Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ζωγρέω - ζωγρῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ζωγρέω - ζωγρῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ζωγρέω - ζωγρ»
 
ζωγρ: αιχμαλωτίζω, συλλαμβάνω κάποιον
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ζωγρ, ζωγρες, ζωγρε, ζωγρομεν, ζωγρετε, ζωγροσι(ν)
Υποτακτική
ζωγρ, ζωγρς, ζωγρ, ζωγρμεν, ζωγρτε, ζωγρσι(ν)
Ευκτική
ζωγρομι, ζωγρος, ζωγρο, ή ζωγροίην, ζωγροίης, ζωγροίη, ζωγρομεν, ζωγροτε, ζωγροεν
Προστακτική
---, ζώγρει, ζωγρείτω, ---, ζωγρετε, ζωγρούντων (ή ζωγρείτωσαν)
Απαρέμφατο
ζωγρεν
Μετοχή
ζωγρν, ζωγροσα, ζωγρον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ζωγρν, το ζωγροντος, τ ζωγροντι, τόν ζωγροντα, ζωγρν
ο ζωγροντες, τν ζωγρούντων, τος ζωγροσι, τούς ζωγροντας, ζωγροντες
Θηλυκό
ζωγροσα, τς ζωγρούσης, τ ζωγρούσ, τήν ζωγροσαν, ζωγροσα
α ζωγροσαι, τν ζωγρουσν, τας ζωγρούσαις, τάς ζωγρούσας, ζωγροσαι
Ουδέτερο
τό ζωγρον, το ζωγροντος, τ ζωγροντι, τό ζωγρον, ζωγρον
τά ζωγροντα, τν ζωγρούντων, τος ζωγροσι, τά ζωγροντα, ζωγροντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ζώγρουν, ζώγρεις, ζώγρει, ζωγρομεν, ζωγρετε, ζώγρουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ζωγρήσω, ζωγρήσεις, ζωγρήσει, ζωγρήσομεν, ζωγρήσετε, ζωγρήσουσι(ν)
Ευκτική
ζωγρήσοιμι, ζωγρήσοις, ζωγρήσοι, ζωγρήσοιμεν, ζωγρήσοιτε, ζωγρήσοιεν
Απαρέμφατο
ζωγρήσειν
Μετοχή
ζωγρήσων, ζωγρήσουσα, ζωγρσον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ζωγρήσων, το ζωγρήσοντος, τ ζωγρήσοντι, τόν ζωγρήσοντα, ζωγρήσων
ο ζωγρήσοντες, τν ζωγρησόντων, τος ζωγρήσουσι, τούς ζωγρήσοντας, ζωγρήσοντες
Θηλυκό
ζωγρήσουσα, τς ζωγρησούσης, τ ζωγρησούσ, τήν ζωγρήσουσαν, ζωγρήσουσα
α ζωγρήσουσαι, τν ζωγρησουσν, τας ζωγρησούσαις, τάς ζωγρησούσας, ζωγρήσουσαι
Ουδέτερο
τό ζωγρσον, το ζωγρήσοντος, τ ζωγρήσοντι, τό ζωγρσον, ζωγρσον
τά ζωγρήσοντα, τν ζωγρησόντων, τος ζωγρήσουσι, τά ζωγρήσοντα, ζωγρήσοντα
 
Αόριστος
Οριστική
ζώγρησα, ζώγρησας, ζώγρησε(ν), ζωγρήσαμεν, ζωγρήσατε, ζώγρησαν
Υποτακτική
ζωγρήσω, ζωγρήσς, ζωγρήσ, ζωγρήσωμεν, ζωγρήσητε, ζωγρήσωσι(ν)
Ευκτική
ζωγρήσαιμι, ζωγρήσαις ή ζωγρήσειας, ζωγρήσαι ή ζωγρήσειε(ν), ζωγρήσαιμεν, ζωγρήσαιτε, ζωγρήσαιεν ή ζωγρήσειαν
Προστακτική
---, ζώγρησον, ζωγρησάτω, ---, ζωγρήσατε, ζωγρησάντων (ή ζωγρησάτωσαν)
Απαρέμφατο
ζωγρσαι
Μετοχή
ζωγρήσας, ζωγρήσασα, ζωγρσαν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ζωγρήσας, το ζωγρήσαντος, τ ζωγρήσαντι, τόν ζωγρήσαντα, ζωγρήσας
ο ζωγρήσαντες, τν ζωγρησάντων, τος ζωγρήσασι, τούς ζωγρήσαντας, ζωγρήσαντες
Θηλυκό
ζωγρήσασα, τς ζωγρησάσης, τ ζωγρησάσ, τήν ζωγρήσασαν, ζωγρήσασα
α ζωγρήσασαι, τν ζωγρησασν, τας ζωγρησάσαις, τάς ζωγρήσασας, ζωγρήσασαι
Ουδέτερο
τό ζωγρσαν, το ζωγρήσαντος, τ ζωγρήσαντι, τό ζωγρσαν, ζωγρσαν
τά ζωγρήσαντα, τν ζωγρησάντων, τος ζωγρήσασι, τά ζωγρήσαντα, ζωγρήσαντα
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ζωγρομαι, ζωγρ / ζωγρε, ζωγρεται, ζωγρούμεθα, ζωγρεσθε, ζωγρονται
Υποτακτική
ζωγρμαι, ζωγρ, ζωγρται, ζωγρώμεθα, ζωγρσθε, ζωγρνται
Ευκτική
ζωγροίμην, ζωγροο, ζωγροτο, ζωγροίμεθα, ζωγροσθε, ζωγροντο
Προστακτική
---, ζωγρο, ζωγρείσθω, ---, ζωγρεσθε, ζωγρείσθων
Απαρέμφατο
ζωγρεσθαι
Μετοχή
ζωγρούμενος
ζωγρουμένη
ζωγρούμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ζωγρούμενος, το ζωγρουμένου, τ ζωγρουμέν, τόν ζωγρούμενον, ζωγρούμενε
ο ζωγρούμενοι, τν ζωγρουμένων, τος ζωγρουμένοις, τούς ζωγρουμένους, ζωγρούμενοι
Θηλυκό
ζωγρουμένη, τς ζωγρουμένης, τ ζωγρουμέν, τήν ζωγρουμένην, ζωγρουμένη
α ζωγρούμεναι, τν ζωγρουμένων, τας ζωγρουμέναις, τάς ζωγρουμένας, ζωγρούμεναι
Ουδέτερο
τό ζωγρούμενον, το ζωγρουμένου, τ ζωγρουμέν, τό ζωγρούμενον, ζωγρούμενον
τά ζωγρούμενα, τν ζωγρουμένων, τος ζωγρουμένοις, τά ζωγρούμενα, ζωγρούμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
ζωγρούμην, ζωγρο, ζωγρετο, ζωγρούμεθα, ζωγρεσθε, ζωγροντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ζωγρηθήσομαι, ζωγρηθήσ / ζωγρηθήσει, ζωγρηθήσεται, ζωγρηθησόμεθα, ζωγρηθήσεσθε, ζωγρηθήσονται
Ευκτική
ζωγρηθησοίμην, ζωγρηθήσοιο, ζωγρηθήσοιτο, ζωγρηθησοίμεθα, ζωγρηθήσοισθε, ζωγρηθήσοιντο
Απαρέμφατο
ζωγρηθήσεσθαι
Μετοχή
ζωγρηθησόμενος
ζωγρηθησομένη
ζωγρηθησόμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ζωγρηθησόμενος, το ζωγρηθησομένου, τ ζωγρηθησομέν, τόν ζωγρηθησόμενον, ζωγρηθησόμενε
ο ζωγρηθησόμενοι, τν ζωγρηθησομένων, τος ζωγρηθησομένοις, τούς ζωγρηθησομένους, ζωγρηθησόμενοι
Θηλυκό
ζωγρηθησομένη, τς ζωγρηθησομένης, τ ζωγρηθησομέν, τήν ζωγρηθησομένην, ζωγρηθησομένη
α ζωγρηθησόμεναι, τν ζωγρηθησομένων, τας ζωγρηθησομέναις, τάς ζωγρηθησομένας, ζωγρηθησόμεναι
Ουδέτερο
τό ζωγρηθησόμενον, το ζωγρηθησομένου, τ ζωγρηθησομέν, τό ζωγρηθησόμενον, ζωγρηθησόμενον
τά ζωγρηθησόμενα, τν ζωγρηθησομένων, τος ζωγρηθησομένοις, τά ζωγρηθησόμενα, ζωγρηθησόμενα
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ζωγρήθην, ζωγρήθης, ζωγρήθη, ζωγρήθημεν, ζωγρήθητε, ζωγρήθησαν
Υποτακτική
ζωγρηθ, ζωγρηθς, ζωγρηθ, ζωγρηθμεν, ζωγρηθτε, ζωγρηθσι(ν)
Ευκτική
ζωγρηθείην, ζωγρηθείης, ζωγρηθείη, ζωγρηθεμεν, ζωγρηθετε, ζωγρηθεεν
Προστακτική
---, ζωγρήθητι, ζωγρηθήτω, ---, ζωγρήθητε, ζωγρηθέντων ή ζωγρηθήτωσαν
Απαρέμφατο
ζωγρηθναι
Μετοχή
ζωγρηθείς
ζωγρηθεσα
ζωγρηθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ζωγρηθείς, το ζωγρηθέντος, τ ζωγρηθέντι, τόν ζωγρηθέντα, ζωγρηθείς
ο ζωγρηθέντες, τν ζωγρηθέντων, τος ζωγρηθεσι, τούς ζωγρηθέντας, ζωγρηθέντες
Θηλυκό
ζωγρηθεσα, τς ζωγρηθείσης, τ ζωγρηθείσ, τήν ζωγρηθεσαν, ζωγρηθεσα
α ζωγρηθεσαι, τν ζωγρηθεισν, τας ζωγρηθείσαις, τάς ζωγρηθείσας, ζωγρηθεσαι
Ουδέτερο
τό ζωγρηθέν, το ζωγρηθέντος, τ ζωγρηθέντι, τό ζωγρηθέν, ζωγρηθέν
τά ζωγρηθέντα, τν ζωγρηθέντων, τος ζωγρηθεσι, τά ζωγρηθέντα, ζωγρηθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
ζώγρημαι, ζώγρησαι, ζώγρηται, ζωγρήμεθα, ζώγρησθε, ζώγρηνται
 
Υποτακτική
ζωγρημένος- ζωγρημένη- ζωγρημένον
ζωγρημένος- ζωγρημένη- ζωγρημένον ς
ζωγρημένος- ζωγρημένη- ζωγρημένον
ζωγρημένοι- ζωγρημέναι- ζωγρημένα μεν
ζωγρημένοι- ζωγρημέναι- ζωγρημένα τε
ζωγρημένοι- ζωγρημέναι- ζωγρημένα σι
 
Ευκτική
ζωγρημένος- ζωγρημένη- ζωγρημένον εην
ζωγρημένος- ζωγρημένη- ζωγρημένον εης
ζωγρημένος- ζωγρημένη- ζωγρημένον εη
ζωγρημένοι- ζωγρημέναι- ζωγρημένα εμεν
ζωγρημένοι- ζωγρημέναι- ζωγρημένα ετε
ζωγρημένοι- ζωγρημέναι- ζωγρημένα εεν
 
Προστακτική
---, ζώγρησο, ζωγρήσθω, ---, ζώγρησθε, ζωγρήσθων
 
Απαρέμφατο
ζωγρσθαι
Μετοχή
ζωγρημένος,
ζωγρημένη,
ζωγρημένον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ζωγρημένος, το ζωγρημένου, τ ζωγρημέν, τόν ζωγρημένον, ζωγρημένε
ο ζωγρημένοι, τν ζωγρημένων, τος ζωγρημένοις, τούς ζωγρημένους, ζωγρημένοι
Θηλυκό
ζωγρημένη, τς ζωγρημένης, τ ζωγρημέν, τήν ζωγρημένην, ζωγρημένη
α ζωγρημέναι, τν ζωγρημένων, τας ζωγρημέναις, τάς ζωγρημένας, ζωγρημέναι
Ουδέτερο
τό ζωγρημένον, το ζωγρημένου, τ ζωγρημέν, τό ζωγρημένον, ζωγρημένον
τά ζωγρημένα, τν ζωγρημένων, τος ζωγρημένοις, τά ζωγρημένα, ζωγρημένα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου