Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὑφαίνω»
Οριστική
ὑφαίνω, ὑφαίνεις, ὑφαίνει, ὑφαίνομεν, ὑφαίνετε, ὑφαίνουσι(ν)
ὑφαίνω, ὑφαίνῃς, ὑφαίνῃ, ὑφαίνωμεν, ὑφαίνητε, ὑφαίνωσι(ν)
ὑφαίνοιμι, ὑφαίνοις, ὑφαίνοι, ὑφαίνοιμεν, ὑφαίνοιτε, ὑφαίνοιεν
---, ὕφαινε, ὑφαινέτω, ---, ὑφαίνετε, ὑφαινόντων (ή ὑφαινέτωσαν)
ὑφαίνειν
ὑφαίνων, ὑφαίνουσα, ὑφαῖνον
Αρσενικό
ὁ ὑφαίνων, τοῦ ὑφαίνοντος, τῷ ὑφαίνοντι, τόν ὑφαίνοντα, ὦ ὑφαίνων
ἡ ὑφαίνουσα, τῆς ὑφαινούσης, τῇ ὑφαινούσῃ, τήν ὑφαίνουσαν, ὦ ὑφαίνουσα
τό ὑφαῖνον, τοῦ ὑφαίνοντος, τῷ ὑφαίνοντι, τό ὑφαῖνον, ὦ ὑφαῖνον
Οριστική
ὕφαινον, ὕφαινες, ὕφαινε, ὑφαίνομεν, ὑφαίνετε, ὕφαινον
Οριστική (Μόνο Οριστική)
ὑφανῶ, ὑφανεῖς, ὑφανεῖ, ὑφανοῦμεν, ὑφανεῖτε, ὑφανοῦσι(ν)
Οριστική
ὕφηνα (καὶ ὕφανα), ὕφηνας, ὕφηνε, ὑφήναμεν, ὑφήνατε, ὕφηναν
ὑφήνω, ὑφήνῃς, ὑφήνῃ, ὑφήνωμεν, ὑφήνητε, ὑφήνωσι(ν)
ὑφήναιμι, ὑφήναις (καὶ ὑφήνειας), ὑφήναι (καὶ ὑφήνειε), ὑφήναιμεν, ὑφήναιτε, ὑφήναιεν (καὶ ὑφήνειαν)
---, ὕφηνον, ὑφηνάτω, ---, ὑφήνατε, ὑφηνάντων (ή ὑφηνάτωσαν)
ὑφῆναι
ὑφήνας, ὑφήνασα, ὑφῆναν
Αρσενικό
ὁ ὑφήνας, τοῦ ὑφήναντος, τῷ ὑφήναντι, τόν ὑφήναντα, ὦ ὑφήνας
ἡ ὑφήνασα, τῆς ὑφηνάσης, τῇ ὑφηνάσῃ, τήν ὑφήνασαν, ὦ ὑφήνασα
τό ὑφῆναν, τοῦ ὑφήναντος, τῷ ὑφήναντι, τό ὑφῆναν, ὦ ὑφῆναν
Οριστική
ὕφαγκα, ὕφαγκας, ὕφαγκε, ὑφάγκαμεν, ὑφάγκατε, ὑφάγκασι(ν)
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός ὦ
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός ᾖς
ὑφαγκότες- ὑφαγκυῖαι- ὑφαγκότα ὦμεν
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός εἴην
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός ἴσθι
ὑφαγκέναι
ὑφαγκώς- ὑφαγκυῖα- ὑφαγκός
Αρσενικό
ὁ ὑφαγκώς, τοῦ ὑφαγκότος, τῷ ὑφαγκότι, τόν ὑφαγκότα, ὦ ὑφαγκώς
ἡ ὑφαγκυῖα, τῆς ὑφαγκυίας, τῇ ὑφαγκυίᾳ, τήν ὑφαγκυῖαν, ὦ ὑφαγκυῖα
τό ὑφαγκός, τοῦ ὑφαγκότος, τῷ ὑφαγκότι, τό ὑφαγκός, ὦ ὑφαγκός
Οριστική
ὑφαίνομαι, ὑφαίνῃ (καὶ -ει), ὑφαίνεται, ὑφαινόμεθα, ὑφαίνεσθε, ὑφαίνονται
ὑφαίνωμαι, ὑφαίνῃ, ὑφαίνηται, ὑφαινώμεθα, ὑφαίνησθε, ὑφαίνωνται
ὑφαινοίμην, ὑφαίνοιο, ὑφαίνοιτο, ὑφαινοίμεθα, ὑφαίνοισθε, ὑφαίνοιντο
---, ὑφαίνου, ὑφαινέσθω, ---, ὑφαίνεσθε, ὑφαινέσθων (ή ὑφαινέσθωσαν)
ὑφαίνεσθαι
ὑφαινόμενος
Αρσενικό
ὁ ὑφαινόμενος, τοῦ ὑφαινομένου, τῷ ὑφαινομένῳ, τόν ὑφαινόμενον, ὦ ὑφαινόμενε
ἡ ὑφαινομένη, τῆς ὑφαινομένης, τῇ ὑφαινομένῃ, τήν ὑφαινομένην, ὦ ὑφαινομένη
τό ὑφαινόμενον, τοῦ ὑφαινομένου, τῷ ὑφαινομένῳ, τό ὑφαινόμενον, ὦ ὑφαινόμενον
Οριστική
ὑφαινόμην, ὑφαίνου, ὑφαίνετο, ὑφαινόμεθα, ὑφαίνεσθε, ὑφαίνοντο
Οριστική
ὑφηνάμην, ὑφήνω, ὑφήνατο, ὑφηνάμεθα, ὑφήνασθε, ὑφήναντο
ὑφήνωμαι, ὑφήνῃ, ὑφήνηται, ὑφηνώμεθα, ὑφήνησθε, ὑφήνωνται
ὑφηναίμην, ὑφήναιο, ὑφήναιτο, ὑφηναίμεθα, ὑφήναισθε, ὑφήναιντο
---, ὕφηναι, ὑφηνάσθω, ---, ὑφήνασθε, ὑφηνάσθων (ή ὑφηνάσθωσαν)
ὑφήνασθαι
ὑφηνάμενος
Αρσενικό
ὁ ὑφηνάμενος, τοῦ ὑφηναμένου, τῷ ὑφηναμένῳ, τόν ὑφηνάμενον, ὦ ὑφηνάμενε
ἡ ὑφηναμένη, τῆς ὑφηναμένης, τῇ ὑφηναμένῃ, τήν ὑφηναμένην, ὦ ὑφηναμένη
τό ὑφηνάμενον, τοῦ ὑφηναμένου, τῷ ὑφηναμένῳ, τό ὑφηνάμενον, ὦ ὑφηνάμενον
Οριστική
ὑφάνθην, ὑφάνθης, ὑφάνθη, ὑφάνθημεν, ὑφάνθητε, ὑφάνθησαν
ὑφανθῶ, ὑφανθῇς, ὑφανθῇ, ὑφανθῶμεν, ὑφανθῆτε, ὑφανθῶσι(ν)
ὑφανθείην, ὑφανθείης, ὑφανθείη, ὑφανθείημεν (ή ὑφανθεῖμεν), ὑφανθείητε (ή ὑφανθεῖτε), ὑφανθείησαν (ή ὑφανθεῖεν)
---, ὑφάνθητι, ὑφανθήτω, ---, ὑφάνθητε, ὑφανθέντων (ή ὑφανθήτωσαν)
ὑφανθῆναι
ὑφανθείς
Αρσενικό
ὁ ὑφανθείς, τοῦ ὑφανθέντος, τῷ ὑφανθέντι, τόν ὑφανθέντα, ὦ ὑφανθείς
ἡ ὑφανθεῖσα, τῆς ὑφανθείσης, τῇ ὑφανθείσῃ, τήν ὑφανθεῖσαν, ὦ ὑφανθεῖσα
τό ὑφανθέν, τοῦ ὑφανθέντος, τῷ ὑφανθέντι, τό ὑφανθέν, ὦ ὑφανθέν
Οριστική
ὕφασμαι, ὕφανσαι, ὕφανται, ὑφάσμεθα, ὕφανθε, ὑφασμένοι εἰσί(ν)
ὑφασμένος- ὑφασμένη- ὑφασμένον ὦ
ὑφασμένος- ὑφασμένη- ὑφασμένον ᾖς
ὑφασμένοι- ὑφασμέναι- ὑφασμένα ὦμεν
ὑφασμένος- ὑφασμένη- ὑφασμένον εἴην
---, ὕφανσο, ὑφάνθω, --- ὕφανθε, ὑφάνθων
ὑφάνθαι
ὑφασμένος
Αρσενικό
ὁ ὑφασμένος, τοῦ ὑφασμένου, τῷ ὑφασμένῳ, τόν ὑφασμένον, ὦ ὑφασμένε
ἡ ὑφασμένη, τῆς ὑφασμένης, τῇ ὑφασμένῃ, τήν ὑφασμένην, ὦ ὑφασμένη
τό ὑφασμένον, τοῦ ὑφασμένου, τῷ ὑφασμένῳ, τό ὑφασμένον, ὦ ὑφασμένον
Οριστική
ὑφάσμην, ὕφανσο, ὕφαντο, ὑφάσμεθα, ὕφανθε, ὑφασμένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου