτε τα πραξικοπήματα υπαγορεύονται από έξαρση πατριωτισμού. Έτσι η εξωτερική πολιτική έχει αφεθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στους διπλωμάτες. Η απουσία εξάλλου εμπνευσμένων ηγετών και βαρυσήμαντων γεγονότων, οδηγούσε σε μια μετριοπαθή εξωτερική πολιτική, που μπορεί να αποκαλεσθεί σύμφωνα με τις ερμηνείες σύγχρονων αναλυτών, «γραφειοκρατική διπλωματία».
Το Κοινοβούλιο αφετέρου ασκεί ένα μάλλον αναιμικό ρόλο: δεν συμμετέχει ουσιαστικά στην εξωτερική πολιτική και καλείται μόνο να επικυρώσει αποφάσεις που έχουν ήδη παρθεί εκτός Κοινοβουλίου, και εκτός Ελλάδας καμιά φορά. Η αντιπολίτευση παράλληλα, η οποία δηλώνει ότι δεν διαφωνεί με τον «καθορισμόν της γενικής κατευθύνσεως της εξωτερικής πολιτικής», είναι αντιφατική και χωρίς σαφείς και συγκεκριμένες απόψεις. Αρκείται στην καταγγελία των σφαλμάτων του παρελθόντος ή στην αναζήτηση ευθυνών, με επιθέσεις εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, κυρίως του Βενιζέλου και του Πολίτη, για εσωτερική κατανάλωση. Αυτή η στάση συνοδεύεται από διακηρύξεις που αποδίδουν τη διπλωματική απομόνωση της Ελλάδας στην εγκληματική τακτική του βενιζελισμού «όστις εδημιούργει και επέσυρε κατά της Ελλάδος εχθρότητας ξένων δια να τας εκμεταλλεύεται υπέρ αυτού».
Κατά τη διάρκεια της απουσίας του από την Ελλάδα και παρ’ όλους τους ενδοιασμούς του, ο Βενιζέλος θα παραμείνει ο πρωταγωνιστής της καινούριας μετριοπαθούς πολιτικής, χωρίς να γίνουν ποτέ σαφή τα κίνητρα της συμμετοχής του σ’ αυτή τη νέα διπλωματία. Δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω αν αυτή η παρασκηνιακή δραστηριότητα ήταν προσφορά υπηρεσιών στην απομονωμένη διπλωματικά Ελλάδα ή αν ήταν προμελετημένη ενέργεια με στόχο την πραγματοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών. Ο ίδιος πάντως ποτέ δεν διατύπωσε, επίσημα τουλάχιστον, την ύπαρξη τέτοιων φιλοδοξιών. Αντίθετα, αρνιόταν επίμονα να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική κάθε φορά που του γίνονταν ανάλογες προτάσεις από τους συνεργάτες του. Θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε ότι δεν είναι τυχαία η παρουσία του πίσω από κάθε σημαντική διπλωματική ή οικονομική κίνηση της Ελλάδας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο Βενιζέλος εξακολουθεί να είναι ο αυθεντικός ερμηνευτής της θέλησης των μεγάλων δυνάμεων και είναι η μόνη εγγύηση ότι τίποτα δεν θα παρεκκλίνει από τα σχέδιά τους για ασφάλεια και διατήρηση του status quo στον εύθραυστο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων. Έτσι, ανεξάρτητα από τα κίνητρα, θα κατευθύνει, για μεγάλο διάστημα, τις εξωτερικές δραστηριότητες της Ελλάδας μαζί με το Υπ. Εξωτερικών και το Διπλωματικό Σώμα, και με κύριους συνεργάτες τον Μιχαλακόπουλο, τον Πολίτη, τον Κακλαμάνο.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η σχέση που ένωσε τους συγκεκριμένους διπλωμάτες με τον Βενιζέλο, στάθηκε ένας βασικός παράγοντας για ν’ αναδυθεί μια νέα αυτόνομη τάξη, κάτοχος μιας προσωπικής ισχύος, που θα συγκρουσθεί και με τον ίδιο τον Βενιζέλο. Χωρίς καθορισμένο στάτους, ο αυτοεξόριστος πρωθυπουργός τους χρησίμευε ως άλλοθι. Επιπλέον τους εξασφάλιζε τις προϋποθέσεις για να διεκδικήσουν κάποια αυτονομία απέναντι στην εκάστοτε βενιζελογενή πολιτική ή στρατιωτική εξουσία, η οποία, μετά την αποτυχία της μεγαλοϊδεατικής πολιτικής, σχεδόν αδιαφορεί, όπως προαναφέρθηκε, για την καινούρια μετριοπαθή εξωτερική πολιτική.
Η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας θα παίξει επίσης έναν εξίσου σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά το 1923. Οι προσωπικές διασυνδέσεις του Αλ. Διομήδη με το Υπ. Εξωτερικών, την πρεσβεία του Λονδίνου και τον Βενιζέλο, με τον οποίο τελικά θα συγκρουσθεί, θα επηρεάσουν τη στάση της Ελλάδας απέναντι στην Κοινωνία των Εθνών, από την οποία εξαρτιόταν η σύναψη δανείου και το άνοιγμα της ξένης χρηματαγοράς. Παρά όμως την καλή διάθεση της Ελλάδας να μην παρεκκλίνει από τους κανόνες που όριζαν η Κ.τ.Ε. και οι μεγάλες δυνάμεις, η συγκυρία στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια έχει αλλάξει και η προσπάθεια της Ελλάδας να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Ευρώπης και την ισοτιμία των σχέσεων με τους βαλκανικούς γείτονες για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους θα είναι πολύ δύσκολη.
Η Αγγλία στη δεκαετία του 1920 εξακολουθεί να είναι δυναμικός παράγοντας στην Ευρώπη, διατηρώντας την οικονομική της κυριαρχία με την τραπεζική της οργάνωση, τις επενδύσεις της και τις πιστώσεις της στους συμμάχους. Με τη διαφορά ότι μετά τον πόλεμο, έχει καταλυθεί ο μηχανισμός που ένωνε το αγγλικό τραπεζικό σύστημα και το γερμανικό εμπόριο. Την ίδια εποχή η Αμερική, με τις συμμαχικές πιστώσεις, έχει κάνει δυναμικά την είσοδό της στην ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική ζωή, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην επαναλειτουργία του οικονομικού μηχανισμού της Ευρώπης και γίνεται απαραίτητη για την επανόρθωση του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος. Αμέσως μετά τον πόλεμο θα ζητήσει την επιστροφή στο ακέραιο των συμμαχικών χρεών, ενώ οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, δηλαδή η Αγγλία και η Γαλλία, δεν είναι σε θέση ν’ ανταποκριθούν.
Η επιρροή των συμμαχικών χρεών στην οικονομική ανασυγκρότηση της Ευρώπης ήταν τεράστια. Οι δυσκολίες που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη από την πολιτική της Αμερικής στο ζήτημα των πιστώσεων, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα και τις ελληνοαγγλικές σχέσεις, ειδικότερα: «Η Μ. Βρετανία ήταν διατεθειμένη», θα γράψει ο Τσώρτσιλ στον Βενιζέλο, «να ακυρώσει όλα τα πολεμικά δάνεια που της οφείλονταν, με την προϋπόθεση ότι αυτή η πολιτική θα γινόταν επίσης δεκτή και από τους πιστωτές της. Δυστυχώς η κυβέρνηση των Ην. Πολιτειών δεν συμφώνησε μαζί μας και απαίτησε την εξόφληση του χρέους που είχαμε συνάψει για τον κοινό σκοπό, γεγονός που θα επηρεάσει το επίπεδο ζωής στη χώρα μας για δύο γενεές. [...] Δεν μπορεί να απαιτήσει [η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος] από το βρετανό φορολογούμενο να αντιμετωπίσει το βάρος των χρεών προς τις Ην. Πολιτείες και από την άλλη μεριά να αρνηθεί τα ακόμη μεγαλύτερα ποσά που της οφείλονται. Ό,τι μπόρεσε να κάνει γι’ αυτό το έκανε».
Αφετέρου η Αγγλία που διατηρεί την κυριαρχία της στη Μεσόγειο και τη Μ. Ανατολή, ελέγχοντας το Σουέζ με την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο και εξασφαλίζοντας την πρόσβαση στις Ινδίες με τον Περσικό Κόλπο, στα Βαλκάνια διατηρεί μια πολιτική ουδετερότητας: αποφεύγει ν αναλαμβάνει ευθύνες και παράλληλα προσπαθεί να χειραγωγήσει μια άλλη ανερχόμενη δύναμη σ’ αυτό το χώρο, την Ιταλία, με την οποία άλλωστε επιδιώκει να έχει άριστες σχέσεις. Η Ελλάδα εξακολουθεί βέβαια να είναι ένας παράγοντας ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της ασφάλειας προς το Σουέζ και τα Δαρδανέλλια, και συγκεντρώνει πάντοτε το εμπορικό και το επενδυτικό ενδιαφέρον της Μ. Βρετανίας, αλλά οπωσδήποτε το 1923 η σημασία της δεν είναι για τα αγγλικά συμφέροντα ίδια με το 1914 ή το 1919.
Εξάλλου η εσωτερική ανωμαλία και οι στρατιωτικές κυβερνήσεις δεν εμπνέουν καμιά εμπιστοσύνη στην Αγγλία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας δεν δέχθηκε να διαπραγματευθεί για το θέμα των δανείων παρά μόνο με τον Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας επειδή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διομήδη «ενεφανίζετο ενώπιόν του ως Διοικητής του κεντρικού εκδοτικού ιδρύματος της Ελλάδος» και ότι δεν θα δεχόταν να συνεργαστεί με άλλον αντιπρόσωπον της κυβερνήσεως. «Έμεινα εννεός» θα σχολιάσει σχετικά ο Διομήδης στον Κοφινά.
Η εκτέλεση των Έξι επίσης έχει ψυχράνει τις ελληνοβρετανικές σχέσεις, και το θέμα της αβασίλευτης και της συνακόλουθης πολιτικής αστάθειας ήταν ένας σοβαρός λόγος που έκανε την Αγγλία δύσπιστη απέναντι στην Ελλάδα.
Αντίστοιχη πολιτική ουδετερότητας, που αποφεύγει συστηματικά την ανάληψη ευθυνών, ακολουθεί και η Γαλλία απέναντι στην Ελλάδα. Καταστραμμένη οικονομικά από τον πόλεμο, διεκδικεί με κάθε μέσο τις γερμανικές επανορθώσεις και κύριο μέλημά της θα είναι η διατήρηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας και η απομόνωση της Γερμανίας. Η εξωτερική της πολιτική λοιπόν, κυριαρχείται από το φόβο της γερμανικής εκδίκησης και έχει ως πρώτιστο στόχο τη δημιουργία ενός συστήματος ασφαλείας για τον κίνδυνο από τα ανατολικά. Έτσι, η Ελλάδα έμενε έξω από τους συνδυασμούς της Κεντρικής Ευρώπης, τη Μικρή Αντάντ δηλαδή, που προσπαθούσε να δημιουργήσει η Γαλλία.
Στην Ιταλία η πολιτική του Μουσολίνι έχει ανάγκη από μεγάλες εξωτερικές επιτυχίες. Οι αρχές όμως της Κοινωνίας των Εθνών, την οποία ο Μουσολίνι κατηγορούσε ως «αγγλογαλλικό όργανο», έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές του επεκτατισμού και του «mare nostrum». Ταυτόχρονα η ιταλική διπλωματία, που ανησυχεί για την ευρωπαϊκή ισορροπία και βλέπει στο γαλλικό σύστημα ασφαλείας, και συγκεκριμένα στη Μικρή Αντάντ, ένα στοιχείο γαλλικής υπεροχής στην Ευρώπη, θα προσπαθήσει να δημιουργήσει τη δική της πελατεία στην Κεντρική Ευρώπη και κυρίως στα Βαλκάνια.
Η Ελλάδα πάλι δεν μπορεί να συμπεριληφθεί σ’ αυτή την πελατεία καθώς δεν εντάσσεται σε κανένα συνδυασμό που μπορεί να βοηθήσει την Ιταλία να εξουδετερώσει τη γαλλική επιρροή στα Βαλκάνια· έτσι δεν έχει τη δυνατότητα να κερδίσει ούτε την υποστήριξη της Ιταλίας, μολονότι δείχνει, όλο αυτό το διάστημα, υπερβάλλοντα ζήλο προς αυτή την κατεύθυνση.
Είναι λοιπόν φανερό ότι η συγκυρία στην Ευρώπη κάθε άλλο παρά ευνοεί τους στόχους της ελληνικής διπλωματίας για μεγάλα ανοίγματα και εγγυήσεις εκ μέρους των δυτικών δυνάμεων. Το 1923, μετά τη συνθήκη της Λωζάννης, η Ελλάδα έχει ελάχιστη σημασία για τα κέντρα αποφάσεων της ευρωπαϊκής πολιτικής. Σ’ αυτή τη δύσκολη θέση της στην ευρωπαϊκή ισορροπία προστίθενται τα προβλήματα με τις γειτονικές χώρες. Πρέπει να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια των αναθεωρητικών κρατών, όπως είναι η Βουλγαρία, που αρνείται να παραδεχθεί ως τελειωτικό το καθεστώς των συνθηκών ειρήνης και διεκδικεί άνοιγμα στο Αιγαίο, συγκεκριμένα το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Επιπλέον το θέμα των μειονοτήτων θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα της ελληνικής διπλωματίας είναι η Γιουγκοσλαβία, που βρίσκεται μετά τον πόλεμο με τεράστια εδαφικά οφέλη και με την υποστήριξη της Γαλλίας. Αυτοί ίσως οι λόγοι ερμηνεύουν την αδιαλλαξία της στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα για το θέμα της ελεύθερης σερβικής ζώνης της Θεσσαλονίκης και της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Γευγελής. Από την άλλη, η απειλή μιας βουλγαροσερβικής προσέγγισης σε βάρος της Ελλάδας, θα οδηγήσει την ελληνική διπλωματία σε συνεχείς υποχωρήσεις έναντι της Σερβίας. Ωστόσο έπρεπε ν’ αποφευχθεί να εμπλακεί η Ελλάδα σε συστήματα αμυντικά ή επιθετικά που ήταν έξω από τα συμφέροντά της και δεν της απέδιδαν κανένα οικονομικό όφελος: ήταν σαφές ότι η γραμμή Θεσσαλονίκης-Γευγελής θα ενωνόταν με τη γραμμή Βελιγραδίου-Πράγας-Βαρσοβίας-Ντάντζιγκ ανεφοδιάζοντας από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, με πολεμικό υλικό αν ήταν ανάγκη, χωρίς καμμία συμμετοχή της Ελλάδας.
Οι εκκρεμότητες που άφησε η συνθήκη της Λωζάννης ως προς το θέμα των αποζημιώσεων των ανταλλαξίμων και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, θα έχουν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα κλίμα έντασης με την Τουρκία, το οποίο θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια της ελληνικής διπλωματίας να βγει από την απομόνωση.
Η προσήλωση στους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών δεν αρκούσε και δεν μπορούσε να δώσει τη λύση σ’ όλα αυτά τα εξωτερικά προβλήματα που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Ελλάδα μετά τη συνθήκη της Λωζάννης. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ούτε η ασταθής εσωτερική κατάσταση, ούτε η οικονομική καχεξία ενέπνεαν εμπιστοσύνη και ενδιαφέρον στις δυτικές δυνάμεις. Με αυτούς τους όρους λοιπόν, καθώς η χώρα είχε επείγουσα ανάγκη και από χρήματα (δεδομένου ότι ο εξωτερικός δανεισμός ήταν η μόνη λύση για ν’ αντιμετωπισθούν οι ανάγκες που δημιούργησε ο πόλεμος με την Τουρκία), και από διπλωματικά στηρίγματα, η ελληνική εξωτερική πολιτική βρίσκεται αμέσως μετά τη συνθήκη της Λωζάννης χωρίς πολλές δυνατότητες ελιγμών.
Έτσι, όταν τον Αύγουστο του 1923 ο Μουσολίνι θα βομβαρδίσει, για ασήμαντη αφορμή, την Κέρκυρα, προμελετημένη ίσως επίδειξη δυνάμεως, η αντίδραση της Ελλάδας, μετά από σύσταση του Υπ. Εξωτερικών, ήταν αναγκαστικά ήπια και υποτονική.
Η Ιταλία ζήτησε να λυθεί η διαφορά από την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη, ενώ το επεισόδιο υπαγόταν ουσιαστικά στην αρμοδιότητα της Κοινωνίας των Εθνών. Η ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε ωστόσο να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Πρεσβευτικής μολονότι η υποχώρηση αυτή δεν αντιπροσώπευε παρά τη γνώμη των διπλωματών, ενώ η στρατιωτική κυβέρνηση Γονατά-Πλαστήρα επιθυμούσε να διασωθεί με κάθε μέσο το εθνικό γόητρο. Έτσι το επεισόδιο της Κέρκυρας δίνει την πρώτη ευκαιρία για να φανεί η διάσταση απόψεων μεταξύ κυβερνήσεως και διπλωματών: «Η παρούσα κυβέρνηση αποτελείται από άπειρους στρατιωτικούς που δεν κατέχουν τίποτα από διπλωματία», θα δηλώσει στο Quai d’ Orsay την επομένη του βομβαρδισμού ο Έλληνας πρεσβευτής στο Παρίσι, «ελπίζω να εισακουσθεί η γνώμη του Poincaré, γιατί φοβάμαι ότι οι Ιταλοί θα καταλάβουν και τη Σάμο. Θα επέμβω στην κυβέρνησή μου για να δεχθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα τους όρους της Πρεσβευτικής». Τελικά, η Ελλάδα δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δείξει καλή διάθεση και υπακούοντας στις αποφάσεις της Πρεσβευτικής, αναγκάστηκε επιπλέον να πληρώσει 50.000.000 λιρ. στην Ιταλία. Το μήνυμα ήταν σαφές: οι μεγάλες δυνάμεις αποφεύγουν με κάθε τρόπο τη σύγκρουση με την Ιταλία· η Αγγλία επειδή έβλεπε στην Ιταλία ένα σύμμαχο στη Μεσόγειο και η Γαλλία επειδή, κατέχοντας τη Ρουρ, δεν ήθελε η Κοινωνία των Εθνών ν’ ασχοληθεί μ' ένα παρεμφερές ζήτημα, φοβούμενη τα αντίποινα της Ιταλίας στο Φιούμε.
Σ’ αυτή την περίοδο, κατά την οποία η ελληνική διπλωματία διακρίνεται από αναποφασιστικότητα και προσπάθεια αναζήτησης στηριγμάτων, η Ελλάδα, κατά παράδοξο τρόπο, θα επιδιώξει να συμφιλιωθεί με την Ιταλία, παρά το επεισόδιο της Κέρκυρας και την κατοχή της Δωδεκανήσου. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις τρεις μήνες μετά το βομβαρδισμό ο καθηγητής Ανδρεάδης, στενός συνεργάτης του Πολίτη, θα γράψει στο περιβόητο άρθρο του στη Revue de Genève: «Η παρεξήγηση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας δεν είναι αποτέλεσμα σοβαρών διαφωνιών, δεν είναι σύγκρουση συμφερόντων, θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε φανταστική σύγκρουση».
Το Υπ. Εξωτερικών, με επικεφαλής τον Μιχαλακόπουλο, θα συνεχίσει την πολιτική αυτή απέναντι στην Ιταλία μέχρι την υπογραφή του ελληνοϊταλικού συμφώνου το 1928 από τον Βενιζέλο. Ο ίδιος ο Βενιζέλος μάλιστα, επιθυμώντας από την αρχή τη συμφιλίωση με την Ιταλία, θα συμβουλέψει τον ελληνικό τύπο να χρησιμοποιεί φιλική γλώσσα για τη γειτονική χώρα.
Το επεισόδιο της Κέρκυρας είναι το πρώτο παράδειγμα της συγκεχυμένης και ήπιας εξωτερικής πολιτικής που υπαγορευόταν από την αρχή ότι η Ελλάδα δεν είχε συμφέρον να εναντιωθεί στις μεγάλες δυνάμεις. Το γεγονός εξάλλου ότι την ίδια εποχή η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει την έκδοση του προσφυγικού δανείου, η οποία εξαρτάται από την Κοινωνία των Εθνών, δεν πρέπει να οφείλεται σε απλή σύμπτωση.
Τον Ιούλιο του 1923, ο Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Αλ. Διομήδης, «με ευρυτάτην πληρεξουσιότητα ελληνικής κυβερνήσεως», όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Υπουργός Εξωτερικών Αλεξανδρής, πηγαίνει στη Λωζάννη, στο Παρίσι και στο Λονδίνο για να υποστηρίξει την αίτηση δανείου την οποία είχε υποβάλει η Ελλάδα από το Νοέμβριο του 1922.
Η ανάγκη αυτή εύρεσης πόρων από το εξωτερικό, θα κινήσει και το θέμα των πολεμικών πιστώσεων που είχαν διατεθεί στην Ελλάδα με τις συμφωνίες του 1918 και 1919. Από τη στιγμή που τίθεται θέμα δανείου, ο Βενιζέλος θα αντιταχθεί σ’ αυτή τη λύση, επιμένοντας ότι οι συμμαχικές δυνάμεις οφείλουν στην Ελλάδα το υπόλοιπο των πιστώσεων που δεν της είχαν δοθεί εξαιτίας της κυβερνητικής αλλαγής του Νοεμβρίου του 1920. Τόσο όμως ο Βενιζέλος, όσο και η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας και οι διπλωμάτες, έχουν ν’ αντιμετωπίσουν όχι μόνο την άρνηση των συμμαχικών κυβερνήσεων, λόγω των γνωστών αντιρρήσεων περί οικονομικής και πολιτικής ομαλότητας, αλλά και τη δυσφορία της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, η οποία οφείλεται πιθανόν στις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν στην Ευρώπη: η Αμερική απαιτεί τα συμμαχικά χρέη, η Γερμανία έχει σταματήσει να πληρώνει τις επανορθώσεις που οφείλει στους συμμάχους και η γαλλική κυβέρνηση αποφασίζει ως αντίποινα την εισβολή στη Ρουρ, ενέργεια που έχει καταστρεπτικές συνέπειες και εξαγριώνει την κοινή γνώμη. Η απαίτηση λοιπόν της Ελλάδας για πληρωμή του υπολοίπου των πιστώσεων, που είναι 23.000.000 ή ακόμη και για δάνειο, συμπίπτει με τη χειρότερη στιγμή για την Ευρώπη και δεν μπορεί παρά να βρει αντίθετες τις Μ. Δυνάμεις. Η έκδοση νέου δανείου, εξάλλου, προϋπέθετε άδεια εκ μέρους των κυβερνήσεων της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αμερικής, με βάση τη συμφωνία του 1918 που ανέφερε ότι «μέχρι να εξοφληθούν οι υποχρεώσεις της Ελλάδας, καμμία καινούρια εγγύηση δεν μπορεί να δοθεί για εξωτερικό δάνειο χωρίς την έγκριση των κυβερνήσεων των Ην. Πολιτειών, της Γαλλίας και της Αγγλίας».
Το πρωτόκολλο που υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 1924 μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, στα πλαίσια της Κοινωνίας των Εθνών και που αναγνώριζε την ύπαρξη βουλγαρικών μειονοτήτων στην Ελλάδα, είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της υποταγής της ελληνικής διπλωματίας στην Κοινωνία των Εθνών (που στην ουσία ήταν οι Μ. Δυνάμεις) και της ανεπάρκειας των μηχανισμών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ανεπάρκεια που ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα της αυτονομίας του διπλωματικού σώματος. Το πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ θεωρήθηκε διπλωματικό ολίσθημα και προσωπικό λάθος του Ν. Πολίτη, στον οποίο είχε δοθεί πλήρης ελευθερία κινήσεων από την ελληνική κυβέρνηση. Η υπογραφή του είχε αφενός τεράστιες συνέπειες στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις και έδινε αφετέρου στη Βουλγαρία δικαίωμα παρέμβασης στα ελληνικά πράγματα. Η κυβέρνηση φάνηκε σχεδόν απληροφόρητη για την υπογραφή του πρωτοκόλλου, το οποίο εξόργισε τον Βενιζέλο, που ανέλαβε τελικά και τη διαδικασία ακύρωσης: «Ενήργησε μετ’ αφελείας και μετά πλήρους περιφρονήσεως προς τας πραγματικότητας της ελληνικής ζωής», θα πει ο Βενιζέλος στη Γενεύη. Η αφέλεια όμως ενός διπλωμάτη, και μάλιστα σαν τον Πολίτη, δεν είναι αρκετή, κατά την κρίση μου, για να εξηγήσει μια τέτοια διπλωματική «γκάφα», όπως ονομάστηκε. Πάντως τα κίνητρά του δεν έχουν διευκρινιστεί: μπορεί να υπέκυψε στις πιέσεις των Μ. Δυνάμεων, μελών της Κοινωνίας των Εθνών, οι οποίες ήθελαν να λύσουν το ζήτημα των μειονοτήτων της Μακεδονίας (που αποτελούσε μια μόνιμη αιτία αναταραχών και μεγάλο πρόβλημα για τον Διεθνή Οργανισμό) και έτσι να δέχθηκε την υπογραφή του πρωτοκόλλου, για να μην εναντιωθεί δηλαδή στην επιθυμία της Κοινωνίας των Εθνών, σε μια περίοδο τόσο άσχημη για την ελληνική εξωτερική και οικονομική πολιτική. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η Ελλάδα δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στις χώρες μέλη της Κοινωνίας των Εθνών. Έτσι αναγκάζεται να χρηματοδοτήσει στη Γαλλία φιλελληνική προπαγάνδα μέσω του τύπου για να επηρεαστεί η κοινή γνώμη για το ζήτημα των πιστώσεων και του δανείου. Πρέπει αφετέρου να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Αγγλίας που προβάλλει μονίμως εμπόδια για να εκδώσει δάνειο με την αιτιολογία της ανώμαλης ζωής στο εσωτερικό της χώρας. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο, κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι το πρωτόκολλο για τις μειονότητες υπογράφηκε λίγους μήνες μετά τη δεύτερη κρούση που έκανε η Ελλάδα μέσω του Διομήδη για δάνειο, που θα είχε εγγυήτρια την Κοινωνία των Εθνών.
Η δικτατορία του Πάγκαλου δεν θα θέσει στους στόχους της την ευθυγράμμιση της διπλωματίας της με τους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών. Θ’ ακολουθήσει μια αναθεωρητική εξωτερική πολιτική, πέφτοντας συχνά σε αντιφάσεις, αλλά έχοντας ως βασικό σκοπό της μια εντυπωσιακή εξωτερική επιτυχία, όπως θα ήταν ένας νικηφόρος πόλεμος με την Τουρκία. Η κρίση της Μοσούλης έδινε τη μεγάλη ευκαιρία στον Πάγκαλο. Η Τουρκία και η Μ. Βρετανία θα έρχονταν οπωσδήποτε σε ρήξη και η Ελλάδα έπρεπε να είναι έτοιμη να βοηθήσει τη σύμμαχό της Βρετανία. Συγχρόνως πλησιάζοντας τον Μουσολίνι και έχοντας ως συμμάχους της τις δυο Μ. Δυνάμεις, θα μπορούσε να ξαναπάρει τη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, και ο Μουσολίνι θα της επέστρεφε τα Δωδεκάνησα, αφού αυτός έπαιρνε τις ακτές της Μ. Ασίας. Έχοντας λοιπόν ως κύριο μέλημα την ανάκτηση των χαμένων εδαφών, ο Πάγκαλος θα κάνει πολλούς συμβιβασμούς απέναντι στην Ιταλία, αλλά κυρίως απέναντι στη γειτονική Γιουγκοσλαβία, αφού διεκδικούσε τη φιλική της στάση και ίσως τη βοήθειά της σε περίπτωση επίθεσης στην Τουρκία. Έτσι, θα υπογράψει τη συμφωνία για την ελεύθερη ζώνη της Θεσσαλονίκης και τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Γευγελής, σύμφωνα με την οποία παραχωρούσε στη Γιουγκοσλαβία ένα μεγάλο τμήμα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Ανεπίσημες ωστόσο πληροφορίες, που δεν έχω κατορθώσει ως τώρα να εξακριβώσω, αναφέρουν ότι υπήρχαν μυστικές ρήτρες στη συμφωνία αυτή, που εξασφάλιζαν ως αντάλλαγμα προς την Ελλάδα τη συμπαράσταση της Σερβίας σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου.
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στη δικτατορία του Πάγκαλου είναι ότι η αλλοπρόσαλλη μεγαλοϊδεατική πολιτική του, έδωσε στο Λαϊκό Κόμμα πολλές φορές την ευκαιρία να κατακρίνει τον μέχρι τότε κακό χειρισμό των εξωτερικών υποθέσεων και να υποστηρίξει με έμμεσο τρόπο την πολιτική αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης, ενώ νωρίτερα δήλωνε ότι δεν είχε βασικές διαφωνίες με τη γραμμή της εξωτερικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστική η καταγγελία του Γ. Βλάχου στην Καθημερινή της 17ης Φεβρουαρίου 1926: «Ο υπογράψας τη συνθήκη ήτο υπέρ της εκριζώσεως των περαιτέρω βλέψεων και ελπίδων. [...] Δεν παραβιάζεται η συνθήκη τοιαύτη ήτο[...] Όταν συμπληρούται η προσπάθεια προς εκρίζωσιν του ελληνισμού της Τουρκίας, η συνθήκη της Λωζάννης απλώς εκτελείται». Αφετέρου ενώ το Λαϊκό Κόμμα κατέκρινε τις αξιώσεις των Σέρβων και τη δουλοπρέπεια της ελληνικής διπλωματίας, υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να υποχωρήσει η Ελλάδα σ’ αυτές, τις παραμονές της υπογραφής της συμφωνίας «παραχωρήσεως», στην ουσία, του λιμανιού της Θεσσαλονίκης στη Γιουγκοσλαβία, οι εφημερίδες του Λαϊκού Κόμματος θριαμβολογούν γιατί «εξομαλύνθησαν πλήρως αι υφιστάμεναι δυσχέρειαι».
Φαίνεται τελικά ότι η εξωτερική πολιτική του βενιζελικού δικτάτορα, συνέπιπτε με τους βασικούς άξονες της πολιτικής του αντιβενιζελισμού.
Μετά την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου, οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις θα επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο, δεδομένου ότι έπρεπε να μην τεθεί σε ισχύ η συμφωνία για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και παράλληλα να επιδιωχθεί η υπογραφή ενός συμφώνου φιλίας. Η προσέγγιση με την Ιταλία, τη μόνιμη απειλή για τα σερβικά συμφέροντα, θ’ αποδειχθεί η μόνη λύση που μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα.
Η υποταγή της εξωτερικής πολιτικής στην Κοινωνία των Εθνών ήταν πια γνωστό ότι δεν μπορούσε να φέρει κανένα αποτέλεσμα. Η Κ.τ.Ε. δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την ειρήνη και να θέσει σε λειτουργία τους μηχανισμούς της συλλογικής ασφάλειας. Αφετέρου η αναθεωρητική πολιτική του Πάγκαλου αποδείχθηκε σχεδόν καταστροφική για την ελληνική διπλωματία. Μετά από αυτές τις αποτυχημένες προσπάθειες, η οικουμενική κυβέρνηση θα θέσει ως στόχο της την πολιτική της ισορροπίας των δυνάμεων. Έτσι, η σύναψη διμερών συνθηκών με τους γείτονες, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία ενός «βαλκανικού Λοκάρνο», θα γίνει η βασική επιδίωξη της πολιτικής του Μιχαλακόπουλου. Ωστόσο παρά τις προσπάθειες των διπλωματών και του Μιχαλακόπουλου ειδικότερα, η Ελλάδα, πέντε χρόνια μετά τη συνθήκη της Λωζάννης, δεν θα έχει καμιά διπλωματική επιτυχία στο ενεργητικό της, εκτός από ένα σύμφωνο «φιλίας και μη επιθέσεως» με τη Ρουμανία, με την οποία όμως δεν είχε καμιά διαφορά.
Οι σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία παραμένουν τεταμένες λόγω του ζητήματος του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, ενώ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χειροτέρευσαν και οι διαπραγματεύσεις για την εφαρμογή της συνθήκης της Λωζάννης είχαν φθάσει σε αδιέξοδο. Θα χρειασθεί ν’ αναλάβει ο Βενιζέλος, επίσημα πια, την εξωτερική πολιτική για ν’ αρχίσει η Ελλάδα να βγαίνει από τη διπλωματική απομόνωση.
Ταυτόχρονα όμως η υποταγή της οικονομικής πολιτικής στην Κοινωνία των Εθνών και στην Αγγλία ειδικότερα, γίνεται, σ’ αυτή τη φάση, απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει η Ελλάδα να πάρει δεύτερο δάνειο το οποίο ήταν αναγκαίο για την αποκατάσταση των προσφύγων και την σταθεροποίηση της οικονομίας της. Κύριο μέλημα της οικουμενικής θα γίνει η προσπάθεια να καταστήσει τη χώρα «άξια» δανείου. Απ’ τη μεριά του ο Πολίτης στην Κοινωνία των Εθνών, επιδιώκει να μη δυσαρεστήσει την Αγγλία, από την οποία εξαρτάται και η έκδοση του δανείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αν και γαλλόφιλος, ο Πολίτης πήρε θέση υπέρ της Αγγλίας και εναντίον της Πολωνίας, όταν η τελευταία έκανε πρόταση υποστήριξης του πρωτοκόλλου περί αμοιβαίας ασφάλειας και περιορισμού των εξοπλισμών, που εξασφάλιζε τα μικρά κράτη και κατά συνέπεια και την Ελλάδα. Ασφαλώς η Αγγλία το 1927 δεν ήθελε να πέσει στην παγίδα παροχής εγγυήσεων προς τα μικρά κράτη της Ευρώπης.
Η ευθυγράμμιση των ελληνικών συμφερόντων με αυτά της Αγγλίας θα γίνει ακόμη μια φορά εμφανής με την άρνηση της Ελλάδας ακόμη και να συζητήσει την προσφορά της Σουηδίας για ενδεχόμενο δάνειο επιμένοντας στην συνδιαλλαγή με τον Hambro. Η Αγγλία όμως απαιτεί την επιστροφή των πολεμικών χρεών της Ελλάδας για να της δώσει νέο δάνειο. Η Εθνική Τράπεζα και το Υπ. Εξωτερικών συμφωνούν ότι η Ελλάδα πρέπει να υποχωρήσει. Είναι σαφές ότι χωρίς συμβιβασμό από τη μεριά της Ελλάδας, ο Άγγλος αντιπρόσωπος στην Οικονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών θα απέκρουε, βρίσκοντας οποιαδήποτε πρόφαση, την πρότασή της για δάνειο. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που η Κοινωνία των Εθνών ενέκρινε το δάνειο, η πραγματοποίησή του θα ήταν αδύνατη στην αγορά του Λονδίνου, εφόσον το Θησαυροφυλάκιο είχε θέσει ως όρο ότι κανένα δάνειο δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί σε χώρες που δεν είχαν κανονίσει το ζήτημα των χρεών τους. Κάτω από την πίεση της Εθνικής, που επείγεται ν’ ανοίξει η χρηματαγορά του Λονδίνου, η κυβέρνηση υποχωρεί στις απαιτήσεις της Αγγλίας. Ο Βενιζέλος όμως, που θ’ αναλάβει επίσημα τις διαπραγματεύσεις, διαφωνεί και με την κυβέρνηση και με την Εθνική και με τους διπλωμάτες, διακηρύσσοντας ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να παραιτηθεί από το υπόλοιπο των συμμαχικών πιστώσεων που της οφείλονται από τις δυτικές δυνάμεις. Τελικά ο Βενιζέλος θα παραιτηθεί από τις διαπραγματεύσεις και ο Κακλαμάνος, σε πλήρη συντονισμό με την Εθνική, θα υπογράψει τον Απρίλιο του ‘27 συμφωνία για τον διακανονισμό του πολεμικού χρέους. Στη συνέχεια η Ελλάδα, υποκύπτοντας στους όρους της Αγγλίας για δημιουργία ξεχωριστού Εκδοτικού Ιδρύματος, θα κάνει αίτηση για δάνειο στην Κοινωνία των Εθνών η οποία εγγυήθηκε για 9.000.000 £.
Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στις εξής συνοπτικές διαπιστώσεις:
Το 1923, η ελληνική εξωτερική πολιτική κατευθύνεται από την ανάγκη σύναψης εξωτερικού δανείου και εξεύρεσης διπλωματικών στηριγμάτων. Θα προσαρμοστεί στους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών, και για το λόγο ότι αυτοί συμπίπτανε απόλυτα με τα πολιτικά της συμφέροντα, και επειδή δεν θέλει να εναντιωθεί στις δυτικές δυνάμεις, από τις οποίες εξαρτώνται τα εξωτερικά δάνεια. Οι μηχανισμοί της όμως θ’ αποδειχθούν ανεπαρκείς και αντιφατικοί για να κατορθώσει η Ελλάδα να βγει από την απομόνωση που βρίσκεται μετά τη μικρασιατική καταστροφή.
Το αδιέξοδο αυτό οφείλεται αφενός στην αρνητική ευρωπαϊκή και βαλκανική συγκυρία, και αφετέρου στο γεγονός ότι οι πολυάριθμες και βραχύβιες στρατιωτικές ή πολιτικές κυβερνήσεις, δεν έδωσαν πρωταρχική σημασία στη νέα εξωτερική πολιτική, με αποτέλεσμα να περάσουν οι διεθνείς σχέσεις της χώρας σχεδόν αποκλειστικά στους διπλωμάτες. Η έλλειψη συνεννόησης και κατευθυντήριας γραμμής θα οδηγήσει σε λάθος χειρισμούς, που θα έχουν πολλές φορές αρνητικά αποτελέσματα.
Ο Βενιζέλος θα είναι ο μεγάλος παρών-απών. Θα κατευθύνει, όταν χρειάζεται, την ελληνική διπλωματία, αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι τίποτα δεν θα επιτευχθεί στην ελληνική πολιτική πριν αναλάβει επίσημα τη διακυβέρνηση της Ελλάδας.
Βενιζελισμός και Αστικός Εκσυγχρονισμός,
Επιμέλεια: Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος – Χρήστος Χατζηιωσήφ, Πανεπιστημιακές
Εκδόσεις Κρήτης
Κατά τη διάρκεια των πέντε πρώτων ετών που ακολούθησαν τη συνθήκη της Λωζάννης, η ελληνική εξωτερική πολιτική καθορίζεται από την ανάγκη να εξασφαλίσει την έγκριση της Κοινωνίας των Εθνών. Αυτό το γεγονός προκαλεί συχνά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης: «Είναι αναντίρρητον ότι καταντά κατώτερον Κράτους», θα γράψει αντιπολιτευόμενη εφημερίδα, «να ρυθμίζει την όλην του ζωήν και υπόστασιν με μόνον σκοπόν την εξασφάλισιν της ευνοίας εκείνων, οι οποίοι θα συγκατανεύσουν να δανεισθή η Ελλάς ολίγα χρήματα με υποθήκευσιν ολοκλήρου του ελληνικού εδάφους».
Η Ελλάδα μεταξύ των πρώτων είχε γίνει μέλος της Κοινωνίας των Εθνών και μετά το 1923 υιοθέτησε κατά γράμμα τις αρχές της, που βρίσκονταν άλλωστε σε σύμπτωση με τα ελληνικά συμφέροντα. Ωστόσο όμως, με τον καινούριο συσχετισμό των δυνάμεων, τις καινούριες οικονομικές ισορροπίες που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη και τη νέα πολιτική πραγματικότητα που δημιουργήθηκε στα Βαλκάνια, οι μεγάλες δυνάμεις αδιαφόρησαν για τη διπλωματική θέση και τα συμφέροντα της Ελλάδας, που το 1923 βρίσκεται απομονωμένη.
Η εναλλαγή εξάλλου στρατιωτικών και πολιτικών βενιζελογενών κυβερνήσεων, τα προνουντσιαμέντα, οι δικτατορίες και η όλη πολιτική αναστάτωση μέχρι την επίσημη επάνοδο του Βενιζέλου το 1928, (σε συνάρτηση ασφαλώς με το νέο συσχετισμό δυνάμεων που επικράτησε στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια μετά τις συνθήκες ειρήνης που τερμάτισαν το μεγάλο πόλεμο) είχαν ως αποτέλεσμα να περάσουν τα εξωτερικά προβλήματα μετά τη συνθήκη της Λωζάννης σε δεύτερη μοίρα, σε σχέση με τα εσωτερικά, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε πριν το 1923.
Άλλωστε η Μεγάλη Ιδέα είναι πια αναχρονιστική. Η Ελλάδα –επίσημα τουλάχιστον– την έχει οριστικά εγκαταλείψει, ενώ αφετέρου δεν έχει ούτε την πολιτική δύναμη, ούτε την εξωτερική υποστήριξη και ακόμη περισσότερο τα οικονομικά μέσα για να επιδιώξει μια μεγαλοϊδεατική πολιτική.
Μ’ αυτούς τους όρους λοιπόν, όλες οι κυβερνήσεις θα δώσουν προτεραιότητα στα μεγάλα εσωτερικά προβλήματα. Ακόμη και οι στρατιωτικοί, με εξαίρεση τον Πάγκαλο, δεν θα αναμειχθούν στην πολιτική ζωή με πνεύμα μεγαλοϊδεατικού ρεβανσισμού, δεδομένου μάλιστα ότι ούτε τα πραξικοπήματα υπαγορεύονται από έξαρση πατριωτισμού. Έτσι η εξωτερική πολιτική έχει αφεθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στους διπλωμάτες. Η απουσία εξάλλου εμπνευσμένων ηγετών και βαρυσήμαντων γεγονότων, οδηγούσε σε μια μετριοπαθή εξωτερική πολιτική, που μπορεί να αποκαλεσθεί σύμφωνα με τις ερμηνείες σύγχρονων αναλυτών, «γραφειοκρατική διπλωματία».
Το Κοινοβούλιο αφετέρου ασκεί ένα μάλλον αναιμικό ρόλο: δεν συμμετέχει ουσιαστικά στην εξωτερική πολιτική και καλείται μόνο να επικυρώσει αποφάσεις που έχουν ήδη παρθεί εκτός Κοινοβουλίου, και εκτός Ελλάδας καμιά φορά. Η αντιπολίτευση παράλληλα, η οποία δηλώνει ότι δεν διαφωνεί με τον «καθορισμόν της γενικής κατευθύνσεως της εξωτερικής πολιτικής», είναι αντιφατική και χωρίς σαφείς και συγκεκριμένες απόψεις. Αρκείται στην καταγγελία των σφαλμάτων του παρελθόντος ή στην αναζήτηση ευθυνών, με επιθέσεις εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, κυρίως του Βενιζέλου και του Πολίτη, για εσωτερική κατανάλωση. Αυτή η στάση συνοδεύεται από διακηρύξεις που αποδίδουν τη διπλωματική απομόνωση της Ελλάδας στην εγκληματική τακτική του βενιζελισμού «όστις εδημιούργει και επέσυρε κατά της Ελλάδος εχθρότητας ξένων δια να τας εκμεταλλεύεται υπέρ αυτού».
Κατά τη διάρκεια της απουσίας του από την Ελλάδα και παρ’ όλους τους ενδοιασμούς του, ο Βενιζέλος θα παραμείνει ο πρωταγωνιστής της καινούριας μετριοπαθούς πολιτικής, χωρίς να γίνουν ποτέ σαφή τα κίνητρα της συμμετοχής του σ’ αυτή τη νέα διπλωματία. Δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω αν αυτή η παρασκηνιακή δραστηριότητα ήταν προσφορά υπηρεσιών στην απομονωμένη διπλωματικά Ελλάδα ή αν ήταν προμελετημένη ενέργεια με στόχο την πραγματοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών. Ο ίδιος πάντως ποτέ δεν διατύπωσε, επίσημα τουλάχιστον, την ύπαρξη τέτοιων φιλοδοξιών. Αντίθετα, αρνιόταν επίμονα να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική κάθε φορά που του γίνονταν ανάλογες προτάσεις από τους συνεργάτες του. Θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε ότι δεν είναι τυχαία η παρουσία του πίσω από κάθε σημαντική διπλωματική ή οικονομική κίνηση της Ελλάδας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο Βενιζέλος εξακολουθεί να είναι ο αυθεντικός ερμηνευτής της θέλησης των μεγάλων δυνάμεων και είναι η μόνη εγγύηση ότι τίποτα δεν θα παρεκκλίνει από τα σχέδιά τους για ασφάλεια και διατήρηση του status quo στον εύθραυστο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων. Έτσι, ανεξάρτητα από τα κίνητρα, θα κατευθύνει, για μεγάλο διάστημα, τις εξωτερικές δραστηριότητες της Ελλάδας μαζί με το Υπ. Εξωτερικών και το Διπλωματικό Σώμα, και με κύριους συνεργάτες τον Μιχαλακόπουλο, τον Πολίτη, τον Κακλαμάνο.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η σχέση που ένωσε τους συγκεκριμένους διπλωμάτες με τον Βενιζέλο, στάθηκε ένας βασικός παράγοντας για ν’ αναδυθεί μια νέα αυτόνομη τάξη, κάτοχος μιας προσωπικής ισχύος, που θα συγκρουσθεί και με τον ίδιο τον Βενιζέλο. Χωρίς καθορισμένο στάτους, ο αυτοεξόριστος πρωθυπουργός τους χρησίμευε ως άλλοθι. Επιπλέον τους εξασφάλιζε τις προϋποθέσεις για να διεκδικήσουν κάποια αυτονομία απέναντι στην εκάστοτε βενιζελογενή πολιτική ή στρατιωτική εξουσία, η οποία, μετά την αποτυχία της μεγαλοϊδεατικής πολιτικής, σχεδόν αδιαφορεί, όπως προαναφέρθηκε, για την καινούρια μετριοπαθή εξωτερική πολιτική.
Η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας θα παίξει επίσης έναν εξίσου σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά το 1923. Οι προσωπικές διασυνδέσεις του Αλ. Διομήδη με το Υπ. Εξωτερικών, την πρεσβεία του Λονδίνου και τον Βενιζέλο, με τον οποίο τελικά θα συγκρουσθεί, θα επηρεάσουν τη στάση της Ελλάδας απέναντι στην Κοινωνία των Εθνών, από την οποία εξαρτιόταν η σύναψη δανείου και το άνοιγμα της ξένης χρηματαγοράς. Παρά όμως την καλή διάθεση της Ελλάδας να μην παρεκκλίνει από τους κανόνες που όριζαν η Κ.τ.Ε. και οι μεγάλες δυνάμεις, η συγκυρία στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια έχει αλλάξει και η προσπάθεια της Ελλάδας να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Ευρώπης και την ισοτιμία των σχέσεων με τους βαλκανικούς γείτονες για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους θα είναι πολύ δύσκολη.
Η Αγγλία στη δεκαετία του 1920 εξακολουθεί να είναι δυναμικός παράγοντας στην Ευρώπη, διατηρώντας την οικονομική της κυριαρχία με την τραπεζική της οργάνωση, τις επενδύσεις της και τις πιστώσεις της στους συμμάχους. Με τη διαφορά ότι μετά τον πόλεμο, έχει καταλυθεί ο μηχανισμός που ένωνε το αγγλικό τραπεζικό σύστημα και το γερμανικό εμπόριο. Την ίδια εποχή η Αμερική, με τις συμμαχικές πιστώσεις, έχει κάνει δυναμικά την είσοδό της στην ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική ζωή, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην επαναλειτουργία του οικονομικού μηχανισμού της Ευρώπης και γίνεται απαραίτητη για την επανόρθωση του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος. Αμέσως μετά τον πόλεμο θα ζητήσει την επιστροφή στο ακέραιο των συμμαχικών χρεών, ενώ οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, δηλαδή η Αγγλία και η Γαλλία, δεν είναι σε θέση ν’ ανταποκριθούν.
Η επιρροή των συμμαχικών χρεών στην οικονομική ανασυγκρότηση της Ευρώπης ήταν τεράστια. Οι δυσκολίες που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη από την πολιτική της Αμερικής στο ζήτημα των πιστώσεων, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα και τις ελληνοαγγλικές σχέσεις, ειδικότερα: «Η Μ. Βρετανία ήταν διατεθειμένη», θα γράψει ο Τσώρτσιλ στον Βενιζέλο, «να ακυρώσει όλα τα πολεμικά δάνεια που της οφείλονταν, με την προϋπόθεση ότι αυτή η πολιτική θα γινόταν επίσης δεκτή και από τους πιστωτές της. Δυστυχώς η κυβέρνηση των Ην. Πολιτειών δεν συμφώνησε μαζί μας και απαίτησε την εξόφληση του χρέους που είχαμε συνάψει για τον κοινό σκοπό, γεγονός που θα επηρεάσει το επίπεδο ζωής στη χώρα μας για δύο γενεές. [...] Δεν μπορεί να απαιτήσει [η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος] από το βρετανό φορολογούμενο να αντιμετωπίσει το βάρος των χρεών προς τις Ην. Πολιτείες και από την άλλη μεριά να αρνηθεί τα ακόμη μεγαλύτερα ποσά που της οφείλονται. Ό,τι μπόρεσε να κάνει γι’ αυτό το έκανε».
Αφετέρου η Αγγλία που διατηρεί την κυριαρχία της στη Μεσόγειο και τη Μ. Ανατολή, ελέγχοντας το Σουέζ με την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο και εξασφαλίζοντας την πρόσβαση στις Ινδίες με τον Περσικό Κόλπο, στα Βαλκάνια διατηρεί μια πολιτική ουδετερότητας: αποφεύγει ν αναλαμβάνει ευθύνες και παράλληλα προσπαθεί να χειραγωγήσει μια άλλη ανερχόμενη δύναμη σ’ αυτό το χώρο, την Ιταλία, με την οποία άλλωστε επιδιώκει να έχει άριστες σχέσεις. Η Ελλάδα εξακολουθεί βέβαια να είναι ένας παράγοντας ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της ασφάλειας προς το Σουέζ και τα Δαρδανέλλια, και συγκεντρώνει πάντοτε το εμπορικό και το επενδυτικό ενδιαφέρον της Μ. Βρετανίας, αλλά οπωσδήποτε το 1923 η σημασία της δεν είναι για τα αγγλικά συμφέροντα ίδια με το 1914 ή το 1919.
Εξάλλου η εσωτερική ανωμαλία και οι στρατιωτικές κυβερνήσεις δεν εμπνέουν καμιά εμπιστοσύνη στην Αγγλία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας δεν δέχθηκε να διαπραγματευθεί για το θέμα των δανείων παρά μόνο με τον Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας επειδή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διομήδη «ενεφανίζετο ενώπιόν του ως Διοικητής του κεντρικού εκδοτικού ιδρύματος της Ελλάδος» και ότι δεν θα δεχόταν να συνεργαστεί με άλλον αντιπρόσωπον της κυβερνήσεως. «Έμεινα εννεός» θα σχολιάσει σχετικά ο Διομήδης στον Κοφινά.
Η εκτέλεση των Έξι επίσης έχει ψυχράνει τις ελληνοβρετανικές σχέσεις, και το θέμα της αβασίλευτης και της συνακόλουθης πολιτικής αστάθειας ήταν ένας σοβαρός λόγος που έκανε την Αγγλία δύσπιστη απέναντι στην Ελλάδα.
Αντίστοιχη πολιτική ουδετερότητας, που αποφεύγει συστηματικά την ανάληψη ευθυνών, ακολουθεί και η Γαλλία απέναντι στην Ελλάδα. Καταστραμμένη οικονομικά από τον πόλεμο, διεκδικεί με κάθε μέσο τις γερμανικές επανορθώσεις και κύριο μέλημά της θα είναι η διατήρηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας και η απομόνωση της Γερμανίας. Η εξωτερική της πολιτική λοιπόν, κυριαρχείται από το φόβο της γερμανικής εκδίκησης και έχει ως πρώτιστο στόχο τη δημιουργία ενός συστήματος ασφαλείας για τον κίνδυνο από τα ανατολικά. Έτσι, η Ελλάδα έμενε έξω από τους συνδυασμούς της Κεντρικής Ευρώπης, τη Μικρή Αντάντ δηλαδή, που προσπαθούσε να δημιουργήσει η Γαλλία.
Στην Ιταλία η πολιτική του Μουσολίνι έχει ανάγκη από μεγάλες εξωτερικές επιτυχίες. Οι αρχές όμως της Κοινωνίας των Εθνών, την οποία ο Μουσολίνι κατηγορούσε ως «αγγλογαλλικό όργανο», έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές του επεκτατισμού και του «mare nostrum». Ταυτόχρονα η ιταλική διπλωματία, που ανησυχεί για την ευρωπαϊκή ισορροπία και βλέπει στο γαλλικό σύστημα ασφαλείας, και συγκεκριμένα στη Μικρή Αντάντ, ένα στοιχείο γαλλικής υπεροχής στην Ευρώπη, θα προσπαθήσει να δημιουργήσει τη δική της πελατεία στην Κεντρική Ευρώπη και κυρίως στα Βαλκάνια.
Η Ελλάδα πάλι δεν μπορεί να συμπεριληφθεί σ’ αυτή την πελατεία καθώς δεν εντάσσεται σε κανένα συνδυασμό που μπορεί να βοηθήσει την Ιταλία να εξουδετερώσει τη γαλλική επιρροή στα Βαλκάνια· έτσι δεν έχει τη δυνατότητα να κερδίσει ούτε την υποστήριξη της Ιταλίας, μολονότι δείχνει, όλο αυτό το διάστημα, υπερβάλλοντα ζήλο προς αυτή την κατεύθυνση.
Είναι λοιπόν φανερό ότι η συγκυρία στην Ευρώπη κάθε άλλο παρά ευνοεί τους στόχους της ελληνικής διπλωματίας για μεγάλα ανοίγματα και εγγυήσεις εκ μέρους των δυτικών δυνάμεων. Το 1923, μετά τη συνθήκη της Λωζάννης, η Ελλάδα έχει ελάχιστη σημασία για τα κέντρα αποφάσεων της ευρωπαϊκής πολιτικής. Σ’ αυτή τη δύσκολη θέση της στην ευρωπαϊκή ισορροπία προστίθενται τα προβλήματα με τις γειτονικές χώρες. Πρέπει να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια των αναθεωρητικών κρατών, όπως είναι η Βουλγαρία, που αρνείται να παραδεχθεί ως τελειωτικό το καθεστώς των συνθηκών ειρήνης και διεκδικεί άνοιγμα στο Αιγαίο, συγκεκριμένα το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Επιπλέον το θέμα των μειονοτήτων θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα της ελληνικής διπλωματίας είναι η Γιουγκοσλαβία, που βρίσκεται μετά τον πόλεμο με τεράστια εδαφικά οφέλη και με την υποστήριξη της Γαλλίας. Αυτοί ίσως οι λόγοι ερμηνεύουν την αδιαλλαξία της στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα για το θέμα της ελεύθερης σερβικής ζώνης της Θεσσαλονίκης και της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Γευγελής. Από την άλλη, η απειλή μιας βουλγαροσερβικής προσέγγισης σε βάρος της Ελλάδας, θα οδηγήσει την ελληνική διπλωματία σε συνεχείς υποχωρήσεις έναντι της Σερβίας. Ωστόσο έπρεπε ν’ αποφευχθεί να εμπλακεί η Ελλάδα σε συστήματα αμυντικά ή επιθετικά που ήταν έξω από τα συμφέροντά της και δεν της απέδιδαν κανένα οικονομικό όφελος: ήταν σαφές ότι η γραμμή Θεσσαλονίκης-Γευγελής θα ενωνόταν με τη γραμμή Βελιγραδίου-Πράγας-Βαρσοβίας-Ντάντζιγκ ανεφοδιάζοντας από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, με πολεμικό υλικό αν ήταν ανάγκη, χωρίς καμμία συμμετοχή της Ελλάδας.
Οι εκκρεμότητες που άφησε η συνθήκη της Λωζάννης ως προς το θέμα των αποζημιώσεων των ανταλλαξίμων και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, θα έχουν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα κλίμα έντασης με την Τουρκία, το οποίο θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια της ελληνικής διπλωματίας να βγει από την απομόνωση.
Η προσήλωση στους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών δεν αρκούσε και δεν μπορούσε να δώσει τη λύση σ’ όλα αυτά τα εξωτερικά προβλήματα που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Ελλάδα μετά τη συνθήκη της Λωζάννης. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ούτε η ασταθής εσωτερική κατάσταση, ούτε η οικονομική καχεξία ενέπνεαν εμπιστοσύνη και ενδιαφέρον στις δυτικές δυνάμεις. Με αυτούς τους όρους λοιπόν, καθώς η χώρα είχε επείγουσα ανάγκη και από χρήματα (δεδομένου ότι ο εξωτερικός δανεισμός ήταν η μόνη λύση για ν’ αντιμετωπισθούν οι ανάγκες που δημιούργησε ο πόλεμος με την Τουρκία), και από διπλωματικά στηρίγματα, η ελληνική εξωτερική πολιτική βρίσκεται αμέσως μετά τη συνθήκη της Λωζάννης χωρίς πολλές δυνατότητες ελιγμών.
Έτσι, όταν τον Αύγουστο του 1923 ο Μουσολίνι θα βομβαρδίσει, για ασήμαντη αφορμή, την Κέρκυρα, προμελετημένη ίσως επίδειξη δυνάμεως, η αντίδραση της Ελλάδας, μετά από σύσταση του Υπ. Εξωτερικών, ήταν αναγκαστικά ήπια και υποτονική.
Η Ιταλία ζήτησε να λυθεί η διαφορά από την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη, ενώ το επεισόδιο υπαγόταν ουσιαστικά στην αρμοδιότητα της Κοινωνίας των Εθνών. Η ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε ωστόσο να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Πρεσβευτικής μολονότι η υποχώρηση αυτή δεν αντιπροσώπευε παρά τη γνώμη των διπλωματών, ενώ η στρατιωτική κυβέρνηση Γονατά-Πλαστήρα επιθυμούσε να διασωθεί με κάθε μέσο το εθνικό γόητρο. Έτσι το επεισόδιο της Κέρκυρας δίνει την πρώτη ευκαιρία για να φανεί η διάσταση απόψεων μεταξύ κυβερνήσεως και διπλωματών: «Η παρούσα κυβέρνηση αποτελείται από άπειρους στρατιωτικούς που δεν κατέχουν τίποτα από διπλωματία», θα δηλώσει στο Quai d’ Orsay την επομένη του βομβαρδισμού ο Έλληνας πρεσβευτής στο Παρίσι, «ελπίζω να εισακουσθεί η γνώμη του Poincaré, γιατί φοβάμαι ότι οι Ιταλοί θα καταλάβουν και τη Σάμο. Θα επέμβω στην κυβέρνησή μου για να δεχθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα τους όρους της Πρεσβευτικής». Τελικά, η Ελλάδα δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δείξει καλή διάθεση και υπακούοντας στις αποφάσεις της Πρεσβευτικής, αναγκάστηκε επιπλέον να πληρώσει 50.000.000 λιρ. στην Ιταλία. Το μήνυμα ήταν σαφές: οι μεγάλες δυνάμεις αποφεύγουν με κάθε τρόπο τη σύγκρουση με την Ιταλία· η Αγγλία επειδή έβλεπε στην Ιταλία ένα σύμμαχο στη Μεσόγειο και η Γαλλία επειδή, κατέχοντας τη Ρουρ, δεν ήθελε η Κοινωνία των Εθνών ν’ ασχοληθεί μ' ένα παρεμφερές ζήτημα, φοβούμενη τα αντίποινα της Ιταλίας στο Φιούμε.
Σ’ αυτή την περίοδο, κατά την οποία η ελληνική διπλωματία διακρίνεται από αναποφασιστικότητα και προσπάθεια αναζήτησης στηριγμάτων, η Ελλάδα, κατά παράδοξο τρόπο, θα επιδιώξει να συμφιλιωθεί με την Ιταλία, παρά το επεισόδιο της Κέρκυρας και την κατοχή της Δωδεκανήσου. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις τρεις μήνες μετά το βομβαρδισμό ο καθηγητής Ανδρεάδης, στενός συνεργάτης του Πολίτη, θα γράψει στο περιβόητο άρθρο του στη Revue de Genève: «Η παρεξήγηση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας δεν είναι αποτέλεσμα σοβαρών διαφωνιών, δεν είναι σύγκρουση συμφερόντων, θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε φανταστική σύγκρουση».
Το Υπ. Εξωτερικών, με επικεφαλής τον Μιχαλακόπουλο, θα συνεχίσει την πολιτική αυτή απέναντι στην Ιταλία μέχρι την υπογραφή του ελληνοϊταλικού συμφώνου το 1928 από τον Βενιζέλο. Ο ίδιος ο Βενιζέλος μάλιστα, επιθυμώντας από την αρχή τη συμφιλίωση με την Ιταλία, θα συμβουλέψει τον ελληνικό τύπο να χρησιμοποιεί φιλική γλώσσα για τη γειτονική χώρα.
Το επεισόδιο της Κέρκυρας είναι το πρώτο παράδειγμα της συγκεχυμένης και ήπιας εξωτερικής πολιτικής που υπαγορευόταν από την αρχή ότι η Ελλάδα δεν είχε συμφέρον να εναντιωθεί στις μεγάλες δυνάμεις. Το γεγονός εξάλλου ότι την ίδια εποχή η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει την έκδοση του προσφυγικού δανείου, η οποία εξαρτάται από την Κοινωνία των Εθνών, δεν πρέπει να οφείλεται σε απλή σύμπτωση.
Τον Ιούλιο του 1923, ο Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Αλ. Διομήδης, «με ευρυτάτην πληρεξουσιότητα ελληνικής κυβερνήσεως», όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Υπουργός Εξωτερικών Αλεξανδρής, πηγαίνει στη Λωζάννη, στο Παρίσι και στο Λονδίνο για να υποστηρίξει την αίτηση δανείου την οποία είχε υποβάλει η Ελλάδα από το Νοέμβριο του 1922.
Η ανάγκη αυτή εύρεσης πόρων από το εξωτερικό, θα κινήσει και το θέμα των πολεμικών πιστώσεων που είχαν διατεθεί στην Ελλάδα με τις συμφωνίες του 1918 και 1919. Από τη στιγμή που τίθεται θέμα δανείου, ο Βενιζέλος θα αντιταχθεί σ’ αυτή τη λύση, επιμένοντας ότι οι συμμαχικές δυνάμεις οφείλουν στην Ελλάδα το υπόλοιπο των πιστώσεων που δεν της είχαν δοθεί εξαιτίας της κυβερνητικής αλλαγής του Νοεμβρίου του 1920. Τόσο όμως ο Βενιζέλος, όσο και η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας και οι διπλωμάτες, έχουν ν’ αντιμετωπίσουν όχι μόνο την άρνηση των συμμαχικών κυβερνήσεων, λόγω των γνωστών αντιρρήσεων περί οικονομικής και πολιτικής ομαλότητας, αλλά και τη δυσφορία της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, η οποία οφείλεται πιθανόν στις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν στην Ευρώπη: η Αμερική απαιτεί τα συμμαχικά χρέη, η Γερμανία έχει σταματήσει να πληρώνει τις επανορθώσεις που οφείλει στους συμμάχους και η γαλλική κυβέρνηση αποφασίζει ως αντίποινα την εισβολή στη Ρουρ, ενέργεια που έχει καταστρεπτικές συνέπειες και εξαγριώνει την κοινή γνώμη. Η απαίτηση λοιπόν της Ελλάδας για πληρωμή του υπολοίπου των πιστώσεων, που είναι 23.000.000 ή ακόμη και για δάνειο, συμπίπτει με τη χειρότερη στιγμή για την Ευρώπη και δεν μπορεί παρά να βρει αντίθετες τις Μ. Δυνάμεις. Η έκδοση νέου δανείου, εξάλλου, προϋπέθετε άδεια εκ μέρους των κυβερνήσεων της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αμερικής, με βάση τη συμφωνία του 1918 που ανέφερε ότι «μέχρι να εξοφληθούν οι υποχρεώσεις της Ελλάδας, καμμία καινούρια εγγύηση δεν μπορεί να δοθεί για εξωτερικό δάνειο χωρίς την έγκριση των κυβερνήσεων των Ην. Πολιτειών, της Γαλλίας και της Αγγλίας».
Το πρωτόκολλο που υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 1924 μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, στα πλαίσια της Κοινωνίας των Εθνών και που αναγνώριζε την ύπαρξη βουλγαρικών μειονοτήτων στην Ελλάδα, είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της υποταγής της ελληνικής διπλωματίας στην Κοινωνία των Εθνών (που στην ουσία ήταν οι Μ. Δυνάμεις) και της ανεπάρκειας των μηχανισμών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ανεπάρκεια που ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα της αυτονομίας του διπλωματικού σώματος. Το πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ θεωρήθηκε διπλωματικό ολίσθημα και προσωπικό λάθος του Ν. Πολίτη, στον οποίο είχε δοθεί πλήρης ελευθερία κινήσεων από την ελληνική κυβέρνηση. Η υπογραφή του είχε αφενός τεράστιες συνέπειες στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις και έδινε αφετέρου στη Βουλγαρία δικαίωμα παρέμβασης στα ελληνικά πράγματα. Η κυβέρνηση φάνηκε σχεδόν απληροφόρητη για την υπογραφή του πρωτοκόλλου, το οποίο εξόργισε τον Βενιζέλο, που ανέλαβε τελικά και τη διαδικασία ακύρωσης: «Ενήργησε μετ’ αφελείας και μετά πλήρους περιφρονήσεως προς τας πραγματικότητας της ελληνικής ζωής», θα πει ο Βενιζέλος στη Γενεύη. Η αφέλεια όμως ενός διπλωμάτη, και μάλιστα σαν τον Πολίτη, δεν είναι αρκετή, κατά την κρίση μου, για να εξηγήσει μια τέτοια διπλωματική «γκάφα», όπως ονομάστηκε. Πάντως τα κίνητρά του δεν έχουν διευκρινιστεί: μπορεί να υπέκυψε στις πιέσεις των Μ. Δυνάμεων, μελών της Κοινωνίας των Εθνών, οι οποίες ήθελαν να λύσουν το ζήτημα των μειονοτήτων της Μακεδονίας (που αποτελούσε μια μόνιμη αιτία αναταραχών και μεγάλο πρόβλημα για τον Διεθνή Οργανισμό) και έτσι να δέχθηκε την υπογραφή του πρωτοκόλλου, για να μην εναντιωθεί δηλαδή στην επιθυμία της Κοινωνίας των Εθνών, σε μια περίοδο τόσο άσχημη για την ελληνική εξωτερική και οικονομική πολιτική. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η Ελλάδα δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στις χώρες μέλη της Κοινωνίας των Εθνών. Έτσι αναγκάζεται να χρηματοδοτήσει στη Γαλλία φιλελληνική προπαγάνδα μέσω του τύπου για να επηρεαστεί η κοινή γνώμη για το ζήτημα των πιστώσεων και του δανείου. Πρέπει αφετέρου να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Αγγλίας που προβάλλει μονίμως εμπόδια για να εκδώσει δάνειο με την αιτιολογία της ανώμαλης ζωής στο εσωτερικό της χώρας. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο, κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι το πρωτόκολλο για τις μειονότητες υπογράφηκε λίγους μήνες μετά τη δεύτερη κρούση που έκανε η Ελλάδα μέσω του Διομήδη για δάνειο, που θα είχε εγγυήτρια την Κοινωνία των Εθνών.
Η δικτατορία του Πάγκαλου δεν θα θέσει στους στόχους της την ευθυγράμμιση της διπλωματίας της με τους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών. Θ’ ακολουθήσει μια αναθεωρητική εξωτερική πολιτική, πέφτοντας συχνά σε αντιφάσεις, αλλά έχοντας ως βασικό σκοπό της μια εντυπωσιακή εξωτερική επιτυχία, όπως θα ήταν ένας νικηφόρος πόλεμος με την Τουρκία. Η κρίση της Μοσούλης έδινε τη μεγάλη ευκαιρία στον Πάγκαλο. Η Τουρκία και η Μ. Βρετανία θα έρχονταν οπωσδήποτε σε ρήξη και η Ελλάδα έπρεπε να είναι έτοιμη να βοηθήσει τη σύμμαχό της Βρετανία. Συγχρόνως πλησιάζοντας τον Μουσολίνι και έχοντας ως συμμάχους της τις δυο Μ. Δυνάμεις, θα μπορούσε να ξαναπάρει τη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, και ο Μουσολίνι θα της επέστρεφε τα Δωδεκάνησα, αφού αυτός έπαιρνε τις ακτές της Μ. Ασίας. Έχοντας λοιπόν ως κύριο μέλημα την ανάκτηση των χαμένων εδαφών, ο Πάγκαλος θα κάνει πολλούς συμβιβασμούς απέναντι στην Ιταλία, αλλά κυρίως απέναντι στη γειτονική Γιουγκοσλαβία, αφού διεκδικούσε τη φιλική της στάση και ίσως τη βοήθειά της σε περίπτωση επίθεσης στην Τουρκία. Έτσι, θα υπογράψει τη συμφωνία για την ελεύθερη ζώνη της Θεσσαλονίκης και τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Γευγελής, σύμφωνα με την οποία παραχωρούσε στη Γιουγκοσλαβία ένα μεγάλο τμήμα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Ανεπίσημες ωστόσο πληροφορίες, που δεν έχω κατορθώσει ως τώρα να εξακριβώσω, αναφέρουν ότι υπήρχαν μυστικές ρήτρες στη συμφωνία αυτή, που εξασφάλιζαν ως αντάλλαγμα προς την Ελλάδα τη συμπαράσταση της Σερβίας σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου.
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στη δικτατορία του Πάγκαλου είναι ότι η αλλοπρόσαλλη μεγαλοϊδεατική πολιτική του, έδωσε στο Λαϊκό Κόμμα πολλές φορές την ευκαιρία να κατακρίνει τον μέχρι τότε κακό χειρισμό των εξωτερικών υποθέσεων και να υποστηρίξει με έμμεσο τρόπο την πολιτική αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης, ενώ νωρίτερα δήλωνε ότι δεν είχε βασικές διαφωνίες με τη γραμμή της εξωτερικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστική η καταγγελία του Γ. Βλάχου στην Καθημερινή της 17ης Φεβρουαρίου 1926: «Ο υπογράψας τη συνθήκη ήτο υπέρ της εκριζώσεως των περαιτέρω βλέψεων και ελπίδων. [...] Δεν παραβιάζεται η συνθήκη τοιαύτη ήτο[...] Όταν συμπληρούται η προσπάθεια προς εκρίζωσιν του ελληνισμού της Τουρκίας, η συνθήκη της Λωζάννης απλώς εκτελείται». Αφετέρου ενώ το Λαϊκό Κόμμα κατέκρινε τις αξιώσεις των Σέρβων και τη δουλοπρέπεια της ελληνικής διπλωματίας, υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να υποχωρήσει η Ελλάδα σ’ αυτές, τις παραμονές της υπογραφής της συμφωνίας «παραχωρήσεως», στην ουσία, του λιμανιού της Θεσσαλονίκης στη Γιουγκοσλαβία, οι εφημερίδες του Λαϊκού Κόμματος θριαμβολογούν γιατί «εξομαλύνθησαν πλήρως αι υφιστάμεναι δυσχέρειαι».
Φαίνεται τελικά ότι η εξωτερική πολιτική του βενιζελικού δικτάτορα, συνέπιπτε με τους βασικούς άξονες της πολιτικής του αντιβενιζελισμού.
Μετά την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου, οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις θα επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο, δεδομένου ότι έπρεπε να μην τεθεί σε ισχύ η συμφωνία για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και παράλληλα να επιδιωχθεί η υπογραφή ενός συμφώνου φιλίας. Η προσέγγιση με την Ιταλία, τη μόνιμη απειλή για τα σερβικά συμφέροντα, θ’ αποδειχθεί η μόνη λύση που μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα.
Η υποταγή της εξωτερικής πολιτικής στην Κοινωνία των Εθνών ήταν πια γνωστό ότι δεν μπορούσε να φέρει κανένα αποτέλεσμα. Η Κ.τ.Ε. δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την ειρήνη και να θέσει σε λειτουργία τους μηχανισμούς της συλλογικής ασφάλειας. Αφετέρου η αναθεωρητική πολιτική του Πάγκαλου αποδείχθηκε σχεδόν καταστροφική για την ελληνική διπλωματία. Μετά από αυτές τις αποτυχημένες προσπάθειες, η οικουμενική κυβέρνηση θα θέσει ως στόχο της την πολιτική της ισορροπίας των δυνάμεων. Έτσι, η σύναψη διμερών συνθηκών με τους γείτονες, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία ενός «βαλκανικού Λοκάρνο», θα γίνει η βασική επιδίωξη της πολιτικής του Μιχαλακόπουλου. Ωστόσο παρά τις προσπάθειες των διπλωματών και του Μιχαλακόπουλου ειδικότερα, η Ελλάδα, πέντε χρόνια μετά τη συνθήκη της Λωζάννης, δεν θα έχει καμιά διπλωματική επιτυχία στο ενεργητικό της, εκτός από ένα σύμφωνο «φιλίας και μη επιθέσεως» με τη Ρουμανία, με την οποία όμως δεν είχε καμιά διαφορά.
Οι σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία παραμένουν τεταμένες λόγω του ζητήματος του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, ενώ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χειροτέρευσαν και οι διαπραγματεύσεις για την εφαρμογή της συνθήκης της Λωζάννης είχαν φθάσει σε αδιέξοδο. Θα χρειασθεί ν’ αναλάβει ο Βενιζέλος, επίσημα πια, την εξωτερική πολιτική για ν’ αρχίσει η Ελλάδα να βγαίνει από τη διπλωματική απομόνωση.
Ταυτόχρονα όμως η υποταγή της οικονομικής πολιτικής στην Κοινωνία των Εθνών και στην Αγγλία ειδικότερα, γίνεται, σ’ αυτή τη φάση, απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει η Ελλάδα να πάρει δεύτερο δάνειο το οποίο ήταν αναγκαίο για την αποκατάσταση των προσφύγων και την σταθεροποίηση της οικονομίας της. Κύριο μέλημα της οικουμενικής θα γίνει η προσπάθεια να καταστήσει τη χώρα «άξια» δανείου. Απ’ τη μεριά του ο Πολίτης στην Κοινωνία των Εθνών, επιδιώκει να μη δυσαρεστήσει την Αγγλία, από την οποία εξαρτάται και η έκδοση του δανείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αν και γαλλόφιλος, ο Πολίτης πήρε θέση υπέρ της Αγγλίας και εναντίον της Πολωνίας, όταν η τελευταία έκανε πρόταση υποστήριξης του πρωτοκόλλου περί αμοιβαίας ασφάλειας και περιορισμού των εξοπλισμών, που εξασφάλιζε τα μικρά κράτη και κατά συνέπεια και την Ελλάδα. Ασφαλώς η Αγγλία το 1927 δεν ήθελε να πέσει στην παγίδα παροχής εγγυήσεων προς τα μικρά κράτη της Ευρώπης.
Η ευθυγράμμιση των ελληνικών συμφερόντων με αυτά της Αγγλίας θα γίνει ακόμη μια φορά εμφανής με την άρνηση της Ελλάδας ακόμη και να συζητήσει την προσφορά της Σουηδίας για ενδεχόμενο δάνειο επιμένοντας στην συνδιαλλαγή με τον Hambro. Η Αγγλία όμως απαιτεί την επιστροφή των πολεμικών χρεών της Ελλάδας για να της δώσει νέο δάνειο. Η Εθνική Τράπεζα και το Υπ. Εξωτερικών συμφωνούν ότι η Ελλάδα πρέπει να υποχωρήσει. Είναι σαφές ότι χωρίς συμβιβασμό από τη μεριά της Ελλάδας, ο Άγγλος αντιπρόσωπος στην Οικονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών θα απέκρουε, βρίσκοντας οποιαδήποτε πρόφαση, την πρότασή της για δάνειο. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που η Κοινωνία των Εθνών ενέκρινε το δάνειο, η πραγματοποίησή του θα ήταν αδύνατη στην αγορά του Λονδίνου, εφόσον το Θησαυροφυλάκιο είχε θέσει ως όρο ότι κανένα δάνειο δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί σε χώρες που δεν είχαν κανονίσει το ζήτημα των χρεών τους. Κάτω από την πίεση της Εθνικής, που επείγεται ν’ ανοίξει η χρηματαγορά του Λονδίνου, η κυβέρνηση υποχωρεί στις απαιτήσεις της Αγγλίας. Ο Βενιζέλος όμως, που θ’ αναλάβει επίσημα τις διαπραγματεύσεις, διαφωνεί και με την κυβέρνηση και με την Εθνική και με τους διπλωμάτες, διακηρύσσοντας ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να παραιτηθεί από το υπόλοιπο των συμμαχικών πιστώσεων που της οφείλονται από τις δυτικές δυνάμεις. Τελικά ο Βενιζέλος θα παραιτηθεί από τις διαπραγματεύσεις και ο Κακλαμάνος, σε πλήρη συντονισμό με την Εθνική, θα υπογράψει τον Απρίλιο του ‘27 συμφωνία για τον διακανονισμό του πολεμικού χρέους. Στη συνέχεια η Ελλάδα, υποκύπτοντας στους όρους της Αγγλίας για δημιουργία ξεχωριστού Εκδοτικού Ιδρύματος, θα κάνει αίτηση για δάνειο στην Κοινωνία των Εθνών η οποία εγγυήθηκε για 9.000.000 £.
Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στις εξής συνοπτικές διαπιστώσεις:
Το 1923, η ελληνική εξωτερική πολιτική κατευθύνεται από την ανάγκη σύναψης εξωτερικού δανείου και εξεύρεσης διπλωματικών στηριγμάτων. Θα προσαρμοστεί στους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών, και για το λόγο ότι αυτοί συμπίπτανε απόλυτα με τα πολιτικά της συμφέροντα, και επειδή δεν θέλει να εναντιωθεί στις δυτικές δυνάμεις, από τις οποίες εξαρτώνται τα εξωτερικά δάνεια. Οι μηχανισμοί της όμως θ’ αποδειχθούν ανεπαρκείς και αντιφατικοί για να κατορθώσει η Ελλάδα να βγει από την απομόνωση που βρίσκεται μετά τη μικρασιατική καταστροφή.
Το αδιέξοδο αυτό οφείλεται αφενός στην αρνητική ευρωπαϊκή και βαλκανική συγκυρία, και αφετέρου στο γεγονός ότι οι πολυάριθμες και βραχύβιες στρατιωτικές ή πολιτικές κυβερνήσεις, δεν έδωσαν πρωταρχική σημασία στη νέα εξωτερική πολιτική, με αποτέλεσμα να περάσουν οι διεθνείς σχέσεις της χώρας σχεδόν αποκλειστικά στους διπλωμάτες. Η έλλειψη συνεννόησης και κατευθυντήριας γραμμής θα οδηγήσει σε λάθος χειρισμούς, που θα έχουν πολλές φορές αρνητικά αποτελέσματα.
Ο Βενιζέλος θα είναι ο μεγάλος παρών-απών. Θα κατευθύνει, όταν χρειάζεται, την ελληνική διπλωματία, αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι τίποτα δεν θα επιτευχθεί στην ελληνική πολιτική πριν αναλάβει επίσημα τη διακυβέρνηση της Ελλάδας.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου