Αρχαία Ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «γελάω / γελῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία Ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «γελάω / γελῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Svetlana Bekyarova 
 
Αρχαία Ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «γελάω / γελῶ»
 
γελῶ = γελάω, περιπαίζω, χλευάζω  
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
γελῶ, γελᾷς, γελᾷ, γελῶμεν, γελᾶτε, γελῶσι(ν)
Υποτακτική
γελῶ, γελᾷς, γελᾷ, γελῶμεν, γελᾶτε, γελῶσι(ν)
Ευκτική
γελῷμι, γελῷς, γελῷ ή γελῴην, γελῴης, γελῴη, γελῷμεν, γελῷτε, γελῷεν
Προστακτική
---, γέλα, γελάτω, ---, γελᾶτε, γελώντων ή γελάτωσαν
Απαρέμφατο
γελᾶν
Μετοχή
γελῶν, γελῶσα, γελῶν
 
Παρατατικός
ἐγέλων, ἐγέλας, ἐγέλα, ἐγελῶμεν, ἐγελᾶτε, ἐγέλων
 
Μέλλοντας
Οριστική
γελάσομαι, γελάσῃ ή γελάσει, γελάσεται, γελασόμεθα, γελάσεσθε, γελάσονται
Ευκτική
γελασοίμην, γελάσοιο, γελάσοιτο, γελασοίμεθα, γελάσοισθε, γελάσοιντο
Απαρέμφατο
γελάσεσθαι
Μετοχή
γελασόμενος
γελασομένη
γελασόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐγέλασα, ἐγέλασας, ἐγέλασε(ν), ἐγελάσαμεν, ἐγελάσατε, ἐγέλασαν
Υποτακτική
γελάσω, γελάσῃς, γελάσῃ, γελάσωμεν, γελάσητε, γελάσωσι(ν)
Ευκτική
γελάσαιμι, γελάσαις ή γελάσειας, γελάσαι ή γελάσειε(ν), γελάσαιμεν, γελάσαιτε, γελάσαιεν ή γελάσειαν
Προστακτική
---, γέλασον, γελασάτω, ---, γελάσατε, γελασάντων (ή γελασάτωσαν)
Απαρέμφατο
γελᾶσαι
Μετοχή
γελάσας, γελάσασα, γελᾶσαν
 
Μέση φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
γελῶμαι, γελᾷ, γελᾶται, γελώμεθα, γελᾶσθε, γελῶνται
Υποτακτική
γελῶμαι, γελᾷ, γελᾶται, γελώμεθα, γελᾶσθε, γελῶνται
Ευκτική
γελῴμην, γελῷο, γελῷτο, γελῴμεθα, γελῷσθε, γελῷντο
Προστακτική
--- γελῶ, γελάσθω, --- γελᾶσθε, γελάσθων ή γελάσθωσαν
Απαρέμφατο
γελᾶσθαι
Μετοχή
γελώμενος, γελωμένη, γελώμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐγελάσθην, ἐγελάσθης, ἐγελάσθη, ἐγελάσθημεν, ἐγελάσθητε, ἐγελάσθησαν
Υποτακτική
γελασθῶ, γελασθῇς, γελασθῇ, γελασθῶμεν, γελασθῆτε, γελασθῶσι(ν)
Ευκτική
γελασθείην, γελασθείης, γελασθείη, γελασθείημεν ή γελασθεῖμεν, γελασθείητε ή γελασθεῖτε, γελασθείησαν ή γελασθεῖεν
Προστακτική
---, γελάσθητι, γελασθήτω, ---, γελάσθητε, γελασθέντων ή γελασθήτωσαν
Απαρέμφατο
γελασθῆναι
Μετοχή
γελασθείς
γελασθεῖσα
γελασθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
γεγέλασμαι, γεγέλασαι, γεγέλασται, γεγελάσμεθα, γεγέλασθε, γεγελασμένοι εἰσί
 
Υποτακτική
γεγελασμένος- γεγελασμένη- γεγελασμένον ὦ
γεγελασμένος- γεγελασμένη- γεγελασμένον ᾖς
γεγελασμένος- γεγελασμένη- γεγελασμένον ᾖ
γεγελασμένοι- γεγελασμέναι- γεγελασμένα ὦμεν
γεγελασμένοι- γεγελασμέναι- γεγελασμένα ἦτε
γεγελασμένοι- γεγελασμέναι- γεγελασμένα ὦσι(ν)
 
Ευκτική
γεγελασμένος- γεγελασμένη- γεγελασμένον εἴην
γεγελασμένος- γεγελασμένη- γεγελασμένον εἴης
γεγελασμένος- γεγελασμένη- γεγελασμένον εἴη
γεγελασμένοι- γεγελασμέναι- γεγελασμένα εἴημεν/ εἶμεν
γεγελασμένοι- γεγελασμέναι- γεγελασμένα εἴητε/ εἶτε
γεγελασμένοι- γεγελασμέναι- γεγελασμένα εἴησαν/ εἶεν
 
Προστακτική
---, γεγέλασο, γεγελάσθω, ---, γεγέλασθε, γεγελάσθων ή γεγελάσθωσαν
 
Απαρέμφατο
γεγελᾶσθαι
 
Μετοχή
γεγελασμένος- γεγελασμένη- γεγελασμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου