Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σφάλλω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σφάλλω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Bill and Linda Tiepelman

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «σφάλλω»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
σφάλλω, σφάλλεις, σφάλλει, σφάλλομεν, σφάλλετε, σφάλλουσι(ν)
Υποτακτική
σφάλλω, σφάλλῃς, σφάλλῃ, σφάλλωμεν, σφάλλητε, σφάλλωσι(ν)
Ευκτική
σφάλλοιμι, σφάλλοις, σφάλλοι, σφάλλοιμεν, σφάλλοιτε, σφάλλοιεν
Προστακτική
---, σφάλλε, σφαλλέτω, ---, σφάλλετε, σφαλλόντων (ή σφαλλέτωσαν)
Απαρέμφατο
σφάλλειν
Μετοχή
σφάλλων, σφάλλουσα, σφάλλον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔσφαλλον, ἔσφαλλες, ἔσφαλλε, ἐσφάλλομεν, ἐσφάλλετε, ἔσφαλλον
 
Μέλλοντας
Οριστική
σφαλῶ, σφαλεῖς, σφαλεῖ, σφαλοῦμεν, σφαλεῖτε, σφαλοῦσι(ν)
Ευκτική
σφαλοῖμι, σφαλοῖς, σφαλοῖ, ή σφαλοίην, σφαλοίης, σφαλοίη, σφαλοῖμεν, σφαλοῖτε, σφαλοῖεν
Απαρέμφατο
σφαλεῖν
Μετοχή
σφαλῶν, σφαλοῦσα, σφαλοῦν
 
Αόριστος
Οριστική
ἔσφηλα, ἔσφηλας, ἔσφηλε(ν), ἐσφήλαμεν, ἐσφήλατε, ἔσφηλαν
Υποτακτική
σφήλω, σφήλῃς, σφήλῃ, σφήλωμεν, σφήλητε, σφήλωσι(ν)
Ευκτική
σφήλαιμι, σφήλαις ή σφήλειας, σφήλαι ή σφήλειε(ν), σφήλαιμεν, σφήλαιτε, σφήλαιεν ή σφήλειαν
Προστακτική
---, σφῆλον, σφηλάτω, ---, σφήλατε, σφηλάντων (ή σφηλάτωσαν)
Απαρέμφατο
σφῆλαι
Μετοχή
σφήλας, σφήλασα, σφῆλαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἔσφαλκα, ἔσφαλκας, ἔσφαλκε, ἐσφάλκαμεν, ἐσφάλκατε, ἐσφάλκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἐσφαλκώς- ἐσφαλκυῖα- ἐσφαλκός ὦ
ἐσφαλκώς- ἐσφαλκυῖα- ἐσφαλκός ᾖς
ἐσφαλκώς- ἐσφαλκυῖα- ἐσφαλκός ᾖ
ἐσφαλκότες- ἐσφαλκυῖαι- ἐσφαλκότα ὦμεν
ἐσφαλκότες- ἐσφαλκυῖαι- ἐσφαλκότα ἦτε
ἐσφαλκότες- ἐσφαλκυῖαι- ἐσφαλκότα ὦσι
 
Ευκτική
ἐσφαλκώς- ἐσφαλκυῖα- ἐσφαλκός εἴην
ἐσφαλκώς- ἐσφαλκυῖα- ἐσφαλκός εἴης
ἐσφαλκώς- ἐσφαλκυῖα- ἐσφαλκός εἴη
ἐσφαλκότες- ἐσφαλκυῖαι- ἐσφαλκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἐσφαλκότες- ἐσφαλκυῖαι- ἐσφαλκότα εἴητε (εἶτε)
ἐσφαλκότες- ἐσφαλκυῖαι- ἐσφαλκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἐσφαλκώς- ἐσφαλκυῖα- ἐσφαλκός ἴσθι
ἐσφαλκώς- ἐσφαλκυῖα- ἐσφαλκός ἔστω
---
ἐσφαλκότες- ἐσφαλκυῖαι- ἐσφαλκότα ἔστε
ἐσφαλκότες- ἐσφαλκυῖαι- ἐσφαλκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἐσφαλκέναι
Μετοχή
ἐσφαλκώς- ἐσφαλκυῖα- ἐσφαλκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐσφάλκειν, ἐσφάλκεις, ἐσφάλκει, ἐσφάλκεμεν, ἐσφάλκετε, ἐσφάλκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
σφάλλομαι, σφάλλῃ ή σφάλλει, σφάλλεται, σφαλλόμεθα, σφάλλεσθε, σφάλλονται
Υποτακτική
σφάλλωμαι, σφάλλῃ, σφάλληται, σφαλλώμεθα, σφάλλησθε, σφάλλωνται
Ευκτική
σφαλλοίμην, σφάλλοιο, σφάλλοιτο, σφαλλοίμεθα, σφάλλοισθε, σφάλλοιντο
Προστακτική
---, σφάλλου, σφαλλέσθω, ---, σφάλλεσθε, σφαλλέσθων ή σφαλλέσθωσαν
Απαρέμφατο
σφάλλεσθαι
Μετοχή
σφαλλόμενος
σφαλλομένη
σφαλλόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐσφαλλόμην, ἐσφάλλου, ἐσφάλλετο, ἐσφαλλόμεθα, ἐσφάλλεσθε, ἐσφάλλοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
σφαλοῦμαι, σφαλῇ ή σφαλεῖ, σφαλεῖται, σφαλοῦμεθα, σφαλεῖσθε, σφαλοῦνται
Ευκτική
σφαλοίμην, σφαλοῖο, σφαλοῖτο, σφαλοίμεθα, σφαλοῖσθε, σφαλοῖντο
Απαρέμφατο
σφαλεῖσθαι
Μετοχή
σφαλούμενος
σφαλουμένη
σφαλούμενον
 
Μέλλοντας
Οριστική
σφαλήσομαι, σφαλήσῃ ή σφαλήσει, σφαλήσεται, σφαλησόμεθα, σφαλήσεσθε, σφαλήσονται
Ευκτική
σφαλησοίμην, σφαλήσοιο, σφαλήσοιτο, σφαλησοίμεθα, σφαλήσοισθε, σφαλήσοιντο
Απαρέμφατο
σφαλήσεσθαι
Μετοχή
σφαλησόμενος
σφαλησομένη
σφαλησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐσφάλην, ἐσφάλης, ἐσφάλη, ἐσφάλημεν, ἐσφάλητε, ἐσφάλησαν
Υποτακτική
σφαλῶ, σφαλῇς, σφαλῇ, σφαλῶμεν, σφαλῆτε, σφαλῶσι(ν)
Ευκτική
σφαλείην, σφαλείης, σφαλείη, σφαλείημεν ή σφαλεῖμεν, σφαλείητε ή σφαλεῖτε, σφαλείησαν ή σφαλεῖεν
Προστακτική
---, σφάληθι, σφαλήτω, ---, σφάλητε, σφαλέντων ή σφαλήτωσαν
Απαρέμφατο
σφαλῆναι
Μετοχή
σφαλείς
σφαλεῖσα
σφαλέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἔσφαλμαι, ἔσφαλσαι, ἔσφαλται, ἐσφάλμεθα, ἔσφαλθε, ἐσφαλμένοι εἰσί
 
Υποτακτική
ἐσφαλμένος- ἐσφαλμένη- ἐσφαλμένον ὦ
ἐσφαλμένος- ἐσφαλμένη- ἐσφαλμένον ᾖς
ἐσφαλμένος- ἐσφαλμένη- ἐσφαλμένον ᾖ
ἐσφαλμένοι- ἐσφαλμέναι- ἐσφαλμένα ὦμεν
ἐσφαλμένοι- ἐσφαλμέναι- ἐσφαλμένα ἦτε
ἐσφαλμένοι- ἐσφαλμέναι- ἐσφαλμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἐσφαλμένος- ἐσφαλμένη- ἐσφαλμένον εἴην
ἐσφαλμένος- ἐσφαλμένη- ἐσφαλμένον εἴης
ἐσφαλμένος- ἐσφαλμένη- ἐσφαλμένον εἴη
ἐσφαλμένοι- ἐσφαλμέναι- ἐσφαλμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἐσφαλμένοι- ἐσφαλμέναι- ἐσφαλμένα εἴητε (εἶτε)
ἐσφαλμένοι- ἐσφαλμέναι- ἐσφαλμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἔσφαλσο, ἐσφάλθω, --- ἔσφαλθε, ἐσφάλθων ή ἐσφάλθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἐσφάλθαι
Μετοχή
ἐσφαλμένος,
ἐσφαλμένη,
ἐσφαλμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐσφάλμην, ἔσφαλσο, ἔσφαλτο, ἐσφάλμεθα, ἔσφαλθε, ἐσφαλμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου