Douglas Dakin, Ο δεύτερος απελευθερωτικός αγώνας: Η πρώτη φάση της Κρητικής επανάστασης 1866-1869
Μετά την ήττα του Μοχάμεντ Άλι το 1840, η Κρήτη πέρασε και πάλι υπό τον έλεγχο των Τούρκων και κατά τη διάρκεια του 1841 οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι της Κρήτης προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να βελτιώσουν τη θέση τους. Ενώ όμως οι μουσουλμάνοι περιορίζονταν στην απαίτηση για ελάττωση της φορολογίας και μεταρρύθμιση της διοίκησης, πολλοί από τους ηγέτες των χριστιανών ζήτησαν να ενωθεί η Κρήτη με την Ελλάδα. Με την ενθάρρυνση μιας «Κρητικής Επιτροπής» που είχε δημιουργηθεί στην Αθήνα, οι Κρητικοί της περιφέρειας των Σφακίων επαναστάτησαν. Αλλά παρόλο που οι Σφακιανοί ήταν αρκετά ισχυροί, δεν μπόρεσαν να τα βγάλουν πέρα με τις κατά πολύ υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις.
Στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια η Κρήτη έμεινε ήρεμη. Στο διάστημα αυτό ο Αλβανός διοικητής του νησιού έδειξε πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα προς τους Τούρκους μπέηδες παρά προς τους χριστιανούς. Αντιμετωπίζοντας βαρύτατες φορολογίες πολλοί μουσουλμάνοι πούλησαν τα κτήματά τους και έφυγαν από το νησί. Κατά συνέπεια όλο και μεγαλύτερες εκτάσεις πέρασαν σε χριστιανικά χέρια — μια εξέλιξη που είχε ήδη αρχίσει την εποχή της αιγυπτιακής κατοχής.
Αλλά εκείνο που είχε ακόμα μεγαλύτερη σημασία ήταν ότι αυξήθηκε σταθερά ο χριστιανικός πληθυσμός της Κρήτης. Ενώ το 1821 υπήρχαν 160.000 μουσουλμάνοι και 129.000 χριστιανοί, το 1866 η αναλογία ήταν περίπου 60.000 προς 200.000. Για τον αυξανόμενο χριστιανικό πληθυσμό οι συνθήκες είχαν βελτιωθεί τουλάχιστον θεωρητικά, μετά τη διακήρυξη το 1856 του Hati-i-Humayun, ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος που αντιπροσώπευε την έκφραση ευγνωμοσύνης του σουλτάνου προς τον Αλλάχ για τη διάσωση της αυτοκρατορίας του κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κριμαίας. Οι κατά τόπους Τούρκοι όμως δεν εφάρμοσαν στην πράξη τα μεταρρυθμιστικά εκείνα μέτρα, με αποτέλεσμα το 1858 οι χριστιανοί να αρχίσουν να διαμαρτύρονται. Οι διαμαρτυρίες τους δεν έμειναν αναπάντητες. Η Πύλη, καθώς φοβόταν ότι οι Κρητικοί, αν δεν ηρεμούσε η κατάσταση στην Κρήτη, θα ξεσηκώνονταν, εξέδωσε διάταγμα που όχι μόνο επιβεβαίωνε αλλά και διεύρυνε την έκταση των μεταρρυθμίσεων του 1856. Εκεί έμειναν τα πράγματα ως το 1866. Στο μεταξύ ο κυβερνήτης της Κρήτης Ισμαήλ πασάς προσπάθησε να περικόψει τα δικαιώματα των υποτελών του. Έτσι για μια ακόμα φορά οι χριστιανοί της Κρήτης άρχισαν τις διαμαρτυρίες.
Είχαν δει ότι, στη δεκαετία που είχε μεσολαβήσει, οι Ρουμάνοι – με κάποια υποστήριξη από την πλευρά των ευρωπαϊκών Δυνάμεων – είχαν κάνει ένα μεγάλο βήμα προς την ανεξαρτησία της χώρας τους. Πιο πρόσφατα είχαν δει ότι οι Τούρκοι, έπειτα από την πτώση του Κούζα, τον Φεβρουάριο του 1866, δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν την απειλή τους ότι θα ανακαταλάμβαναν τις επίμαχες περιοχές, και ότι αντίθετα η Πύλη είχε βρεθεί αντιμέτωπη με την απόφαση των Δυνάμεων, κατά τη συνδιάσκεψη των Παρισίων τον Μάρτιο, να προσφερθεί το στέμμα της Ρουμανίας στον πρίγκιπα Κάρολο των Hohenzollern-Sigmaringen.
Είχαν επίσης πληροφορηθεί ότι οι Σέρβοι θεωρούσαν τη στιγμή ευνοϊκή για να ζητήσουν τον έλεγχο των φρουρίων του Sabac, του Βελιγραδίου και του Ada-Kale. Τέλος είχαν αντιληφθεί ότι η Αυστρία είχε εγκαταλείψει την παραδοσιακή της πολιτική που ευνοούσε τη διατήρηση της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας και ότι τώρα πια είχε την τάση να ευνοεί τις προσδοκίες των υποτελών χριστιανικών πληθυσμών. Αυτοί όμως οι ευσεβείς πόθοι δεν ευδοκιμούσαν μόνο στη σκέψη των Κρητικών. Οι Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν ακόμα πιο αισιόδοξοι, και αυτοί ακριβώς ενθάρρυναν τους Κρητικούς που ζητούσαν την ένωση.
Στη δεκαετία 1856-1866 οι Κρητικοί είχαν με το μέρος τους τη διαρκή ενθάρρυνση όχι μόνο του Κουμουνδούρου, αλλά και των Ρώσων προξένων, του Δενδρινού στα Χανιά και του Μητσοτάκη στο Ηράκλειο. Οι δυο αυτοί άνδρες είχαν κάνει τους Κρητικούς να ελπίζουν ότι θα τους υποστήριζε η Ρωσία, που φαινόταν πιθανό (όπως έγινε και στην πραγματικότητα) ότι θα κέρδιζε και τη συμπαράσταση της Γαλλίας. Επίσης, ο Έλληνας πρόξενος στην Κρήτη έδινε ελπίδες για υλική υποστήριξη (όσο ασήμαντη και να ήταν αυτή) από την Ελλάδα. Αλλά η κυβέρνηση Ρούφου, που είχε σχηματιστεί τον Φεβρουάριο του 1866, χαρακτηριζόταν μάλλον από διστακτικότητα. Όπως συνήθως, ο Βούλγαρης είχε την τάση να συμβαδίζει με την πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και, παρά το γεγονός ότι ο Κουμουνδούρος είχε φιλορωσικές διαθέσεις και επιθυμούσε να βοηθήσει τους Κρητικούς, η όλη κυβερνητική κατάσταση στην Ελλάδα του έδενε προς το παρόν τα χέρια.
Τα πιο τολμηρά στοιχεία μπορούσε να τα συναντήσει κανείς έξω από τους κόλπους της κυβέρνησης. Ο Κρητικός Ρενιέρης, ένας από τους διοικητές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, ίδρυσε το 1866 την ονομαζόμενη «Κεντρική Επιτροπή», που συγκέντρωνε χρήματα, πολεμοφόδια και εθελοντές με προορισμό την Κρήτη. Ο Κουμουνδούρος, ο Καλλέργης και άλλα μέλη από τους κυβερνητικούς κύκλους είχαν και αυτοί τις διασυνδέσεις τους με αυτή την επιτροπή. Και ναι μεν της έδιναν κάποιο θάρρος, αλλά επίσημα ήταν υποχρεωμένοι να αρνούνται τη συμμετοχή τους στην κρητική επανάσταση.
Κατά τα τέλη Απριλίου του 1866 οι Κρητικοί ηγέτες συναντήθηκαν στον Ομαλό (πράγμα που το ήξερε ο Δενδρινός) και μετά από μακρές συζητήσεις συνέταξαν στις 15/27 Μαΐου ένα υπόμνημα για το σουλτάνο, ζητώντας να καταργηθούν ορισμένοι φόροι που μόλις είχαν επιβληθεί, καθώς και ορισμένα άλλα μέτρα που είχαν θεσπιστεί κατά παράβαση του διατάγματος του 1858. Αυτό το υπόμνημα το κοινοποίησαν με επεξηγηματικές σημειώσεις και στους ξένους προξένους. Στις σημειώσεις που απευθύνονταν στους εκπροσώπους της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας υπογράμμιζαν ότι οι Κρητικοί ποθούσαν να αποκτήσουν την αυτονομία τους ή ένα ηγεμονικό καθεστώς παρόμοιο με εκείνο που είχε δημιουργηθεί στην περίπτωση της Σάμου. Την επόμενη μέρα πολλοί (ουσιαστικά οι περισσότεροι) από τους Κρητικούς αρχηγούς υπέγραψαν ένα μυστικό μήνυμα προς τους μονάρχες των τριών Δυνάμεων αξιώνοντας την ένωση με την Ελλάδα — πράγμα που φανέρωνε ότι οι ίδιοι οι Κρητικοί ήταν διασπασμένοι.
Ο Ισμαήλ πασάς θεώρησε τις κινήσεις αυτές ανατρεπτικές και πληροφόρησε τους Ευρωπαίους προξένους στις 17/29 Μαΐου ότι, αν οι εκπρόσωποι των Κρητικών δεν διαλύονταν, θα έπαιρνε τα απαιτούμενα μέτρα για να τους απομακρύνει. Οι Κρητικοί όμως, στους οποίους έδινε θάρρος ο Χ. Ζυμβρακάκης, υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Βούλγαρη-Δεληγιώργη, που είχε αναλάβει καθήκοντα τον Ιούνιο, αντί να διαλυθούν ίδρυσαν στον Αποκόρωνα μια «Γενική Συνέλευση» και ειδοποίησαν τους ξένους προξένους στις 22 Ιουλίου / 3 Αυγούστου ότι δεν τους έμενε παρά να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους με τα όπλα απέναντι στις δυνάμεις (8.000 Τούρκους και 6.000 Αιγυπτίους) που είχε στείλει η Πύλη στο νησί.
Στο μεταξύ οι Τούρκοι είχαν μαζευτεί στα κάστρα, ενώ μικρές ομάδες Ελλήνων γύριζαν τα βουνά συγκεντρώνοντας προμήθειες και στρατολογώντας εθελοντές. Οι αψιμαχίες άρχισαν κατά τα τέλη Αυγούστου. Τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου η εκτελεστική επιτροπή της κρητικής συνέλευσης κήρυξε την κατάργηση της τουρκικής κυριαρχίας και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η ίδια επιτροπή προχώρησε ένα βήμα πάρα πέρα ζητώντας και τυπικά από τις Δυνάμεις να θέσουν στη διάθεσή της τις καλές τους υπηρεσίες — αίτημα που το υποστήριζε και ο Έλληνας πληρεξούσιος στην Κωνσταντινούπολη και ο ίδιος ο βασιλιάς Γεώργιος, που διέδωσε ότι διάφοροι πλούσιοι Έλληνες τού είχαν στείλει χρήματα, ότι είχε στη διάθεσή του 10.000 τουφέκια στην Ελλάδα, ότι φιλικά διακείμενοι Γαριβαλδινοί ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν στην Κρήτη και ότι ο ίδιος ίσως αναγκαζόταν να αναλάβει ηγετικό ρόλο σ’ αυτή την τόσο δημοφιλή υπόθεση.
Οι Δυνάμεις είχαν ήδη αρχίσει να εξετάζουν την περίπτωση να συσταθεί μια επιτροπή για να ερευνήσει το θέμα. Η Ρωσία και η Γαλλία είχαν δείξει την επιθυμία να επέμβουν πιο ενεργά. Ο Stanley όμως, ο υπουργός των Εξωτερικών της Βρετανίας, που προσπαθούσε να αποφύγει τη δημιουργία βασικών ζητημάτων στην Ανατολή σε μια περίοδο που οι δυτικές Δυνάμεις αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα στον ευρωπαϊκό χώρο, ήταν έντονα αντίθετος σε ενέργειες που το μόνο που μπορούσαν να πετύχουν ήταν να παίξουν το παιχνίδι της Ρωσίας. Πραγματικά, από τον Σεπτέμβριο του 1866 φαινόταν ήδη καθαρά ότι η πολιτική που ακολουθούσαν οι Ρώσοι είχε στόχο της την προώθηση των ρωσικών θέσεων. Βέβαιο είναι ότι έστελναν όπλα στην Κρήτη. Γράμματα που υποκλάπηκαν έδειχναν ότι ο Δενδρινός ενίσχυε τους Κρητικούς με κάθε δυνατό τρόπο. Η δραστηριότητα όμως των Ρώσων δεν ήταν τόσο προμελετημένη, ούτε αποτελούσε τόσο μέρος ενός γενικότερου σχεδίου, όπως φαντάζονταν οι Γάλλοι και οι Άγγλοι. Ο Gorchakov έμενε στο βάθος άτολμος. Εκείνο που ήθελε απλώς να πετύχει ήταν να φαίνεται λιγότερο ανθέλληνας από τον Γάλλο και τον Βρετανό συνάδελφό του.
Για να προλάβει την πιθανή επέμβαση των Δυνάμεων, ο Ααλί πασάς, ο Μεγάλος Βεζίρης, διόρισε τον Μουσταφά Κυρτλί πασά έκτακτο αρμοστή στην Κρήτη με αποστολή να εξετάσει τους όρους που έθεταν οι Κρητικοί. Πρόθεσή του ήταν να κάνει ορισμένες παραχωρήσεις. Όταν όμως ο Μουσταφά κάλεσε τους Κρητικούς να του γνωστοποιήσουν τα παράπονά τους, αυτοί αξίωσαν (με το θάρρος που τους είχε εμπνεύσει η κεντρική επαναστατική επιτροπή στην Αθήνα) την ένωση με την Ελλάδα.
Οι εξελίξεις αυτές κατατρόμαξαν το βασιλιά Γεώργιο, που ειδοποίησε τους Τούρκους διαμέσου της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα ότι μόνο σε περίπτωση που θα έκαναν παραχωρήσεις στους Κρητικούς θα έβρισκε ο ίδιος την ευκαιρία να εργαστεί για τη διατήρηση της ειρήνης. Εξίσου θορυβήθηκαν και οι Γάλλοι. Ο Moustier, που ανακλήθηκε από τη θέση του στην Κωνσταντινούπολη για να διαδεχτεί τον Drouyn de Lhuys ως υπουργός των Εξωτερικών, όταν πέρασε από την Αθήνα κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου, είπε ξεκάθαρα στο βασιλιά, στον Καλλέργη και στον Βούλγαρη ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να ελπίζει στη βοήθεια της Γαλλίας. Από εκείνη τη στιγμή και προς μεγάλη απογοήτευση του Gobineau, η γαλλική επιρροή μειώθηκε στην Αθήνα, όπου ο τύπος ανοιχτά κατηγορούσε τον Ναπολέοντα και τους υπουργούς του για έλλειψη καλής πίστης.
Ως τις αρχές Οκτωβρίου η εξέγερση απλώθηκε σε ολόκληρο το νησί, μια και οι Κρητικοί είχαν πάρει θάρρος τον Σεπτέμβριο μετά τη νίκη τους κατά των Αιγυπτίων στις Βρύσες. Ο υποστράτηγος Πάνος Κορωναίος (ριψοκίνδυνος πολεμιστής και πατριώτης δημαγωγός) και ο συνταγματάρχης Ιωάννης Ζυμβρακάκης (αδελφός του υπουργού των Στρατιωτικών) είχαν ήδη αναχωρήσει από την Ελλάδα με κατεύθυνση την Κρήτη έχοντας μαζί τους περίπου 800 εθελοντές. Η ίδια η ελληνική κυβέρνηση, και ιδιαίτερα ο υπουργός των Στρατιωτικών, παρακάλεσε το βασιλιά να δώσει άδεια στους αξιωματικούς του στρατού για να μπορέσουν να πάνε στην Κρήτη ως άτακτοι. Οι ελληνικές εφημερίδες φανάτιζαν τον κόσμο με ιστορίες για τις φρικαλεότητες των Τούρκων. Κυκλοφορούσαν επίσης φήμες ότι ελληνικές οργανώσεις είχαν υποκινήσει ταραχές σε άλλες επαρχίες της Τουρκίας.
Δεν ήταν αβάσιμες αυτές οι φήμες. Η Κεντρική Επιτροπή, που είχε ιδρύσει παραρτήματα στην Κωνσταντινούπολη, το Λονδίνο, το Μάντσεστερ και το Λίβερπουλ, δεν περιορίστηκε στην αγορά όπλων με προορισμό την Κρήτη, αλλά προετοίμασε και μελλοντικές εξεγέρσεις στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία, που είχαν σχεδιαστεί να γίνουν το αργότερο ως τον Μάρτιο του 1867. Εξάλλου, η επιτροπή αυτή δεν ήταν η μόνη οργάνωση που υπήρχε. Γύρω στην εποχή εκείνη ιδρύθηκε μια «Φιλική Εταιρεία» υπό την ηγεσία του μητροπολίτη Αθηνών, που πρωταρχικό σκοπό είχε να συγκεντρώσει από πατριωτικό δάνειο 25 εκατομμύρια φράγκα.
Οι Έλληνες δεν είχαν καμιά διάθεση να ακούσουν τους απεσταλμένους της Γαλλίας και της Βρετανίας που τους συμβούλευαν να δείξουν μετριοπάθεια. Πήραν θάρρος όταν έμαθαν ότι οι Times ήταν αντίθετοι με την πολιτική της Βρετανίας. Θάρρος τούς έδωσε επίσης η φιλελληνική στάση του τύπου της Βιέννης (μια κάπως απροσδόκητη εξέλιξη) και οι αόριστες απειλές του Gorchakov ότι, αν οι Τούρκοι διέκοπταν τις διπλωματικές σχέσεις με την Αθήνα, η Ελλάδα δεν θα έμενε μόνη.
Όταν στις 12/24 Οκτωβρίου οι Κρητικοί επαναστάτες και εθελοντές από την Ελλάδα ηττήθηκαν στον Βαφέ, κοντά στα Σφακιά, και οι Σφακιανοί έδειξαν καθαρά ότι ήταν διατεθειμένοι να συνθηκολογήσουν αν τους έδιναν υπόσχεση αμνηστίας, η κεντρική επαναστατική επιτροπή, έπειτα από συμβουλή του Ρώσου απεσταλμένου Novikov, πίεσε την κυβέρνηση να υποστηρίξει μια εξέγερση στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο. Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε στην πίεση. Έστειλε στρατό στα βόρεια σύνορα με επικεφαλής τους Σκαρλάτο Σούτσο, Σπυρομήλιο και Κωνσταντίνο Σμολένσκη. Μεταφέρθηκαν επίσης στην Κρήτη κι άλλα πολεμοφόδια και ακόμα πιο πολλοί εθελοντές (ανάμεσά τους ήταν και Γαριβαλδινοί και Ευρωπαίοι φιλέλληνες). Αυτές οι κινήσεις έδωσαν θάρρος στους Κρητικούς, που διακήρυξαν στις 4/16 Νοεμβρίου την απόφασή τους να συνεχίσουν τον απελευθερωτικό τους αγώνα.
Αυτή η αγέρωχη χειρονομία εξόργισε τον Μουσταφά Κυρτλί πασά, ο οποίος επιτέθηκε στο αρχηγείο του Κορωναίου στη μονή του Αρκαδίου. Οι γενναίοι πολιορκούμενοι, έπειτα από διήμερη μάχη, τίναξαν τις πυριτιδαποθήκες τους στον αέρα, ακριβώς όπως και οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου πριν από σαράντα χρόνια περίπου. Τότε βρήκαν το θάνατο 450 Τούρκοι και περισσότεροι από 400 Έλληνες.
Οι Έλληνες που ήταν παντού αριθμητικά υποδεέστεροι (οι τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις αριθμούσαν τον καιρό εκείνο γύρω στους 45.000 άνδρες περίπου) αντιμετώπιζαν τρομερές δυσκολίες να αναπληρώσουν τόσο μεγάλες απώλειες. Παρ’ όλα αυτά, αν και είχαν μεγάλη έλλειψη από εφόδια εξαιτίας του τουρκικού αποκλεισμού, κατόρθωσαν να συνεχίσουν τον αγώνα τους και με τον συνεχή ανταρτοπόλεμο που έκαναν κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών ετών έγιναν τρομερό οικονομικό και στρατιωτικό πρόβλημα για την τουρκική αυτοκρατορία.
Οι αντάρτες (με τη γενική καθοδήγηση του Ζυμβρακάκη, του Κορωναίου, του Μιχάλη Κόρακα και του Χιονουδάκη) πολύ σπάνια κατόρθωναν να συγκεντρώσουν μεγάλες δυνάμεις. Μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς τους ήταν αναγκασμένοι να το αφιερώνουν στην προστασία των οικογενειών τους, από τις οποίες μπόρεσαν πάντως να στείλουν κάμποσες στην Ελλάδα για να σωθούν. Παρά τις προμήθειες που στέλνονταν από την Ελλάδα και από άλλα μέρη, τα τρόφιμα ήταν πάντα μετρημένα – το ίδιο και τα πολεμοφόδια.
Παρ’ όλα αυτά προξενούσαν σταθερές απώλειες στο τακτικό στράτευμα των Τούρκων. Όταν ο τακτικός στρατός έκανε επιθέσεις στα χωριά που ήταν τα κέντρα της ελληνικής οργάνωσης έπεφτε συχνά –μπαίνοντας ή βγαίνοντας– στις ενέδρες των Κρητικών. Λέγεται ότι ένας Τούρκος στρατηγός, που ήταν υπεύθυνος για τον αφανισμό 600 χωριών περίπου, είχε τουλάχιστον 20.000 άνδρες νεκρούς και τραυματίες.
Η πτώση του Αρκαδίου, που τη διαδέχτηκαν συστηματική ερήμωση και θηριωδίες από την πλευρά των Τούρκων, κίνησε τη συμπάθεια της Ευρώπης και έκανε την υπόθεση της Κρήτης (και το Ανατολικό ζήτημα γενικότερα) το φλέγον ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Ο Ignatiev, ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, θεώρησε ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή για το σχηματισμό βαλκανικού συνασπισμού κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η ίδια η Ρωσία δεν θα είχε ενεργό επέμβαση: επωφελούμενη από τη στάση της Μεγάλης Βρετανίας, που ήταν αντίθετη προς κάθε επέμβαση, θα προωθούσε και μεταξύ των άλλων ευρωπαϊκών Δυνάμεων μια πολιτική μη ανάμειξης. Παράλληλα όμως, θα εργαζόταν αθόρυβα στα παρασκήνια, δίνοντας στους χριστιανούς των Βαλκανίων ηθική συμπαράσταση και ενότητα δράσης. Θα προωθούσε μια συμμαχία ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Σερβία και θα εγκαθιστούσε κέντρα δράσης σε όλα τα Βαλκάνια.
Ελπίζοντας να βγει κερδισμένος από την κρητική εξέγερση, ο πρίγκιπας Μιχαήλ της Σερβίας στις 17/29 Οκτωβρίου έστειλε στην Πύλη μια αίτηση που την είχε μελετήσει από καιρό: να εκκενωθούν τα φρούρια του Δούναβη. Τον Σεπτέμβριο είχε συνάψει συνθήκη με το Μαυροβούνιο. Είχε επιπλέον αρχίσει στρατιωτικές προετοιμασίες περιμένοντας να ξεσπάσει την άνοιξη γενική εξέγερση στα Βαλκάνια. Με τη Ρουμανία είχε ήδη συνάψει συνθήκη που ίσως είχε υπογραφεί τον Μάιο του 1865. Αυτή τη συνθήκη τη μνημόνευσε όταν άρχισε διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα.
Αποτέλεσμα αυτών των διαπραγματεύσεων ήταν η σύναψη συμμαχίας ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Σερβία στις 14/26 Αυγούστου 1867. Τον Ιανουάριο ο Χαρίλαος Τρικούπης, που είχε αναλάβει το υπουργείο των Εξωτερικών στη νέα κυβέρνηση Κουμουνδούρου κατά τα τέλη Δεκεμβρίου 1866, άρχισε τις διαπραγματεύσεις με τη Ρουμανία. Οι δυο πλευρές συμφώνησαν αμέσως σε τρεις θεμελιώδεις αρχές: στην ανάγκη κοινής δράσης των χριστιανών στα Βαλκάνια, στη διαρρύθμιση του βαλκανικού χώρου με γνώμονα τις εθνικότητες, και στην από κοινού συμφωνία των τεσσάρων χριστιανικών βαλκανικών κρατών (Σερβίας, Ελλάδας, Ρουμανίας και Μαυροβουνίου) για τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν και για τις αναγκαίες στρατιωτικές προετοιμασίες.
Οι διαπραγματεύσεις όμως δεν οδήγησαν στη σύναψη συμμαχίας: οι Ρουμάνοι είχαν αμφιβολίες αν οι Κρητικοί ήταν σε θέση να αντισταθούν για πολύν καιρό. Αμφισβητούσαν κατά πόσο η Ελλάδα ήταν ικανή να παρατάξει επαρκείς δυνάμεις στο πεδίο της μάχης. Γνώριζαν επίσης ότι είχαν να αντιμετωπίσουν τη δική τους αστάθεια και έλλειψη στρατιωτικής οργάνωσης. Ανάλογη τύχη είχαν και οι προσπάθειες της Ελλάδας να συνάψει συμμαχία με τον αντιβασιλέα της Αιγύπτου και τον πρίγκιπα Νικόλαο του Μαυροβουνίου.
Οι πληροφορίες για τις κινήσεις αυτές στο χώρο των Βαλκανίων, καθώς και η βεβαιότητα ότι πίσω τους κρυβόταν η Ρωσία, παρακίνησαν τις δυτικές Δυνάμεις και ιδιαίτερα τη Γαλλία να αναζητήσουν κάποια λύση στο Κρητικό ζήτημα πριν αυτό συνδυαστεί με το τουρκικό πρόβλημα με όλες τις περιπλοκές και τους κινδύνους του. Ο Ναπολέων Γ΄, έχοντας υπόψη την πολιτική που ακολουθούσε στη Ρηνανία, καθώς και ότι υπήρχε ήδη κάποια μορφή φιλικής συνεννόησης (entente) ανάμεσα στην Πρωσία και τη Ρωσία, έλπιζε να βρεθεί μια λύση με βάση την εθνικότητα, που θα ικανοποιούσε τη Ρωσία και θα έδινε με αυτό τον τρόπο στη Γαλλία την ευκαιρία να έχει κάποια ωφελήματα στη Δύση. Στις 26 Νοεμβρίου / 8 Δεκεμβρίου του 1866 έστειλε μήνυμα σε απειλητικό ύφος στην Πύλη πληροφορώντας την ότι, αν δεν δινόταν στην Κρήτη νέο καθεστώς με μορφή πριγκιπάτου μέσα σε τρεις εβδομάδες, αυτό θα είχε σοβαρότατες επιπτώσεις. Η πίεση όμως που ασκήθηκε από την πλευρά των Άγγλων στην Πύλη ήταν πολύ πιο διακριτική: ο Stanley, υπουργός των Εξωτερικών, δεχόμενος ότι ήταν αδύνατο στη Μεγάλη Βρετανία να υπερασπίσει τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης στην Κρήτη, έκανε απλώς έκκληση στην Πύλη να τηρήσει μετριοπαθή στάση και να μη δυσκολέψει η ίδια τη θέση της.
Ο Gorchakov όμως βρήκε την ευκαιρία να προχωρήσει πολύ πιο μακριά: πληροφόρησε τους Τούρκους ότι η μόνη βάση για να εδραιωθεί η γαλήνη στην αυτοκρατορία τους ήταν η παραχώρηση καθεστώτος αυτονομίας σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Έλπιζε να συνδυάσει αυτή την πολιτική με μια φιλική συνεννόηση (entente) Αυστρίας, Γαλλίας και Ρωσίας, αλλά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του γιατί ανακάλυψε πως ο Αυστριακός υπουργός Beust ήταν έτοιμος να ασκήσει πίεση με στόχο την προσάρτηση της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης.
Από την άλλη μεριά βρήκε ότι ήταν ευκολότερη η συνεργασία με τη Γαλλία και συμφώνησε μαζί της να προτείνουν οι δυο τους στη Μεγάλη Βρετανία να παραχωρηθεί αυτονομία στην Κρήτη. Η λύση όμως αυτή δεν άρεσε στον Stanley, του οποίου η άκαμπτη στάση έβαλε τον Ναπολέοντα σε δίλημμα: αν ενεργούσε σε συνεννόηση μόνο με τη Ρωσία, ήταν πιθανό να προσπαθήσει η Ρωσία να κατευθύνει η ίδια τις κινήσεις. Γι’ αυτόν το λόγο έδωσε απλώς στον Bourée, που ήταν στην Κωνσταντινούπολη, οδηγίες να παρακινήσει τον Ααλί να δώσει αυτονομία στην Κρήτη και να παραχωρήσει τα φρούρια του Δούναβη στη Σερβία, έστω και για να αποτραπεί έτσι ο σχηματισμός φιλικής συμφωνίας ανάμεσα στους Σέρβους και τους Έλληνες.
Αλλά και αυτή ακόμα η φιλική συμβουλή θορύβησε πολύ τον Ααλί πασά, που παραπονέθηκε γι’ αυτήν στους Βρετανούς. Ο Stanley όμως κατόρθωσε να τον διαβεβαιώσει ότι η πολιτική της Βρετανίας δεν αποσκοπούσε στο διαμελισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στηριζόμενος στην ισχύ της βρετανικής διαβεβαίωσης ο Ααλί αποφάσισε να υποχωρήσει στο θέμα των σερβικών φρουρίων και να φανεί αδιάλλακτος στο ζήτημα της Κρήτης. Αυτό είχε αποτέλεσμα να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις Σερβίας-Ελλάδας.
Ο διαχωρισμός των ελληνικών προβλημάτων από τα σερβικά βοήθησε τον Moustier να πετύχει ευκολότερα το στόχο του, δηλαδή το σχηματισμό φιλικής συμμαχίας ανάμεσα στη Γαλλία και τη Ρωσία, έτσι ώστε να μη δοθεί στη Ρωσία μεγάλο πεδίο πρωτοβουλιών στις σχέσεις της με τους Σλάβους.
Στις 11/23 Ιανουαρίου 1867 πρότεινε στον Gorchakov να προσαρτήσει η Ελλάδα την Κρήτη αλλά και να διορθωθεί προς όφελός της η γραμμή των συνόρων στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία. Ο Gorchakov όμως ήθελε να προωθήσει τη δημιουργία αυτόνομων καθεστώτων με την εγγύηση των μεγάλων Δυνάμεων για όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς στα Βαλκάνια και ήθελε να μάθει περισσότερα για τα σχέδια της Γαλλίας στη δυτική Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, καθώς φοβόταν ότι ο Moustier θα φρόντιζε να συμφωνήσει με την Αυστρία (που θα προσαρτούσε τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη), έδωσε στη συνέχεια απτές ενδείξεις ότι ήταν αποφασισμένος να αναθεωρήσει ευρύτατα τις απόψεις του για να ικανοποιήσει τα αιτήματα της Γαλλίας.
Η πολιτική αυτή ενόχλησε τον Ignatiev που ήθελε να αναλάβει η Ρωσία την πρωτοβουλία και να επιλύσει ταυτόχρονα τόσο το σλαβικό όσο και το ελληνικό ζήτημα σύμφωνα με μια τελική ρύθμιση που θα έδινε στους Σέρβους τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη. Δείχνοντας περιφρόνηση και ανυπακοή στον Gorchakov αποκάλυψε τα γαλλικά σχέδια στους Τούρκους, συμβουλεύοντάς τους να μη φανούν υποχωρητικοί. Τους έδωσε επίσης καθαρά να καταλάβουν ότι οι προστάτιδες Δυνάμεις δεν αποτελούσαν με κανένα τρόπο ενιαίο μέτωπο.
Παρ’ όλα αυτά ο Moustier συνέχισε να επιμένει στα σχέδιά του για επέμβαση. Είχε με το μέρος του την υποστήριξη της Αυστρίας, της Ιταλίας, ακόμα και του Bismarck, ο οποίος σκεφτόταν να μετατοπίσει την προσοχή της Γαλλίας από τη Ρηνανία στη Μέση Ανατολή. Κατά τα τέλη Μαρτίου ο Ignatiev ενεργώντας κατόπιν εντολής έλαβε μέρος σε ένα διάβημα των Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, και ο Bismarck πληροφόρησε τους Τούρκους ότι οποιεσδήποτε παραχωρήσεις της Τουρκίας προς τη Γαλλία θα είχαν ένα μόνο αποτέλεσμα: να εγείρει αξιώσεις και η Ρωσία. Σωστά υπολόγιζε ότι οι Τούρκοι θα απέρριπταν χωρίς δεύτερη συζήτηση το διάβημα βασιζόμενοι στην ουδετερότητα της Μεγάλης Βρετανίας.
Για ένα μικρό διάστημα ο Moustier ασχολήθηκε με το πρόβλημα του Λουξεμβούργου στη Δύση, αλλά μετά τα μέσα Απριλίου προσπάθησε και πάλι να πείσει τους Τούρκους να προβούν σε παραχωρήσεις προς τους Έλληνες, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι, αν συμφιλιώνονταν, οι Έλληνες θα ήταν χρήσιμοι για την Τουρκία στην καταπολέμηση των Σλάβων. Όταν άκουσε γι’ αυτό το διάβημα ο Gorchakov προσπάθησε να συνενώσει όλες τις Δυνάμεις σε μια γενική επέμβαση, αλλά απέτυχε πάλι εξαιτίας της κατηγορηματικής άρνησης της βρετανικής πλευράς και της απροθυμίας της Αυστρίας να λάβει μέρος σε οποιοδήποτε διάβημα που δεν το υποστήριζε η Μεγάλη Βρετανία.
Οι Αυστριακοί άλλαξαν στη συνέχεια στάση και στις 3/15 Ιουνίου η Γαλλία, η Ρωσία, η Ιταλία, η Πρωσία και η Αυστρία έδωσαν στην Πύλη μια συλλογική νότα ζητώντας να εξεταστούν σε βάθος οι υποθέσεις της Κρήτης. Η νότα αυτή δεν επηρέασε την κατάσταση. Ο Ignatiev έπεισε τους Τούρκους ότι αυτή η ενέργεια ήταν το αποτέλεσμα γαλλικών σχεδίων με απώτερο σκοπό την απόσπαση της Κρήτης. Πέρασαν κάμποσοι μήνες. Η προσέγγιση Ρωσίας και Τουρκίας, που την προώθησε ο Ignatiev, δεν οδήγησε σε κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Αλλά και οι μακρές διαπραγματεύσεις που τελείωσαν στις 18/30 Οκτωβρίου με δήλωση των τεσσάρων Δυνάμεων, από την οποία απουσίαζαν οι κυβερνήσεις της Βρετανίας και της Αυστρίας, δεν είχαν επίσης κανένα αποτέλεσμα.
Στο μεταξύ η κυβέρνηση Κουμουνδούρου, με την έγκριση του βασιλιά, είχε κάνει δημόσια γνωστή την πρόθεσή της να βελτιώσει τις σχέσεις με την Τουρκία. Η πολιτική τους όμως αποσκοπούσε ουσιαστικά να κερδηθεί χρόνος, να κατασταλούν οι εξεγέρσεις στο χώρο των Βαλκανίων και να γίνουν οι προετοιμασίες για τη διεξαγωγή πολέμου την άνοιξη.
Συνεχίστηκε η αποστολή εφοδίων και εθελοντών στην Κρήτη και αγοράστηκαν για τη μεταφορά τα πλοία «Αρκάδι», «Ένωσις» και «Κρήτη». Παρόμοια περίπου ήταν η πολιτική στην ίδια την Κρήτη. Η κρητική εθνοσυνέλευση είχε διορίσει προσωρινή κυβέρνηση με οχτώ μέλη, η οποία, για να κερδίσει τη συμπάθεια των προξένων των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, παρότρυνε τους Κρητικούς που είχαν πάρει τα όπλα να προσποιηθούν ότι ήταν έτοιμοι να συνθηκολογήσουν, απαίτησε να αφεθούν ελεύθεροι διάφοροι επιφανείς Κρητικοί, και έδωσε μεγάλη δημοσιότητα στις τουρκικές αγριότητες.
Οι ενέργειες αυτές το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να κάνουν τους Τούρκους να πολλαπλασιάσουν τις προσπάθειές τους για να καθυποτάξουν το νησί. Τον Απρίλιο του 1867 οι Τούρκοι έστειλαν στην Κρήτη το στρατηγό Ομέρ πασά με ενισχύσεις από 15.000 άνδρες, μαζί με ιππικό και πυροβολικό. Στις 24 Απριλίου / 6 Μαΐου όμως οι δυνάμεις αυτές ηττήθηκαν συντριπτικά από τους Κρητικούς, οι οποίοι ένα μήνα αργότερα (στις 25 Μαΐου / 6 Ιουνίου) επανέλαβαν αυτό το κατόρθωμά τους. Ο Ομέρ για να εκδικηθεί έκαψε χωριά εξασθένισε τη χώρα, και γενικά έγινε αιτία να χάσει την αξιοπιστία της. Στο άμεσο μέλλον οδήγησε σε διάσταση Ελλάδας και Σερβίας. Οι Έλληνες αισθάνονταν ότι οι Σέρβοι απλώς εκμεταλλεύτηκαν την κρητική εξέγερση για να ξεφορτωθούν τις τουρκικές φρουρές.
Αν και οι νέες συνθήκες επέβαλλαν στην ελληνική κυβέρνηση να είναι προσεχτική, η Κεντρική Επιτροπή στην Αθήνα συνέχιζε να στέλνει εφόδια και εθελοντές στην Κρήτη και η αντιπολίτευση στο ελληνικό κοινοβούλιο εξακολουθούσε να διαμαρτύρεται και να ζητά να δοθεί τουλάχιστον ένας ξεκάθαρος ορισμός της ελληνικής πολιτικής. Η ένταση αυξήθηκε όταν έγινε αντιληπτό ότι οι Τούρκοι δεν είχαν πια σκοπό να κάνουν τους Κρητικούς να ηρεμήσουν προβαίνοντας σε παραχωρήσεις, αλλά είχαν επιστρέψει στα παλιά τους σχέδια να τους καθυποτάξουν με τη βία.
Η νέα κατάσταση (μαζί με τις φήμες ότι ήταν πιθανό να αναλάβει ο Gladstone την πρωθυπουργία στην Αγγλία) έκανε τον Βούλγαρη να αλλάξει πορεία. Υιοθέτησε απέναντι στην Τουρκία επιθετική πολιτική που σύντομα εκδηλώθηκε φανερά, όταν η στρατολόγηση εθελοντών με προορισμό την Κρήτη γινόταν ανοιχτά στους δρόμους της Αθήνας και όταν στις 7/19 Νοεμβρίου αναχώρησε μπροστά στα μάτια του αθηναϊκού κοινού ομάδα από 200 άνδρες, που φορούσαν ελληνικές στρατιωτικές στολές, με ηγέτη τον Μανιάτη καπετάνιο Δημήτριο Πετροπουλάκη, για να πάει στο νησί.
Ο Ααλί πασάς διαμαρτυρήθηκε στις Δυνάμεις γι’ αυτή την ανοιχτή πράξη εχθρότητας από την πλευρά της Ελλάδας. Στις 20 Νοεμβρίου / 2 Δεκεμβρίου η οθωμανική κυβέρνηση αποφάσισε να απελάσει όλους τους Έλληνες υπηκόους από το έδαφος της Τουρκίας. Ο Βρετανός πρεσβευτής Sir Henry Elliot συμβούλεψε τους Τούρκους να φανούν πιο προσεχτικοί.
Ο Ignatiev όμως, που κατηγορούσε τον Elliot ότι ενθάρρυνε τους Τούρκους να ακολουθήσουν αυτή τη νέα πολιτική, συμβούλευε τον Δεληγιάννη να αγνοήσει τις τουρκικές απειλές και να στηριχτεί στο ότι οι Δυνάμεις θα παρενέβαιναν στην Κωνσταντινούπολη. Έλπιζε να μπορέσει να εγκαινιάσει ο ίδιος αυτή την παρέμβαση, αλλά εξαιτίας της στάσης του Elliot και του Bourée αποδείχτηκε ότι η πολιτική αυτή δεν ήταν και τόσο αποτελεσματική όσο τη φανταζόταν. Οι μόνες παραχωρήσεις που ήταν διατεθειμένοι να κάνουν οι Τούρκοι ήταν να αναβάλουν κάθε δράση τους κατά της Ελλάδας, με την προϋπόθεση ότι οι Δυνάμεις θα κατόρθωναν μέσα σε πέντε μέρες να πείσουν την ελληνική κυβέρνηση να αναθεωρήσει τη στάση της. Οι συμβουλές όμως των Δυνάμεων προς την Αθήνα δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε στις 27 Νοεμβρίου / 9 Δεκεμβρίου όλες τις αξιώσεις της Τουρκίας. Δύο μέρες αργότερα οι Τούρκοι επέδωσαν στην Αθήνα ένα τελεσίγραφο στο οποίο δήλωναν ότι θα διακόπτονταν οι διπλωματικές σχέσεις αν οι Έλληνες εθελοντές δεν εγκατέλειπαν την Κρήτη μέσα σε πέντε μέρες και αν οι πρόσφυγες της Κρήτης δεν γύριζαν στα σπίτια τους. Στις 3/15 Δεκεμβρίου η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε το τελεσίγραφο και την επόμενη μέρα ο Τούρκος πληρεξούσιος ζήτησε να του επιστραφεί το διαβατήριό του.
Έτσι είχαν τα πράγματα όταν ένας τουρκικός στολίσκος με αρχηγό τον Hobart πασά (έναν Άγγλο πρώην αξιωματικό του ναυτικού) υποχρέωσε, ύστερα από ανταλλαγή πυρών, το ελληνικό μεταφορικό πλοίο «Ένωσις» να ζητήσει καταφύγιο στο λιμάνι της Σύρου. Ο Έλληνας διοικητής του νησιού, όταν ο Hobart τού ζήτησε να συλλάβει το σκάφος, αρνήθηκε να συμμορφωθεί χωρίς να του έχουν σταλεί ρητές οδηγίες από την Αθήνα. Η ελληνική κυβέρνηση όμως, αντί να στείλει την εξουσιοδότησή της για τη σύλληψη της «Ένωσης», έστειλε ένα στολίσκο από πλοία στη Σύρο με την εντολή να αξιώσει, απειλώντας ότι θα χρησιμοποιούσε βία, από τον Hobart πασά να εγκαταλείψει αμέσως τα ελληνικά χωρικά ύδατα.
Η επέμβαση της Γαλλίας πρόλαβε την ένοπλη σύγκρουση. Ο Hobart συμφώνησε να φύγει από την είσοδο του λιμανιού. Έμεινε όμως εκεί γύρω και η συνέπεια ήταν να μην μπορεί το «Ένωσις» να φύγει. Η ενέργειά του αυτή εμπόδισε τους Έλληνες να στείλουν κι άλλους εθελοντές και πολεμοφόδια στην Κρήτη για να ενισχύσουν τον Πετροπουλάκη, ο οποίος, αφού ηττήθηκε στον Κισσό, στον Άγιο Βασίλειο και στον Ασκύφο, αναγκάστηκε να παραδοθεί χωρίς όρους κατά τα τέλη Δεκεμβρίου. Αυτό υπήρξε και το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων στην Κρήτη.
Στο μεταξύ οι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις προσπάθησαν να καταλήξουν σε συμφωνία για κάποια επέμβαση ώστε να αποτραπεί ο πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Ο Gorchakov, που ήθελε να ασκηθεί πίεση τόσο προς την Τουρκία όσο και προς την Ελλάδα, ζήτησε από τον Bismarck να προτείνει τη σύγκληση μιας συνδιάσκεψης των έξι Δυνάμεων σύμφωνα με τις διατάξεις του 23ου πρωτοκόλλου της συνθήκης του 1856. Αυτή η πρόταση έγινε δεκτή από τη Γαλλία και την Αυστρία και τελικά οι Βρετανοί συμφώνησαν και αυτοί με ορισμένες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές έγιναν αντικείμενο σημαντικών συζητήσεων αλλά στο τέλος συμφωνήθηκε να πάρει μέρος στη συνδιάσκεψη ένας Έλληνας αντιπρόσωπος με συμβουλευτικό ρόλο.
Η συνδιάσκεψη άρχισε τις εργασίες της στο Παρίσι στις 28 Δεκεμβρίου / 9 Ιανουαρίου 1869. Οι Τούρκοι είχαν ήδη δηλώσει ότι θα έδιωχναν με τη βία τα ελληνικά πλοία από τα οθωμανικά λιμάνια και ότι θα απέλαυναν από τα εδάφη τους όλα τα άτομα που, έχοντας ήδη πολιτογραφηθεί Έλληνες υπήκοοι, αρνιούνταν να αποκτήσουν και πάλι την αρχική οθωμανική υπηκοότητά τους. Οι Έλληνες, από την άλλη μεριά, πρόβαλλαν το αίτημα της προσάρτησης της Κρήτης και της ευνοϊκής διόρθωσης των βόρειων συνόρων της Ελλάδας. Ζητούσαν επίσης ο αντιπρόσωπός τους στη συνδιάσκεψη να έχει ίση μεταχείριση με τον Τούρκο συνάδελφό του. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, αν και το ευνοούσαν η Ρωσία και η Μεγάλη Βρετανία.
Μία από τις πρώτες ενέργειες της συνδιάσκεψης ήταν να ζητηθεί από τις δύο χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία, η τήρηση του status quo όσον καιρό θα διαρκούσαν οι εργασίες της συνδιάσκεψης. Οι Τούρκοι συμφώνησαν αμέσως με αυτό το αίτημα, αλλά δεν δόθηκε καμιά απάντηση από την πλευρά της Ελλάδας.
Κατόπιν, οι Δυνάμεις κατάρτισαν μια δήλωση των θεμελιωδών αρχών που έπρεπε στο μέλλον να διέπουν τις σχέσεις Τουρκίας και Ελλάδας. Η Ελλάδα δεν θα επέτρεπε να συγκεντρώνονται στο έδαφός της ένοπλες συμμορίες και εξοπλισμένα σκάφη που προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον γειτονικής χώρας. Η Τουρκία έπρεπε να δεχτεί την πρόταση της Ελλάδας να επιστρέψουν στην Κρήτη οι οικογένειες των Κρητικών που είχαν αναζητήσει καταφύγιο στην Ελλάδα. Έπρεπε επίσης να ακολουθήσει την κανονική νομική διαδικασία για να αποζημιωθεί για τις καταστροφές που είχαν υποστεί Οθωμανοί υπήκοοι και να εγκαταλείψει τα σχεδιαζόμενα μέτρα κατά των Ελλήνων υπηκόων στην Τουρκία.
Η απάντηση της Πύλης σ’ αυτή τη δήλωση δεν ήταν δυσμενής. Ωστόσο, παρά την ισχυρή πίεση που ασκήθηκε από όλες τις Δυνάμεις, η απάντηση της Αθήνας δεν ήρθε αμέσως. Στην Αθήνα, η δήλωση αυτή έγινε αιτία νέας κυβερνητικής κρίσης. Στις 21 Ιανουαρίου / 2 Φεβρουαρίου παραιτήθηκε ο Βούλγαρης. Ο Δεληγιώργης αρνήθηκε να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε κυβέρνηση θα σχηματιζόταν με σκοπό την αποδοχή των προσταγών των Δυνάμεων. Ο Ζαΐμης έθεσε πολύ αυστηρούς όρους που ήταν αδύνατο να τους δεχτεί ο βασιλιάς Γεώργιος.
Τέλος, ο Σπυρίδων Βαλαωρίτης απέτυχε να σχηματίσει κυβέρνηση. Αφού κάλεσε τους εκπροσώπους των προστάτιδων Δυνάμεων στο παλάτι στις 23 Ιανουαρίου / 4 Φεβρουαρίου, ο βασιλιάς εξήγησε τις δυσκολίες που συναντούσε και δήλωσε εμπιστευτικά ότι, αν δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν, θα αναγκαζόταν να πάει στο Παρίσι για να πάρει μέρος στις διαβουλεύσεις της συνδιάσκεψης.
Την επόμενη μέρα όμως, σχημάτισε κυβέρνηση ο Ζαΐμης και στις 25 Ιανουαρίου / 6 Φεβρουαρίου η κυβέρνηση αυτή αποδέχτηκε τη δήλωση των Δυνάμεων. Παράλληλα, έκανε διάγγελμα προς το λαό εκφράζοντας με αόριστες φράσεις τη συμπάθεια των Ελλήνων προς τους Κρητικούς και κατηγορώντας την κυβέρνηση Βούλγαρη ότι, επειδή είχε παραμελήσει τις υλικές προετοιμασίες, ήταν υπεύθυνη για την αδυναμία της Ελλάδας να ακολουθήσει τη φυσική και ορθή πολιτική της.
Αυτό το χρονικό διάλειμμα έσωσε τα προσχήματα αλλά δεν καθυστέρησε την εφαρμογή της ρύθμισης. Στις 6/18 Φεβρουαρίου αποκαταστάθηκαν οι διπλωματικές σχέσεις Τουρκίας και Ελλάδας. Ως την ημερομηνία αυτή είχαν επιστρέψει από την Κρήτη όλοι οι Έλληνες εθελοντές και οι κρητικές οικογένειες είχαν επαναπατριστεί. Στις 10/22 Φεβρουαρίου είχε αποκατασταθεί η ειρήνη στο νησί και ο αποκλεισμός του από τη θάλασσα είχε αρθεί.
Η έκρηξη της Κρητικής επανάστασης, 1896-1897
Οι Τούρκοι έστειλαν στο νησί στρατό, με διοικητή τον στρατηγό Σακίρ πασά, για την επιβολή της τάξης και τον περιορισμό των ελευθεριών που απολάμβανε ο πληθυσμός σύμφωνα με τη σύμβαση της Χαλέπας. Η ενέργεια αυτή έκανε τους Κρητικούς να αρχίσουν τις προετοιμασίες για μια εξέγερση που είχε την υποστήριξη και των πατριωτικών οργανώσεων στην Ελλάδα, καταγγέλλοντας τη στάση του Τρικούπη, ο οποίος τους συμβούλεψε να δείξουν μετριοπάθεια εξαιτίας του διεθνούς κλίματος.
Τον Αύγουστο του 1889 οι Κρητικοί απευθύνθηκαν στους Ευρωπαίους προξένους ζητώντας να τηρηθούν οι διατάξεις της σύμβασης της Χαλέπας. Ο Τρικούπης αξίωσε από τις Δυνάμεις να εγγυηθούν ότι οι Τούρκοι θα απέσυραν το στρατό τους από την Κρήτη. Δεν ήταν όμως διατεθειμένος να προχωρήσει παραπέρα. Τον Δεκέμβριο η Πύλη κατάργησε εντελώς τις πολιτικές ελευθερίες των Κρητικών. Η ενέργεια αυτή δεν προκάλεσε παρά ήπιες μόνο διαμαρτυρίες από την πλευρά της Μεγάλης Βρετανίας και της Ρωσίας, ενώ οι υπόλοιπες Δυνάμεις δεν αντέδρασαν καν.
Ξεσηκώθηκε όμως αληθινή θύελλα στην Αθήνα, όπου ο Δημήτριος Ράλλης, ένας ευέξαπτος δημαγωγός του οποίου οι οπαδοί κατάγονταν κυρίως από την Αττική, κατάγγειλε τη στάση του Τρικούπη και της δυναστείας. Ακόμα και ο Δεληγιάννης, μόλις έγινε πρωθυπουργός τον Οκτώβριο του 1890, θεώρησε πολιτικά σκόπιμο να προσπαθήσει να εξαναγκάσει σε σιγή την Κρητική Επιτροπή στην Ελλάδα.
Μετά από αυτά η ένταση ελαττώθηκε τόσο στην Αθήνα όσο και στην Κρήτη και τον Μάιο του 1895 οι Τούρκοι έστειλαν τον χριστιανό Καραθεοδωρή πασά κυβερνήτη του νησιού. Ο Καραθεοδωρής όμως προκάλεσε την αντίθεση των μουσουλμάνων της Κρήτης και τον Δεκέμβριο παραιτήθηκε.
Στο διάστημα που μεσολάβησε είχε ιδρυθεί τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα η Εθνική Εταιρεία, βασισμένη στην παλαιά Φιλική Εταιρεία. Το σώμα αυτό είχε ιδρυθεί για πρώτη φορά το 1894 ως στρατιωτικός όμιλος με εξήντα μέλη, αργότερα όμως δόθηκε και σε πολίτες η δυνατότητα να γίνουν μέλη. Τον Σεπτέμβριο επίσης είχαν ιδρύσει επιτροπή και οι χριστιανοί της Κρήτης με ηγέτη τον Μανούσο Κούνδουρο. Έλπιζαν να μπορέσουν να επωφεληθούν από τις σφαγές των Αρμενίων, που είχαν αρχίσει νωρίτερα το ίδιο καλοκαίρι.
Τον Δεκέμβριο του 1895 η Πύλη έστειλε ένα μωαμεθανό διοικητή στην Κρήτη, τον Τουρχάν πασά, οπότε η Κρητική Επιτροπή αποφάσισε η ίδια τη μετατροπή της σε επαναστατική συνέλευση. Έπαιρνε χρήματα και όπλα από την Εταιρεία της Αθήνας και ενθάρρυνση να ζητήσει την ένωση. Ο Κούνδουρος όμως ανήκε σε μια μερίδα Κρητικών που ευνοούσαν όχι την ένωση αλλά την αυτονομία του νησιού, πράγμα που θεωρούνταν πιο ρεαλιστικό και φαινόταν πιο πιθανό ότι θα το υποστήριζε και η Βρετανία. Ακόμα πιο αδιάλλακτος και συντηρητικός από τον Κούνδουρο ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, νεαρός δικηγόρος τότε. Σύμφωνα με την άποψή του θα ήταν τελείως άσκοπη μια επανάσταση. Η στάση του Βενιζέλου εξόργισε τους οπαδούς των άκρων, που ζήτησαν την παραπομπή του σε δίκη και την εκτέλεσή του.
Την άνοιξη του 1896 η Εθνική Εταιρεία αριθμούσε ήδη πενήντα έξι παραρτήματα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και ογδόντα τρεις υποοργανώσεις στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Ο συνολικός αριθμός των μελών της ξεπερνούσε τις 3.000. Με την υποστήριξη άλλων πατριωτικών ομίλων και πολιτικών της αντιπολίτευσης όπως ο Ράλλης, που διοργάνωνε το δικό του προσωπικό κόμμα, άσκησε εντονότατη πίεση στην κυβέρνηση Δεληγιάννη κατηγορώντας την ότι δεν έδωσε καμιά βοήθεια στους Κρητικούς και ότι παραμελούσε το στράτευμα, όπου η Εταιρεία κέρδιζε καθημερινά ολοένα και περισσότερους οπαδούς μέσα στους μη κυβερνητικούς αξιωματικούς. Η Εταιρεία μεταβλήθηκε τελικά σε κράτος εν κράτει και οι δραστηριότητές της δεν περιορίστηκαν στην Κρήτη αλλά απλώθηκαν και στη Μακεδονία και στην Ήπειρο.
Έτσι είχαν τα πράγματα όταν στις 6/18 Μαΐου του 1896 η Κρητική Επιτροπή ανέλαβε δράση και περικύκλωσε 1.600 Τούρκους στρατιώτες στον Βάμο. Οι Τούρκοι έσφαξαν σε επιχείρηση αντιποίνων Έλληνες στην περιοχή των Χανίων. Παρά την πάνδημη αξίωση να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες η ελληνική κυβέρνηση κάθισε με σταυρωμένα τα χέρια, γιατί οι Δυνάμεις είχαν στείλει τα θωρηκτά τους στο νησί. Όταν όμως οι Τούρκοι άρχισαν να αποβιβάζουν και νέα στρατεύματα στην Κρήτη, άρχισαν να καταφθάνουν πάλι από την Ελλάδα όπλα και εθελοντές. Για την ενέργεια αυτή δεν ευθυνόταν η ελληνική κυβέρνηση, αλλά η Εταιρεία. Αν και ο υπουργός Στρατιωτικών Σμολένσκης υπέβαλε την πρόταση να έρθει η κυβέρνηση σε κάποια συνεννόηση με την Εταιρεία για να είναι σε θέση να την ελέγχει, ο Δεληγιάννης φάνηκε διστακτικός - πήρε μάλιστα μέτρα για να ενισχύσει τις φρουρές στα βόρεια σύνορα της χώρας, με την ελπίδα να κατορθώσει έτσι να εμποδίσει την Εταιρεία να στείλει ομάδες ενόπλων στη Μακεδονία.
Περίμενε να δει τι θα γινόταν με το αίτημα που είχαν απευθύνει οι Κρητικοί προς τη Βρετανία ζητώντας της να καταλάβει το νησί, καθώς και με την πρόταση των Δυνάμεων, που έγινε με πρωτοβουλία της Αυστρίας, να διορίσει η Πύλη πάλι χριστιανό διοικητή, να συγκαλέσει την κρητική συνέλευση, να θέσει σε εφαρμογή τις διατάξεις της σύμβασης της Χαλέπας και να χορηγήσει γενική αμνηστία. Η Πύλη υποχώρησε, με αποτέλεσμα οι Δυνάμεις να ζητήσουν με διάβημά τους προς την Αθήνα, στις 24 Ιουνίου / 6 Ιουλίου, να σταματήσει αμέσως η αποστολή χρημάτων, όπλων και εθελοντών στην Κρήτη.
Όταν τον ίδιο μήνα συνήλθε η κρητική συνέλευση, οι χριστιανοί αντιπρόσωποι ζήτησαν να ισχύσει και για την Κρήτη καθεστώς παρόμοιο με της Σάμου, η οποία είχε ζήσει με καθεστώς αυτονομίας από το 1832 υπό την ηγεσία πρίγκιπα διοικητή και είχε δημοκρατικό σύνταγμα από το 1852. Εκείνον όμως τον καιρό οι Τούρκοι στρατιωτικοί άρχισαν να καταστρατηγούν τις αποφάσεις του χριστιανού διοικητή. Οι μάχες ξανάρχισαν, έγιναν νέες σφαγές, οι Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν και οι Τούρκοι στην απάντησή τους προς τις Δυνάμεις κατηγόρησαν τους Έλληνες ότι προμήθευαν όπλα και έστελναν εθελοντές όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Ήπειρο και στη Μακεδονία. Η κατηγορία δεν ήταν αβάσιμη. Ο Ναούμ Σπανός, συνοδευόμενος από τους Μήτρο και Χατζή, παλαιούς κλέφτες της Θεσσαλίας, είχε διαβεί τα σύνορα και είχε μπει στη Μακεδονία, όπου οργανώνονταν τοπικές ένοπλες ομάδες. Η πιο γνωστή ανάμεσά τους ήταν η ομάδα του Μπρούφα, οπλαρχηγού από τα Γρεβενά.
Στο σημείο αυτό ο Goluchowski, υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας, πρότεινε τον ειρηνικό αποκλεισμό της Κρήτης, αλλά η πρόταση αυτή – όπως και μια πρόταση της Γερμανίας για ναυτικές επιχειρήσεις κατά της Ελλάδας – βρήκε σταθερά αντίθετο το λόρδο Salisbury.
Στις 13/25 Αυγούστου οι Τούρκοι παρουσίασαν τις δικές τους προτάσεις, που πρόβλεπαν την τοποθέτηση χριστιανού διοικητή που θα τον ενέκριναν οι Δυνάμεις και θα διοριζόταν για πέντε χρόνια. Τα δύο τρίτα των θέσεων του δημοσίου θα επανδρώνονταν με χριστιανούς υπαλλήλους. Οι προτάσεις περιείχαν επίσης διατάξεις για τη σύγκληση διετούς συνέλευσης με έργο την ψήφιση προϋπολογισμού και τη συζήτηση διαφόρων νομοθετημάτων. Τέλος προβλέπονταν ξένες επιτροπές με αποστολή τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος και την αναδιοργάνωση της χωροφυλακής.
Η ελληνική κυβέρνηση και η Κρητική Επιτροπή δεν απέρριψαν τις προτάσεις αυτές, αλλά ο πρόξενος της Ελλάδας Γεννάδης και οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης στην Αθήνα Ράλλης, Σιμόπουλος και Θεοτόκης άρχισαν να αναπτύσσουν ανεξάρτητη δράση στην Κρήτη, δίνοντας έτσι στους Τούρκους την ευκαιρία να προβαίνουν σε αντίποινα και να αποδεικνύουν στις Δυνάμεις ότι οι Κρητικοί φέρονταν παράλογα.
Ακολούθησαν νέες εξεγέρσεις και σφαγές πληθυσμού. Υποχωρώντας στη λαϊκή πίεση ο Δεληγιάννης έστειλε πλοία του στόλου στα νερά της Κρήτης. Το μέτρο αυτό ενθάρρυνε τα εξτρεμιστικά στοιχεία που σήκωσαν την ελληνική σημαία στη Χαλέπα και κήρυξαν την ένωση με την Ελλάδα. Στις 29 Ιανουαρίου / 10 Φεβρουαρίου του 1897 ο Αλέξανδρος Σκουζές, υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, έκανε διάβημα στις Δυνάμεις εκθέτοντάς τους την υπόθεση της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα και τρεις μέρες αργότερα στάλθηκε στο νησί μια δύναμη ελληνικού στρατού με αρχηγό τον συνταγματάρχη Βάσσο, υπασπιστή του βασιλιά, για να καταλάβει το νησί στο όνομα του βασιλιά Γεωργίου.
Στις 3/15 Φεβρουαρίου οι Δυνάμεις αποβίβασαν αγήματα ναυτών, κήρυξαν τον αποκλεισμό του νησιού και κάλεσαν την Ελλάδα να αποσύρει το στρατό της. Η ελληνική κυβέρνηση όμως όχι μόνο αρνήθηκε να συμμορφωθεί μ' αυτό το αίτημα αλλά ονόμασε τον Γεννάδη βασιλικό επίτροπο. Αυτή η περιφρονητική ενέργεια είχε συνέπεια να αντιδράσει έντονα η Γερμανία: ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος υπολόγιζε ότι αν ο βασιλιάς Γεώργιος πιεζόταν πολύ θα παραιτούνταν από το θρόνο υπέρ του διαδόχου πρίγκιπα Κωνσταντίνου, που θεωρούνταν περισσότερο γερμανόφιλος από τον πατέρα του.
Οι Βρετανοί όμως απέρριψαν τη γερμανική πρόταση για αποκλεισμό του Πειραιά και άλλων λιμανιών της Ελλάδας και, έπειτα από διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, οι Δυνάμεις υιοθέτησαν μια γαλλική πρόταση που την ασπάστηκε και η Ρωσία και με βάση αυτήν κατέστρωσαν το πρόγραμμά τους: η Κρήτη θα αποκτούσε αυτόνομο καθεστώς, αλλά θα εξακολουθούσε να αποτελεί τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι Τούρκοι αποδέχτηκαν κατά βάση την πρόταση. Η απάντηση όμως της ελληνικής πλευράς ήταν διφορούμενη: η Ελλάδα ήταν μεν πρόθυμη να αποσύρει τα πλοία της, ήθελε όμως να μείνουν οι δυνάμεις της στη μεγαλόνησο για την τήρηση της τάξης. Οι Δυνάμεις δεν έπρεπε να επιβάλουν καθεστώς που θα κατέληγε σε αποτυχία όπως τα προηγούμενα· εκείνο που χρειαζόταν ήταν η διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
Η απάντηση αυτή βρίσκει σύμφωνο και το βασιλιά Γεώργιο, που είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του με τους περίπλοκους ελιγμούς της διπλωματίας των Δυνάμεων. «Η Βρετανία –παραπονιόταν– είχε καταλάβει την Κύπρο· η Γερμανία είχε προσαρτήσει το Schleswig-Holstein· η Αυστρία διεκδικούσε τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη· οπωσδήποτε η Ελλάδα είχε περισσότερα δικαιώματα να ενσωματώσει την Κρήτη».
Η βρετανική κυβέρνηση δεν θεώρησε εντελώς απαράδεκτη την απάντηση της ελληνικής πλευράς, αλλά η Γερμανία εξακολουθούσε να υποστηρίζει την εφαρμογή δρακόντειων μέτρων, που θα αναλάμβαναν να τα εφαρμόσουν η Γαλλία και η Ιταλία. Η Γερμανία προσπαθούσε να στρέψει τη Βρετανία εναντίον της Γαλλίας και της Ρωσίας. Η Γαλλία όμως εργαζόταν σταθερά για μια από κοινού λύση, και τελικά ακόμα και ο Salisbury συμφώνησε στον αποκλεισμό της Κρήτης, που αναγγέλθηκε στις 6/18 Μαρτίου.
Πέντε μέρες αργότερα οι Δυνάμεις αποβίβασαν στο νησί 3.000 άνδρες. Αλλά τα μέτρα αυτά εξόργισαν απλώς τα εξτρεμιστικά στοιχεία της Κρήτης και μόνο η παρουσία των αγημάτων του Βάσσου χαλιναγωγούσε κάπως την κατάσταση. Στο μεταξύ οι Δυνάμεις συζητούσαν την εκλογή γενικού διοικητή. Οι Ρώσοι πρότειναν τον πρίγκιπα Γεώργιο, δευτερότοκο γιο του Έλληνα βασιλιά, οι Τούρκοι όμως επέμεναν να ανατεθεί το αξίωμα σε Tούρκο υπήκοο.
Αποφασισμένη να κανονίσει τους λογαριασμούς της με τους Έλληνες μια για πάντα, η Πύλη ετοιμαζόταν για πόλεμο. Το ίδιο και οι Έλληνες: άρχισαν να συγκεντρώνουν στρατό στη Θεσσαλία, και η Εταιρεία διοχέτευσε –ή ήταν έτοιμη να διοχετεύσει– στη Μακεδονία τριάντα τέσσερις ένοπλες ομάδες ατάκτων, στις οποίες συμμετείχαν και Ιταλοί εθελοντές. Τότε η Ρωσία θορυβήθηκε πολύ και πρότεινε τον αποκλεισμό του Βόλου. (Η Ρωσία, μολονότι δεν αντιμετώπιζε εχθρικά τις ελληνικές διεκδικήσεις στην Κρήτη, ήθελε να κρατήσει τους Έλληνες μακριά από τους σλαβικούς θυλάκους στο βορρά.) Σ' αυτή την πρόταση αντιτάχθηκαν οι Βρετανοί, που συνέστησαν αντίθετα να υποδειχθεί τόσο στους Τούρκους όσο και στους Έλληνες να κρατήσουν το στρατό τους σε απόσταση 50 μιλίων από τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Αν η Ελλάδα απέρριπτε αυτό το αίτημα, τότε η Βρετανία θα έδινε τη συγκατάθεσή της για τον αποκλεισμό του Βόλου· αν όμως αρνιούνταν οι Τούρκοι, τότε η Βρετανία θα συμφωνούσε να ληφθούν πιεστικά μέτρα, τα οποία υποτίθεται ότι θα αναλάμβαναν να τα εφαρμόσουν η Αυστρία και η Ρωσία.
Όπως συνήθως, η περίπλοκη διπλωματία των Δυνάμεων εμπόδιζε να ληφθούν γρήγορες αποφάσεις. Στο μεταξύ ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος, που είχε ονομαστεί αρχηγός του στρατού της Θεσσαλίας, επιβιβάστηκε σε πλοίο με κατεύθυνση τον Βόλο στις 15/27 Μαρτίου. Στις 25 Μαρτίου / 6 Απριλίου οι Δυνάμεις προειδοποίησαν την Ελλάδα και την Τουρκία ότι ο επιτιθέμενος θα αναγκαζόταν να υποστεί τις συνέπειες. Αυτό ήταν όλο κι όλο που κατόρθωσαν να συμφωνήσουν στις διαπραγματεύσεις τους για την ανάληψη κοινής δράσης. Στο χρονικό αυτό διάστημα οι Γερμανοί ενθάρρυναν το σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ να αποδυθεί σε πόλεμο. Αντίθετα, η Ρωσία και η Αυστρία, καθώς καμιά τους δεν ήταν προετοιμασμένη για την ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων, είχαν την πρόθεση να εμποδίσουν τους Σλάβους να επέμβουν σε μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη. Πέτυχαν το στόχο τους: η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο διαβεβαίωσαν την Πύλη ότι θα τηρούσαν αυστηρή ουδετερότητα.
Στις 28 Μαρτίου / 9 Απριλίου οι Τούρκοι έμαθαν ότι ελληνικές ένοπλες ομάδες που αριθμούσαν χίλιους περίπου άνδρες είχαν διαβεί τα σύνορα προς την πλευρά του Μετσόβου. Διαμαρτυρήθηκαν στις Δυνάμεις, αλλά ο Σκουζές, όταν τον ρώτησαν οι ξένοι απεσταλμένοι, ισχυρίστηκε ότι οι ομάδες αυτές ήταν Μακεδόνες που επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Αυτό ήταν σχεδόν αλήθεια, γιατί εκτός από μια ή δυο εξαιρέσεις όλοι οι ένοπλοι καταγόνταν από τη Μακεδονία. Στο μεταξύ τα ελληνικά και τα τουρκικά στρατεύματα βρίσκονταν αντιμέτωπα κατά μήκος των συνόρων. Έπειτα από επεισόδια που έγιναν στην Ανάληψη, άρχισαν εχθροπραξίες στις 5/17 Απριλίου.
Ύστερα από λίγες αρχικές επιτυχίες οι Έλληνες, άσχημα εφοδιασμένοι και με ανίκανη στρατιωτική ηγεσία, ανακάλυψαν ότι ήταν υποδεέστεροι από τις καλά οπλισμένες μονάδες του τουρκικού στρατού που είχαν εκπαιδευτεί από Γερμανούς αξιωματικούς. Γρήγορα επικράτησε μεγάλη σύγχυση στις γραμμές των ελληνικών στρατευμάτων και κάποιος (δεν είναι γνωστό ποιος ήταν) έδωσε την εντολή υποχώρησης, παρόλο που τη στιγμή εκείνη οι κατώτεροι Έλληνες αξιωματικοί και οι καλύτερα εκπαιδευμένες μονάδες του ελληνικού στρατού συνέχιζαν να αντιστέκονται σθεναρά. Η υποχώρηση που ακολούθησε έγινε τόσο άτακτα ώστε οι Τούρκοι, που νόμισαν ότι ήταν απλώς τέχνασμα για να καλυφθούν οι κινήσεις του κύριου όγκου των ελληνικών δυνάμεων, κατέλαβαν με πολύ μεγάλες προφυλάξεις τις εγκαταλειμμένες πόλεις και τα χωριά, και μόλις στις 13/25 Απριλίου μπήκαν στη Λάρισα.
Όταν οι ειδήσεις για την υποχώρηση έφτασαν στην Αθήνα, επικράτησε μεγάλη αναστάτωση. Αποδιοπομπαίος τράγος έγινε ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος. Ο ίδιος ο βασιλιάς κατηγορήθηκε για αμέλεια, επειδή δεν φρόντισε να κινηθεί ο στόλος εχθρικά, και οργισμένα πλήθη πολιόρκησαν τα ανάκτορα.
Στις 15/27 Απριλίου ο Σκουζές εκλιπάρησε τις προστάτιδες Δυνάμεις να επέμβουν. Όπως γινόταν συνήθως, υπήρξε μια μικρή καθυστέρηση που έδωσε την ευκαιρία στο βασιλιά να αντικαταστήσει τον Δεληγιάννη και στη θέση του να βάλει τον Ράλλη ως πρωθυπουργό, ενώ ο Στέφανος Σκουλούδης διαδέχτηκε τον Σκουζέ στο υπουργείο Εξωτερικών. Η νέα κυβέρνηση απέσυρε τα ελληνικά στρατεύματα από την Κρήτη, και στις 29 Απριλίου / 11 Μαΐου, καθώς ο δρόμος που οδηγούσε στην Αθήνα ήταν ορθάνοιχτος στους Τούρκους, ζήτησε τη μεσολάβηση των Δυνάμεων.
Ο τσάρος Νικόλαος Β΄ και η βασίλισσα Βικτώρια ήταν αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν να συντριβεί η Ελλάδα, και οι προσπάθειές τους κατέληξαν στις 8/20 Μαΐου στην υπογραφή ανακωχής. Στις διαπραγματεύσεις που έγιναν κατόπιν, η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία, που υποστηρίζονταν ως ένα βαθμό από τη Γαλλία, την Αυστρία και τη Ρωσία, ενώ είχαν να αντιμετωπίσουν την εχθρική στάση της Γερμανίας, έσωσαν την Ελλάδα από οποιαδήποτε μείωση της επικράτειάς της με εξαίρεση ορισμένους θυλάκους στις όχθες του ποταμού Νεζερού, στα ανατολικά, στην περιοχή βορειοδυτικά και δυτικά της Λάρισας και στον επάνω βραχίονα του Πηνειού.
Η Ελλάδα όμως υποχρεωνόταν να καταβάλει αποζημίωση 4 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών και, για να διευκολυνθεί η τακτική καταβολή των ποσών, τα δημοσιονομικά της Ελλάδας θα υποβάλλονταν σε κάποια μορφή διεθνούς ελέγχου. Τέλος, τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία ανέλαβαν την υποχρέωση να μην επιτρέψουν να χρησιμοποιηθεί το έδαφός τους για οποιαδήποτε προπαγάνδα ικανή να απειλήσει την ασφάλεια και την τάξη σε κάποιο γειτονικό κράτος.
Το τελικό κείμενο της ειρήνης υπογράφηκε μόλις στις 22 Νοεμβρίου / 4 Δεκεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι Τούρκοι προσπάθησαν, με τη συνεχή υποστήριξη της Γερμανίας, να αναθεωρήσουν το προκαταρκτικό σκέλος της συνθήκης και η Ελλάδα, αν δεν τη βοηθούσαν η Μεγάλη Βρετανία και η Ρωσία, θα είχε ίσως αναγκαστεί να υπογράψει μια εξευτελιστική ειρήνη. Διέθετε όμως ένα μεγάλο χαρτί — την απειλή του βασιλιά Γεωργίου ότι θα παραιτηθεί, που αν πραγματοποιούνταν θα προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση σε όλο το χώρο της Μέσης Ανατολής. Αυτός ο κίνδυνος ήταν που παρακίνησε τις προστάτιδες Δυνάμεις να εργαστούν για το συμφέρον της Ελλάδας. Τον καιρό της κρίσης η Αυστρία εγκατέλειψε την Ελλάδα και σχημάτισε ενιαίο μέτωπο με τη Γερμανία. Αυστρία και Γερμανία ήταν σαφώς αντίθετες στο διορισμό του πρίγκιπα Γεωργίου στη θέση του διοικητή της Κρήτης — πρόταση που την είχε ανακινήσει η Ρωσία.
Παρά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης οι Τούρκοι άργησαν να αποσύρουν τις δυνάμεις τους όχι μόνο από τη Θεσσαλία αλλά και από την Κρήτη· προσπάθησαν μάλιστα να τις ενισχύσουν, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν νέες ταραχές κατά το τέλος του καλοκαιριού. Στις 25 Αυγούστου / 6 Σεπτεμβρίου σκοτώθηκαν 500 χριστιανοί της Κρήτης και δεκατέσσερις Βρετανοί στρατιώτες. Ο τοπικός Βρετανός διοικητής των ναυτικών δυνάμεων πήρε δραστικά μέτρα και αργά τον Οκτώβριο ακολούθησαν το παράδειγμά του η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Ρωσία και η Ιταλία (η Γερμανία και η Αυστρία είχαν ουσιαστικά νίψει τας χείρας τους σχετικά με τις εξελίξεις στην Κρήτη) όταν αξίωσαν να εκκενώσει η Πύλη το νησί μέσα σε δεκαπέντε μέρες.
Οι Τούρκοι, που υπολόγιζαν στην υποστήριξη της Γερμανίας, κωλυσιεργούσαν, αλλά στις 28 Οκτωβρίου / 9 Νοεμβρίου οι ναύαρχοι των τεσσάρων συμμάχων έδωσαν τελεσίγραφο στον Τούρκο διοικητή. Έξι μέρες αργότερα τα τουρκικά στρατεύματα αναχώρησαν από την Κρήτη και στις 18/30 Νοεμβρίου οι τέσσερις Δυνάμεις γνωστοποίησαν στην Πύλη ότι είχαν επιλέξει τον πρίγκιπα Γεώργιο για το αξίωμα του διοικητή του νησιού.
Έτσι η Κρήτη έγινε αυτόνομη επαρχία και το μόνο σύμβολο που έμεινε για να θυμίζει την επικυριαρχία της Τουρκίας ήταν η τουρκική σημαία. Όσο ενοχλητική και αν ήταν αυτή η υπενθύμιση, η Κρήτη είχε ουσιαστικά κατακυρωθεί στην Ελλάδα η οποία, παρόλο που είχε ηττηθεί, είχε βγει τελικά κερδισμένη. Αυτό το όφειλε κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία και στη Ρωσία, οι οποίες, παρ’ όλη την αντιζηλία τους, είχαν συνδυάσει τις δυνάμεις τους για άλλη μια φορά εναντίον της Γερμανίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Η συνεργασία όμως αυτή Αγγλίας και Ρωσίας είχε φτάσει στα όριά της σε ό,τι αφορούσε τα συμφέροντα της Ελλάδας. Τα κέρδη που είχε αποκομίσει η Ελλάδα στην περίπτωση της Κρήτης (όπως είχε ανέκαθεν προβλέψει ο βασιλιάς Γεώργιος) ίσως εξωθούσαν τη Ρωσία να προσπαθήσει να αποζημιώσει τους αδελφούς Σλάβους στη Μακεδονία. Προς το παρόν όμως προτίμησε να παραμείνει πιστή στη συμφωνία που είχε συνάψει τον Μάιο του 1897 με την Αυστρία σχετικά με τη διατήρηση του εδαφικού καθεστώτος, σε περίπτωση όμως διατάραξης της ισορροπίας θα ευνοούσε πλέον τα σλαβικά κράτη.
Η Γαλλία ήταν απασχολημένη σε άλλες περιοχές και την ενδιέφερε να διατηρήσει τους δεσμούς της με τη Ρωσία. Η Βρετανία πάλι αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα σε όλα τα μέρη του κόσμου. Οπωσδήποτε όμως, αν υπήρχε πραγματικά μια πολιτική που ακολουθούσε η Βρετανία, αυτή ήταν να ενθαρρύνει τις μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της τουρκικής αυτοκρατορίας, αν και αυτό σήμαινε αντιδημοτικότητα στην Κωνσταντινούπολη και εχθρότητα απέναντι στα βρετανικά οικονομικά συμφέροντα.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου