Στέφανος Π. Παπαγεωργίου «Η Μεγάλη Ιδέα»
Η αδυναμία, λοιπόν, των επαναστατημένων Ελλήνων να απελευθερώσουν το σύνολο των ελληνικών εδαφών (δηλαδή εκείνων που οι Έλληνες όριζαν ως ελληνικά είτε επειδή η πλειοψηφία ή ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού τους ήταν Έλληνες –ή ελληνικής συνείδησης–, είτε επειδή οι επαρχίες αυτές συγκροτούσαν μέρος του ευρύτερου «ιστορικού ελληνικού χώρου»), προσδιόρισε και την εξωτερική πολιτική του νεόδμητου κράτους.
Τις εκκρεμότητες, λοιπόν, που άφησε η ημιτελής ελληνική επανάσταση ανέλαβε να τις θεραπεύσει μία επεκτατική και αδιάλλακτη εξωτερική πολιτική, την οποία υιοθέτησαν, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιμονή, όλες οι κυβερνήσεις του βασιλείου, από το 1833 και μετά. Η πολιτική αυτή στόχευε στην ενσωμάτωση σε ένα κράτος του συνόλου του ελληνισμού· το κράτος αυτό, κατά την πλέον αισιόδοξη γεωγραφική του εκδοχή, ταυτιζόταν με τα όρια της παλαιάς Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, που τα ιστορικά της δικαιώματα επιδίωξε, σχεδόν εξαρχής, να κατοχυρώσει αποκλειστικώς υπέρ αυτού.
Η αντίληψη αυτή, τα ιδεολογικά της συμφραζόμενα και οι αντίστοιχες νοοτροπίες που κυριάρχησαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου και τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, είναι γνωστή ως η Μεγάλη Ιδέα.
Στο ευρύ μέτωπο αυτής της πολιτικής, της οποίας την «πρωταρχική μορφή» ορισμένοι ιστορικοί την εντοπίζουν στα χρόνια των βασιλέων της Μακεδονίας Φιλίππου και Αλεξάνδρου και των επιγόνων τους, τότε που «το μεγαλεπήβολον όνειρον της οικουμενικότητας του Ελληνισμού ήρχισε να γίνεται πραγματικότης», ήρθαν να συμπαραταχθούν ο ίδιος ο βασιλιάς, το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων πολιτικών και των διανοουμένων, το σύνολο σχεδόν των στρατιωτικών, και η συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας.
Μέσα σε αυτές τις εξαιρετικά γόνιμες συνθήκες, τότε που τα κράτη και τα υπό κατασκευήν κράτη του 19ου αιώνα προσπαθούσαν, το καθένα ξεχωριστά και το ένα εις βάρος του άλλου, να «ολοκληρωθούν» εθνικά, η ελληνική εθνική ιδεολογία βρήκε το βασικό της στήριγμα· σε αυτήν ακριβώς τη σαγηνευτική πολιτική που γοήτευε τις μάζες με υποσχέσεις μεγαλείου και υλικών ανταμοιβών.
Η προϊούσα παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η συνακόλουθη εκδήλωση εθνικών επαναστατικών κινημάτων εντός των ορίων της, υποχρέωσε τις Μεγάλες Δυνάμεις να σχεδιάσουν τον μελλοντικό χάρτη των υπό οθωμανική κυριαρχία περιοχών. Οι διαφορές που εκδηλώθηκαν μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων κατά πρώτιστο λόγο, και των Δυνάμεων με τους επιτόπιους μνηστήρες της οθωμανικής κληρονομιάς σε σχέση με τη διαχείριση αυτής ακριβώς της κληρονομιάς, δημιούργησαν το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα.
Η Μεγάλη Ιδέα, λοιπόν, η οποία βεβαίως δεν συνιστά ελληνική πρωτοτυπία (μιας και ανάλογες πολιτικές εφάρμοσαν ή προσπάθησαν να εφαρμόσουν όλα, ανεξαιρέτως, τα ευρωπαϊκά κράτη ή εθνικά κινήματα, και ιδιαίτερα στα Βαλκάνια), άρχισε να διαμορφώνεται εντός και παραλλήλως προς την πορεία του Ανατολικού Ζητήματος, του οποίου αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος.
Όπως σημείωνε και η Έλλη Σκοπετέα, «από την εθνική συνθηματολογία του 19ου αιώνα η Μεγάλη Ιδέα είναι ίσως ο μόνος όρος του οποίου σήμερα κατέχουμε, καθ’ όλες τις ενδείξεις, τη ληξιαρχική πράξη γέννησης.» Ανάδοχος του όρου υπήρξε ο Ιωάννης Κωλέττης. Στις 14 Ιανουαρίου 1844, σε ομιλία του στην Συντακτική Εθνοσυνέλευση σχετικά με το μείζον τότε θέμα που είχε προκύψει περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, εξέθεσε με γλαφυρό τρόπο το νόημα της Μεγάλης Ιδέας:
«Δια την γεωγραφικήν αυτής θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης ισταμένη και έχουσα εκ μεν δεξιών την Ανατολήν, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται ώστε δια μεν της πτώσεως αυτής να φωτίση την Δύσιν, δια δε της αναγεννήσεως την Ανατολήν. Το μεν πρώτον εξεπλήρωσαν οι προπάτορες ημών, το δε δεύτερον είναι εις ημάς ανατεθειμένον. Εν τω πνεύματι του όρκου τούτου και της μεγάλης ταύτης ιδέας, είδον πάντοτε τους πληρεξουσίους του Έθνους να συνέρχονται δια να αποφασίσουν ουχί πλέον περί της τύχης της Ελλάδος, αλλά περί της ελληνικής φυλής.»
Οι δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει η Μεγάλη Ιδέα προέρχονταν κυρίως από το εξωτερικό. Και αυτό διότι η εφαρμογή της ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα, βεβαίως, της ίδιας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα οποία ευθέως απειλούσε, με την πολιτική του συνόλου ή μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων σχετικά με το μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και με τις ανάλογες εθνικές (δηλαδή εδαφικές) διεκδικήσεις των υπολοίπων βαλκανικών λαών, που, όπως και οι Έλληνες, επιδίωκαν και αυτοί τη δική τους «εθνική ολοκλήρωση».
Από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, η τσαρική Ρωσία υπήρξε ο κύριος τροφοδότης και εμπνευστής των ελληνικών προσδοκιών, εφόσον κατά την Αθήνα η πολιτική της ήταν συμβατή με το ακραίο και ουτοπιστικό όνειρο της αναβίωσης μίας νέας Βυζαντινής (Ελληνικής) Αυτοκρατορίας. Δεν επρόκειτο, βέβαια, για μία ξεκάθαρη πολιτική. Απλώς, πολλά από τα στελέχη του ρωσικού κόμματος θεωρούσαν ότι ενδεχόμενη ένοπλη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση με αλυτρωτικούς στόχους θα αντιμετωπιζόταν ευνοϊκά από τη Ρωσία, εφόσον κάτι τέτοιο θα διευκόλυνε τις επεκτατικές επιδιώξεις της εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Τα ίδια ίσχυαν, κατά δεύτερο λόγο, και για τη Γαλλία. Διάχυτη στην ελληνική κοινωνία ήταν η φήμη περί της γαλλικής συμπάθειας στα ελληνικά αλυτρωτικά όνειρα. Στη δημιουργία αυτής της φήμης θα πρέπει να συνεισέφερε καθοριστικά ο επικεφαλής του γαλλικού κόμματος Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος υπήρξε διαπρύσιος υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας, και φαίνεται ότι, όντως, πίστευε πως το Παρίσι επιθυμούσε τη δημιουργία ισχυρού ελληνικού βασιλείου. Στην πραγματικότητα η Γαλλία ουδέποτε αντιμετώπισε ευνοϊκά τις έμπρακτες εκδηλώσεις –δηλαδή τα πολεμικά εγχειρήματα– της Μεγάλης Ιδέας, αλλά αρκέστηκε σε ρητορικές δηλώσεις κάποιων πολιτικών της υπέρ των ελληνικών εθνικών στόχων.
Η Αγγλία, αντιθέτως, είχε, ως συνήθως, σαφέστερη πολιτική, που συνίστατο στη διατήρηση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το αγγλικό κόμμα, από την πλευρά του, το οποίο έβλεπε την επιρροή του να μειώνεται μιας και ήταν υποχρεωμένο να ακολουθεί την αγγλική πολιτική, επιχειρούσε να πείσει την ελληνική κοινωνία ότι επρόκειτο για μία πολιτική προσωρινή και πως μόνον η Αγγλία μπορούσε –όταν θα το επιθυμούσε– προσφέροντας την υποστήριξή της να βοηθήσει ουσιαστικά στην πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας.
Δεν επρόκειτο, τουλάχιστον εντελώς, για πολιτικό επινόημα με σκοπό να εμποδίσει την περιθωριοποίηση του αγγλικού κόμματος. Οι ελληνικές αλυτρωτικές διεκδικήσεις στα πλαίσια της Μεγάλης Ιδέας –που συνιστούσε αναπόσπαστο τμήμα του ευρύτερου Ανατολικού Ζητήματος– είχαν ευτυχή κατάληξη μόνον όταν τις επιθυμούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Και κάτι τέτοιο συνέβαινε όταν οι ελληνικές προσδοκίες ευθυγραμμίζονταν με τα συμφέροντά τους ή με τα συμφέροντα της ισχυρότερης από αυτές, δηλαδή της Αγγλίας.
Στο εσωτερικό της χώρας, η εκ μέρους των κυβερνήσεων υποστήριξη και προβολή της Μεγάλης Ιδέας ως κεντρικού άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής δεν είχε να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα, εφόσον διέθετε ευρύτατη πολιτική και κοινωνική στήριξη. Ο Κάρολος Τάκερμαν (Charles Tuckerman), πρέσβης των Η.Π.Α. στην Αθήνα, έδειχνε να έχει πλήρως αντιληφτεί την ισχύ της: «Υπάρχει αύτη παρ’ όλες τις τάξεσι της κοινωνίας. Το άνευ οδόντων έτι βρέφος βυζάνει αυτήν εν τω γάλατι της μητρός του, και υπέρ αυτής αφθόνους σπένδει σπονδάς ρητινίτου ο νωδός γέρων. Ο ποιμήν ονειροπωλεί ταύτην εν τω ψυχρώ του όρους αέρι υπό την τριχίνην καπόταν του, και ο πλούσιος κτηματίας σχεδιογραφεί ταύτην εν τοις κομψοίς εκ καπνού νέφεσιν.»
Έτσι οι πολιτικοί, ιδιαιτέρως του γαλλικού και του ρωσικού κόμματος, χρησιμοποίησαν ασύστολα τις εθνικές ευαισθησίες και χρησιμοποίησαν τη Μεγάλη Ιδέα προς άγραν ανέξοδων ψήφων και «προς ιδίους σκοπούς.» Αντιθέτως, προβλήματα αντιμετώπιζαν οι πολιτικοί οι οποίοι, χωρίς βεβαίως να την απαρνούνται –μία ανοικτή απόρριψη της Μεγάλης Ιδέας θα σήμαινε τον πολιτικό τους θάνατο– έθεταν διαφορετικές προτεραιότητες.
Η μεγαλοϊδεατική πολιτική και ιδεολογία συνάρπασε την ελληνική κοινωνία καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, διά της κολακείας και των υποσχέσεων. Οι Έλληνες, σύμφωνα με αυτήν, ήταν ο περιούσιος λαός της ευρύτερης περιοχής, η «εκλεκτή φυλή», που θεία βουλήσει είχε ως προορισμό τον εκπολιτισμό (δηλαδή τον εξελληνισμό και την κατάκτηση) της βόρειας Βαλκανικής και της Εγγύς Ανατολής. Οι μάζες, θαμπωμένες από την προοπτική της δημιουργίας –της αναβίωσης όπως προτιμούσαν να την ονομάζουν– μίας μεγάλης ελληνικής αυτοκρατορίας, και γοητευμένες από την προοπτική μίας πρωταγωνιστικής παρουσίας και δράσης του Ελληνικού Βασιλείου στα Βαλκάνια και τη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου, δεν δυσκολεύτηκαν να της παραδώσουν την πρωτοκαθεδρία στην ατζέντα των συλλογικών τους αναγκών και επιθυμιών. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της οθωνικής περιόδου κυκλοφορούσαν, γραπτώς και προφορικώς, χρησμοί και προφητείες που προέβλεπαν ένα μεγαλειώδες ελληνικό μέλλον, θέτοντας, έτσι, σε δεύτερη μοίρα τα πολλά, και σοβαρά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της χώρας.
Ο ελληνικός λαός, όλη αυτήν την περίοδο, ήταν πεπεισμένος ότι ο σημαντικότερος λόγος της οικονομικής του ανέχειας οφειλόταν στη γεωγραφική στενότητα των συνόρων της Ελλάδας, στη συρρίκνωσή της στο νότο της βαλκανικής χερσονήσου, και ήταν βέβαιος πως η εκπλήρωση των εθνικών του πόθων –δηλαδή η γεωγραφική επέκταση– θα συνοδευόταν από μία βελτίωση του υλικού επιπέδου της ζωής του. Ότι η προσάρτηση των μεγάλων πεδιάδων της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, των σημαντικών πόλεων καθώς και λιμανιών του βορρά κ.λπ., θα άνοιγε το δρόμο της οικονομικής του αναβάθμισης, και γενικώς θα επέλυε όλα τα κοινωνικά του προβλήματα.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου