Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀλέω-ῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀλέω-ῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀλέω-ῶ»
 
ἀλῶ = αλέθω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀλῶ, ἀλεῖς, ἀλεῖ, ἀλοῦμεν, ἀλεῖτε, ἀλοῦσι(ν)
Υποτακτική
ἀλῶ, ἀλῇς, ἀλῇ, ἀλῶμεν, ἀλῆτε, ἀλῶσι(ν)
Ευκτική
ἀλοῖμι, ἀλοῖς, ἀλοῖ, ή ἀλοίην, ἀλοίης, ἀλοίη, ἀλοῖμεν, ἀλοῖτε, ἀλοῖεν
Προστακτική
---, ἄλει, ἀλείτω, ---, ἀλεῖτε, ἀλούντων (ή ἀλείτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀλεῖν
Μετοχή
ἀλῶν, ἀλοῦσα, ἀλοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἤλουν, ἤλεις, ἤλει, ἠλοῦμεν, ἠλεῖτε, ἤλουν
 
Αόριστος
Οριστική
ἤλεσα, ἤλεσας, ἤλεσε(ν), ἠλέσαμεν, ἠλέσατε, ἤλεσαν
Υποτακτική
ἀλέσω, ἀλέσῃς, ἀλέσῃ, ἀλέσωμεν, ἀλέσητε, ἀλέσωσι(ν)
Ευκτική
ἀλέσαιμι, ἀλέσαις ή ἀλέσειας, ἀλέσαι ή ἀλέσαιε(ν) ἀλέσαιμεν, ἀλέσαιτε, ἀλέσαιεν ή ἀλέσειαν
Προστακτική
---, ἄλεσον, ἀλεσάτω, ---, ἀλέσατε, ἀλεσάντων (ή ἀλεσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀλέσαι
Μετοχή
ἀλέσας, ἀλέσασα, ἀλέσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἀλήλεκα, ἀλήλεκας, ἀλήλεκε, ἀληλέκαμεν, ἀληλέκατε, ἀληλέκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἀληλεκώς- ἀληλεκυῖα- ἀληλεκός ὦ
ἀληλεκώς- ἀληλεκυῖα- ἀληλεκός ᾖς
ἀληλεκώς- ἀληλεκυῖα- ἀληλεκός ᾖ
ἀληλεκότες- ἀληλεκυῖαι- ἀληλεκότα ὦμεν
ἀληλεκότες- ἀληλεκυῖαι- ἀληλεκότα ἦτε
ἀληλεκότες- ἀληλεκυῖαι- ἀληλεκότα ὦσι
 
Ευκτική
ἀληλεκώς- ἀληλεκυῖα- ἀληλεκός εἴην
ἀληλεκώς- ἀληλεκυῖα- ἀληλεκός εἴης
ἀληλεκώς- ἀληλεκυῖα- ἀληλεκός εἴη
ἀληλεκότες- ἀληλεκυῖαι- ἀληλεκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἀληλεκότες- ἀληλεκυῖαι- ἀληλεκότα εἴητε (εἶτε)
ἀληλεκότες- ἀληλεκυῖαι- ἀληλεκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἀληλεκώς- ἀληλεκυῖα- ἀληλεκός ἴσθι
ἀληλεκώς- ἀληλεκυῖα- ἀληλεκός ἔστω
---
ἀληλεκότες- ἀληλεκυῖαι- ἀληλεκότα ἔστε
ἀληλεκότες- ἀληλεκυῖαι- ἀληλεκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἀληλεκέναι
Μετοχή
ἀληλεκώς- ἀληλεκυῖα- ἀληλεκός
 
Μέση Φωνή
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἠλέσθην, ἠλέσθης, ἠλέσθη, ἠλέσθημεν, ἠλέσθητε, ἠλέσθησαν
Υποτακτική
ἀλεσθῶ, ἀλεσθῇς, ἀλεσθῇ, ἀλεσθῶμεν, ἀλεσθῆτε, ἀλεσθῶσι(ν)
Ευκτική
ἀλεσθείην, ἀλεσθείης, ἀλεσθείη, ἀλεσθείημεν ή ἀλεσθεῖμεν, ἀλεσθείητε ή ἀλεσθεῖτε, ἀλεσθείησαν ή ἀλεσθεῖεν
Προστακτική
---, ἀλέσθητι, ἀλεσθήτω, ---, ἀλέσθητε, ἀλεσθέντων ή ἀλεσθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἀλεσθῆναι
Μετοχή
ἀλεσθείς
ἀλεσθεῖσα
ἀλεσθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἀλήλεσμαι, ἀλήλεσαι, ἀλήλεσται, ἀληλέσμεθα, ἀλήλεσθε, ἀληλεσμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ἀληλεσμένος- ἀληλεσμένη- ἀληλεσμένον ὦ
ἀληλεσμένος- ἀληλεσμένη- ἀληλεσμένον ᾖς
ἀληλεσμένος- ἀληλεσμένη- ἀληλεσμένον ᾖ
ἀληλεσμένοι- ἀληλεσμέναι- ἀληλεσμένα ὦμεν
ἀληλεσμένοι- ἀληλεσμέναι- ἀληλεσμένα ἦτε
ἀληλεσμένοι- ἀληλεσμέναι- ἀληλεσμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἀληλεσμένος- ἀληλεσμένη- ἀληλεσμένον εἴην
ἀληλεσμένος- ἀληλεσμένη- ἀληλεσμένον εἴης
ἀληλεσμένος- ἀληλεσμένη- ἀληλεσμένον εἴη
ἀληλεσμένοι- ἀληλεσμέναι- ἀληλεσμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἀληλεσμένοι- ἀληλεσμέναι- ἀληλεσμένα εἴητε (εἶτε)
ἀληλεσμένοι- ἀληλεσμέναι- ἀληλεσμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἀλήλεσο, ἀληλέσθω, --- ἀλήλεσθε, ἀληλέσθων ή ἀληλέσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἀληλέσθαι
Μετοχή
ἀληλεσμένος,
ἀληλεσμένη,
ἀληλεσμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου