Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑφαίνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑφαίνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑφαίνω»
 
ὑφαίνω: υφαίνω στον αργαλειό, πλέκω / εφευρίσκω κάτι με τέχνη, σχεδιάζω κάτι  
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὑφαίνω, ὑφαίνεις, ὑφαίνει, ὑφαίνομεν, ὑφαίνετε, ὑφαίνουσι(ν)
Υποτακτική
ὑφαίνω, ὑφαίνῃς, ὑφαίνῃ, ὑφαίνωμεν, ὑφαίνητε, ὑφαίνωσι(ν)
Ευκτική
ὑφαίνοιμι, ὑφαίνοις, ὑφαίνοι, ὑφαίνοιμεν, ὑφαίνοιτε, ὑφαίνοιεν
Προστακτική
---, ὕφαινε, ὑφαινέτω, ---, ὑφαίνετε, ὑφαινόντων (ή ὑφαινέτωσαν)
Απαρέμφατο
ὑφαίνειν
Μετοχή
ὑφαίνων, ὑφαίνουσα, ὑφαῖνον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὑφαίνων, τοῦ ὑφαίνοντος, τῷ ὑφαίνοντι, τόν ὑφαίνοντα, ὦ ὑφαίνων
οἱ ὑφαίνοντες, τῶν ὑφαινόντων, τοῖς ὑφαίνουσι(ν), τούς ὑφαίνοντας, ὦ ὑφαίνοντες
Θηλυκό
ἡ ὑφαίνουσα, τῆς ὑφαινούσης, τῇ ὑφαινούσῃ, τήν ὑφαίνουσαν, ὦ ὑφαίνουσα
αἱ ὑφαίνουσαι, τῶν ὑφαινουσῶν, ταῖς ὑφαινούσαις, τάς ὑφαινούσας, ὦ ὑφαίνουσαι
Ουδέτερο
τό ὑφαῖνον, τοῦ ὑφαίνοντος, τῷ ὑφαίνοντι, τό ὑφαῖνον, ὦ ὑφαῖνον
τά ὑφαίνοντα, τῶν ὑφαινόντων, τοῖς ὑφαίνουσι(ν), τά ὑφαίνοντα, ὦ ὑφαίνοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ὕφαινον, ὕφαινες, ὕφαινε, ὑφαίνομεν, ὑφαίνετε, ὕφαινον
 
Μέλλοντας
Οριστική (Μόνο Οριστική)
ὑφανῶ, ὑφανεῖς, ὑφανεῖ, ὑφανοῦμεν, ὑφανεῖτε, ὑφανοῦσι(ν)
 
Αόριστος
Οριστική
ὕφηνα (καὶ ὕφανα), ὕφηνας, ὕφηνε, ὑφήναμεν, ὑφήνατε, ὕφηναν
Υποτακτική
ὑφήνω, ὑφήνῃς, ὑφήνῃ, ὑφήνωμεν, ὑφήνητε, ὑφήνωσι(ν)
Ευκτική
ὑφήναιμι, ὑφήναις (καὶ ὑφήνειας), ὑφήναι (καὶ ὑφήνειε), ὑφήναιμεν, ὑφήναιτε, ὑφήναιεν (καὶ ὑφήνειαν)
Προστακτική
---, ὕφηνον, ὑφηνάτω, ---, ὑφήνατε, ὑφηνάντων (ή ὑφηνάτωσαν)
Απαρέμφατο
ὑφῆναι
Μετοχή
ὑφήνας, ὑφήνασα, ὑφῆναν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὑφήνας, τοῦ ὑφήναντος, τῷ ὑφήναντι, τόν ὑφήναντα, ὦ ὑφήνας
οἱ ὑφήναντες, τῶν ὑφηνάντων, τοῖς ὑφήνασι(ν), τούς ὑφήναντας, ὦ ὑφήναντες
Θηλυκό
ἡ ὑφήνασα, τῆς ὑφηνάσης, τῇ ὑφηνάσῃ, τήν ὑφήνασαν, ὦ ὑφήνασα
αἱ ὑφήνασαι, τῶν ὑφηνασῶν, ταῖς ὑφηνάσαις, τάς ὑφηνάσας, ὦ ὑφήνασαι
Ουδέτερο
τό ὑφῆναν, τοῦ ὑφήναντος, τῷ ὑφήναντι, τό ὑφῆναν, ὦ ὑφῆναν
τά ὑφήναντα, τῶν ὑφηνάντων, τοῖς ὑφήνασι(ν), τά ὑφήναντα, ὦ ὑφήναντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὕφαγκα, ὕφαγκας, ὕφαγκε, ὑφάγκαμεν, ὑφάγκατε, ὑφάγκασι(ν)
Υποτακτική
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός ὦ
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός ᾖς
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός ᾖ
ὑφαγκότες- ὑφαγκυῖαι- ὑφαγκότα ὦμεν
ὑφαγκότες- ὑφαγκυῖαι- ὑφαγκότα ἦτε
ὑφαγκότες- ὑφαγκυῖαι- ὑφαγκότα ὦσι
 
Ευκτική
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός εἴην
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός εἴης
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός εἴη
ὑφαγκότες- ὑφαγκυῖαι- ὑφαγκότα εἴημεν (εἶμεν)
ὑφαγκότες- ὑφαγκυῖαι- ὑφαγκότα εἴητε (εἶτε)
ὑφαγκότες- ὑφαγκυῖαι- ὑφαγκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός ἴσθι
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός ἔστω
ὑφαγκότες- ὑφαγκυῖαι- ὑφαγκότα ἔστε
ὑφαγκότες- ὑφαγκυῖαι- ὑφαγκότα ἔστων
Απαρέμφατο
ὑφαγκέναι
Μετοχή
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὑφαγκώς, τοῦ ὑφαγκότος, τῷ ὑφαγκότι, τόν ὑφαγκότα, ὦ ὑφαγκώς
οἱ ὑφαγκότες, τῶν ὑφαγκότων, τοῖς ὑφαγκόσι(ν), τούς ὑφαγκότας, ὦ ὑφαγκότες
Θηλυκό
ἡ ὑφαγκυῖα, τῆς ὑφαγκυίας, τῇ ὑφαγκυίᾳ, τήν ὑφαγκυῖαν, ὦ ὑφαγκυῖα
αἱ ὑφαγκυῖαι, τῶν ὑφαγκυιῶν, ταῖς ὑφαγκυίαις, τάς ὑφαγκυίας, ὦ ὑφαγκυῖαι
Ουδέτερο
τό ὑφαγκός, τοῦ ὑφαγκότος, τῷ ὑφαγκότι, τό ὑφαγκός, ὦ ὑφαγκός
τά ὑφαγκότα, τῶν ὑφαγκότων, τοῖς ὑφαγκόσι(ν), τά ὑφαγκότα, ὦ ὑφαγκότα
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὑφαίνομαι, ὑφαίνῃ (καὶ -ει), ὑφαίνεται, ὑφαινόμεθα, ὑφαίνεσθε, ὑφαίνονται
Υποτακτική
ὑφαίνωμαι, ὑφαίνῃ, ὑφαίνηται, ὑφαινώμεθα, ὑφαίνησθε, ὑφαίνωνται
Ευκτική
ὑφαινοίμην, ὑφαίνοιο, ὑφαίνοιτο, ὑφαινοίμεθα, ὑφαίνοισθε, ὑφαίνοιντο
Προστακτική
---, ὑφαίνου, ὑφαινέσθω, ---, ὑφαίνεσθε, ὑφαινέσθων (ή ὑφαινέσθωσαν)
Απαρέμφατο
ὑφαίνεσθαι
Μετοχή
ὑφαινόμενος
ὑφαινομένη
ὑφαινόμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὑφαινόμενος, τοῦ ὑφαινομένου, τῷ ὑφαινομένῳ, τόν ὑφαινόμενον, ὦ ὑφαινόμενε
οἱ ὑφαινόμενοι, τῶν ὑφαινομένων, τοῖς ὑφαινομένοις, τούς ὑφαινομένους, ὦ ὑφαινόμενοι
Θηλυκό
ἡ ὑφαινομένη, τῆς ὑφαινομένης, τῇ ὑφαινομένῃ, τήν ὑφαινομένην, ὦ ὑφαινομένη
αἱ ὑφαινόμεναι, τῶν ὑφαινομένων, ταῖς ὑφαινομέναις, τάς ὑφαινομένας, ὦ ὑφαινόμεναι
Ουδέτερο
τό ὑφαινόμενον, τοῦ ὑφαινομένου, τῷ ὑφαινομένῳ, τό ὑφαινόμενον, ὦ ὑφαινόμενον
τά ὑφαινόμενα, τῶν ὑφαινομένων, τοῖς ὑφαινομένοις, τά ὑφαινόμενα, ὦ ὑφαινόμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
ὑφαινόμην, ὑφαίνου, ὑφαίνετο, ὑφαινόμεθα, ὑφαίνεσθε, ὑφαίνοντο
 
Αόριστος Μέσος
Οριστική
ὑφηνάμην, ὑφήνω, ὑφήνατο, ὑφηνάμεθα, ὑφήνασθε, ὑφήναντο
Υποτακτική
ὑφήνωμαι, ὑφήνῃ, ὑφήνηται, ὑφηνώμεθα, ὑφήνησθε, ὑφήνωνται
Ευκτική
ὑφηναίμην, ὑφήναιο, ὑφήναιτο, ὑφηναίμεθα, ὑφήναισθε, ὑφήναιντο
Προστακτική
---, ὕφηναι, ὑφηνάσθω, ---, ὑφήνασθε, ὑφηνάσθων (ή ὑφηνάσθωσαν)
Απαρέμφατο
ὑφήνασθαι
Μετοχή
ὑφηνάμενος
ὑφηναμένη
ὑφηνάμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὑφηνάμενος, τοῦ ὑφηναμένου, τῷ ὑφηναμένῳ, τόν ὑφηνάμενον, ὦ ὑφηνάμενε
οἱ ὑφηνάμενοι, τῶν ὑφηναμένων, τοῖς ὑφηναμένοις, τούς ὑφηναμένους, ὦ ὑφηνάμενοι
Θηλυκό
ἡ ὑφηναμένη, τῆς ὑφηναμένης, τῇ ὑφηναμένῃ, τήν ὑφηναμένην, ὦ ὑφηναμένη
αἱ ὑφηνάμεναι, τῶν ὑφηναμένων, ταῖς ὑφηναμέναις, τάς ὑφηναμένας, ὦ ὑφηνάμεναι
Ουδέτερο
τό ὑφηνάμενον, τοῦ ὑφηναμένου, τῷ ὑφηναμένῳ, τό ὑφηνάμενον, ὦ ὑφηνάμενον
τά ὑφηνάμενα, τῶν ὑφηναμένων, τοῖς ὑφηναμένοις, τά ὑφηνάμενα, ὦ ὑφηνάμενα
 
Αόριστος Παθητικός
Οριστική
ὑφάνθην, ὑφάνθης, ὑφάνθη, ὑφάνθημεν, ὑφάνθητε, ὑφάνθησαν
Υποτακτική
ὑφανθῶ, ὑφανθῇς, ὑφανθῇ, ὑφανθῶμεν, ὑφανθῆτε, ὑφανθῶσι(ν)
Ευκτική
ὑφανθείην, ὑφανθείης, ὑφανθείη, ὑφανθείημεν (ή ὑφανθεῖμεν), ὑφανθείητε (ή ὑφανθεῖτε), ὑφανθείησαν (ή ὑφανθεῖεν)
Προστακτική
---, ὑφάνθητι, ὑφανθήτω, ---, ὑφάνθητε, ὑφανθέντων (ή ὑφανθήτωσαν)
Απαρέμφατο
ὑφανθῆναι
Μετοχή
ὑφανθείς
ὑφανθεῖσα
ὑφανθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὑφανθείς, τοῦ ὑφανθέντος, τῷ ὑφανθέντι, τόν ὑφανθέντα, ὦ ὑφανθείς
οἱ ὑφανθέντες, τῶν ὑφανθέντων, τοῖς ὑφανθεῖσι(ν), τούς ὑφανθέντας, ὦ ὑφανθέντες
Θηλυκό
ἡ ὑφανθεῖσα, τῆς ὑφανθείσης, τῇ ὑφανθείσῃ, τήν ὑφανθεῖσαν, ὦ ὑφανθεῖσα
αἱ ὑφανθεῖσαι, τῶν ὑφανθεισῶν, ταῖς ὑφανθείσαις, τάς ὑφανθείσας, ὦ ὑφανθεῖσαι
Ουδέτερο
τό ὑφανθέν, τοῦ ὑφανθέντος, τῷ ὑφανθέντι, τό ὑφανθέν, ὦ ὑφανθέν
τά ὑφανθέντα, τῶν ὑφανθέντων, τοῖς ὑφανθεῖσι(ν), τά ὑφανθέντα, ὦ ὑφανθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὕφασμαι, ὕφανσαι, ὕφανται, ὑφάσμεθα, ὕφανθε, ὑφασμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ὑφασμένος- ὑφασμένη- ὑφασμένον ὦ
ὑφασμένος- ὑφασμένη- ὑφασμένον ᾖς
ὑφασμένος- ὑφασμένη- ὑφασμένον ᾖ
ὑφασμένοι- ὑφασμέναι- ὑφασμένα ὦμεν
ὑφασμένοι- ὑφασμέναι- ὑφασμένα ἦτε
ὑφασμένοι- ὑφασμέναι- ὑφασμένα ὦσι
Ευκτική
ὑφασμένος- ὑφασμένη- ὑφασμένον εἴην
ὑφασμένος- ὑφασμένη- ὑφασμένον εἴης
ὑφασμένος- ὑφασμένη- ὑφασμένον εἴη
ὑφασμένοι- ὑφασμέναι- ὑφασμένα εἴημεν (εἶμεν)
ὑφασμένοι- ὑφασμέναι- ὑφασμένα εἴητε (εἶτε)
ὑφασμένοι- ὑφασμέναι- ὑφασμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ὕφανσο, ὑφάνθω, --- ὕφανθε, ὑφάνθων
Απαρέμφατο
ὑφάνθαι
Μετοχή
ὑφασμένος
ὑφασμένη
ὑφασμένον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ὑφασμένος, τοῦ ὑφασμένου, τῷ ὑφασμένῳ, τόν ὑφασμένον, ὦ ὑφασμένε
οἱ ὑφασμένοι, τῶν ὑφασμένων, τοῖς ὑφασμένοις, τούς ὑφασμένους, ὦ ὑφασμένοι
Θηλυκό
ἡ ὑφασμένη, τῆς ὑφασμένης, τῇ ὑφασμένῃ, τήν ὑφασμένην, ὦ ὑφασμένη
αἱ ὑφασμέναι, τῶν ὑφασμένων, ταῖς ὑφασμέναις, τάς ὑφασμένας, ὦ ὑφασμέναι
Ουδέτερο
τό ὑφασμένον, τοῦ ὑφασμένου, τῷ ὑφασμένῳ, τό ὑφασμένον, ὦ ὑφασμένον
τά ὑφασμένα, τῶν ὑφασμένων, τοῖς ὑφασμένοις, τά ὑφασμένα, ὦ ὑφασμένα
 
Υπερσυντέλικος Μέσης
Οριστική
ὑφάσμην, ὕφανσο, ὕφαντο, ὑφάσμεθα, ὕφανθε, ὑφασμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου