Π. Κ. Ενεπεκίδης: Στην Παναγία Σουμελά, τότε… | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Π. Κ. Ενεπεκίδης: Στην Παναγία Σουμελά, τότε…

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Π. Κ. Ενεπεκίδης: Στην Παναγία Σουμελά, τότε…
 
Γερμανός αντιστράτηγος και συγγραφεύς περιγράφει τη μονή Σουμελά όπως ήταν το 1911. — Μέσα στον φυσικό παράδεισο των ποντιακών βουνών. — Η υποδομή στη Μονή. — Η εικόνα του Ευαγγελιστή Λουκά και οι θρύλοι της. — Άλλα κειμήλια και λείψανα. — Στα κελιά των μοναχών. — Στον ξενώνα των προσκυνητών.
 
Κάθε Δεκαπενταύγουστο συρρέει ο ποντιακός Ελληνισμός στο όρος Βέρμιον για να προσκυνήσει την Παναγία των Ποντίων — την Παναγία της τραπεζουντιακής μονής Σουμελά. Τα όρη μπορεί στην περίπτωση αυτή να μετακινήθηκαν, η ευσέβεια στην καρδιά τους έμεινε η ίδια, η ιστορική τους μνήμη άσβεστη πάντοτε, ζει σήμερα την έξαρσή της, θυμάται την αξέχαστη πατρίδα και υπενθυμίζει σ’ εκείνους που ξεχνούν.
 
Σπάνια στην ιστορία ανέλαβαν ξεριζωμένοι άνθρωποι έναν τέτοιο βαρυσήμαντο εθνικό ρόλο: έφυγαν από τις πανάρχαιες πατρίδες τους με την ψυχή στο στόμα, κουβαλώντας στους ώμους, όπως άλλοτε ο Αινείας τους εφεστίους του θεούς, αυτοί την εικόνα του ευαγγελιστή Λουκά, την Παναγία του παμποντιακού ιερού, της μονής Σουμελά. Στην Ελλάδα όπου ήρθαν, η Θεσσαλονίκη αναστήθηκε σιγά-σιγά μέσα στις καρδιές τους σαν η νέα κρυφή πρωτεύουσα των Μεγάλων Κομνηνών. Και η Μακεδονία, όπου εγκαταστάθηκαν — κατά σοφή πολιτική — οι μεγάλες τους μάζες, θωρακίστηκε αδιαπέραστα με την «ελλένικον λαλίαν», κάποιες ξένες φωνές έσβησαν και στις ακριτικές περιοχές κατοικούν και πάλι γνήσιοι Ακρίτες. Το μέγεθος και την έκταση της μεταμόρφωσης αυτής θα την εκτιμήσει αργότερα η ιστορία, αλλά ήδη σήμερα μπορούν οι Πόντιοι, σαν η γενεά των μαρτύρων και των πρωτοπόρων, να εγείρουν αξιώσεις στην ευγνωμοσύνη του καθόλου Ελληνισμού. Έχτισαν τους προμαχώνες του και καρτερούν πιστοί εκεί.
 
Ο αφηγητής μας
Ο αντιστράτηγος Χόφμαϊστερ είναι ο τύπος του αγέρωχου Γερμανού στρατιωτικού της βιλελμινικής Γερμανίας πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Έγινε γνωστός και σαν στρατιωτικός συγγραφέας συνδυάζοντας τις ταξιδιωτικές περιγραφές του με τη στρατιωτική ιστορία των τόπων που γνώρισε προσωπικά. Όπως σε όλους τους Γερμανούς της εποχής του, οι χώρες της Ανατολής υπήρξαν ο πόλος έλξεως των περιγραφών, μελετών και περιπετειών του. Το κεφάλαιο για τη μονή Σουμελά, που μεταφράζουμε παρακάτω πιστά από το γερμανικό πρωτότυπο, έχει αποσπασθεί από το βιβλίο του Χόφμαϊστερ για ένα εκτεταμένο του ταξίδι στις πόλεις της Αρμενίας και του Πόντου. Το βιβλίο, που εξεδόθη στη Λειψία - Βερολίνο το 1911 με ωραίες φωτογραφίες του ίδιου του συγγραφέα, έχει σαν παράρτημα και τη στρατιωτική του μελέτη για την κάθοδο των Μυρίων του Ξενοφώντα και την επίπονη πορεία τους από την Περσία και την Αρμενία και μέσα από τα βουνά του Πόντου ως την «Θάλαττα, θάλαττα» της Τραπεζούντας.
 
Η περιγραφή της μονής Σουμελά από τον Χόφμαϊστερ έχει τα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας πολλών Γερμανών αξιωματικών της εποχής του. Δεν είναι πολύ ευσεβής ο αφηγητής μας, «ανορθόδοξος», όπως λέει ο ίδιος, με πολλή σκωπτική διάθεση για τη ζωή των αναχωρητών της ανατολικής εκκλησίας, και με την απαραίτητη αλαζονεία απέναντι φτωχών μοναχών που τους βλέπει πάντοτε να έχουν απλωμένο το χέρι τους για τον οβολό του ξένου. Ωστόσο πέρα από τις κάποτε ηθελημένες αυτές παρεξηγήσεις είναι η επιτόπια μαρτυρία του Γερμανού αντιστρατήγου για το ιερό των Ποντίων μια θετική συμβολή στην ιστορία της μονής λίγα χρόνια πριν από την καταστροφή της. Γράφει ο Χόφμαϊστερ:
 
Το ξεκίνημα
«ΤΖΕΒΙΖΛΙΚ, η αρχαία Καρυδιά, είναι η γραφική τοποθεσία στη συμβολή των δύο παραπόταμων, της Ματσούκας και της Μεριαμανέ, που οι δυό ενώνονται στο σημείο αυτό για τη μικρή διαδρομή τους ως τη θάλασσα, αποτελώντας το Ντεϊρμάν Ντερέ, τον πολυτραγουδισμένο Πυξίτη των αρχαίων.
Ήταν εφτά η ώρα το βράδυ, είχα τελειώσει τις πολλές μου δουλειές. Από δω ήθελα να πάω ως τη μονή Σουμελά. Αργά τη νύχτα είχαμε μείνει σύμφωνοι με τον αγωγιάτη των μουλαριών στα οικονομικά, με τη βοήθεια του Μουντίρ, ενός τετραπέρατου Έλληνα. Την άλλη μέρα, πριν από τις πέντε η ώρα το πρωί, αφού πέρασα τη νύχτα μερικά αξιοθρήνητα γεγονότα, μπήκα στο δρόμο που θα διαρκούσε με την επιστροφή εννιά ώρες, για να μπορέσω να είμαι το ίδιο βράδυ κιόλας πίσω στην Τραπεζούντα. Μια δεύτερη νύχτα στο Τζεβιζλίκ δεν παρουσίαζε απολύτως κανένα ενδιαφέρον.
Από τη νότια έξοδο της Καρυδιάς, στο σημείο εκείνο όπου ενώνεται από τα δυτικά ο αμαξιτός δρόμος, ανεβάζει ένα μονοπάτι, όλο βράχους, με κατεύθυνση προς τα νότια μέσα από τη δασώδη ρεματιά της Μεριαμανέ ψηλά στη μονή Σουμελά. Τα μουλάρια που θα με πήγαιναν ήσαν γιορταστικά στολισμένα, οι αγωγιάτες γεροδεμένοι οσμανλήδες, δυο αδέλφια που ο ένας τους μόλις είχε τελειώσει τη στρατιωτική του θητεία κι ερχόταν πίσω στο χωριό του από την Υεμένη, από τον «Τάφο των πιστών». Διηγόταν το τι τραβήξανε κι οι δυό τους από τη ζέστη και τη δίψα κάνοντας πορεία από τη Χοντέιντα στη Σαναά, πως έπειτα ολόκληρους μήνες στην έρημο τραβιόντουσαν από όαση σε όαση σε συνεχή πολεμική ετοιμότητα ενάντια στα σμήνη των Βεδουίνων, και πως οι περισσότεροι απ’ τους συντρόφους τους έμεναν εκεί καταχωνιασμένοι μες στην άμμο.
 
Ξημερώνει...
Αρχίζει να χαράζει! Στα ψηλώματα γλιστράει το φως σιγά και διστακτικά τον κατήφορο, είναι η ώρα που ξεμυτίζουν από τις κρύπτες τους οι πρωινοί — τα πουλιά. Ο δρόμος ζωντάνεψε κιόλας. Χωριάτες μεταφέρουν τους καρπούς της γης τους στην αγορά, κι ολόκληρες οικογένειες από Έλληνες προσκυνητές, ο άντρας με τα πόδια, η γυναίκα καβάλα στ’ άλογο με τα παιδιά, τραβάνε μαζί μου στον ίδιο δρόμο με τον ίδιο σκοπό. Προσπερνάμε το ερημητήρι ενός ασκητή, σκαμμένο μες στον χαμηλό βράχο, με σχισμές για να μπαίνει το φως της μέρας. Έπειτα από ολόκληρη ώρα περνάει ο δρόμος το ρυάκι κι αρχίζει ν’ ανεβαίνει αριστερά του τον ανήφορο. Το ερημητήρι είναι άδειο, οι καιροί δεν σηκώνουν τέτοιους μετανοούντες μακριά από την τύρβη του κόσμου.
Όλο κι έρχονται πιο κοντά τα βουνά το ένα στ’ άλλο, η κοιλάδα γίνεται ρεματιά. Ένας φρέσκος αέρας του πρωινού φυσάει στο πρόσωπό μου, ο ήλιος απλώνεται στα υψώματα και πλέκει γύρω τους φλογερά στεφάνια. Στις χλόες και πάνω στα λουλούδια κρέμονται δροσοσταλιές, λαμπρά μαργαριτάρια. Ξημέρωσε...
Και ξαφνικά γίνεται το τοπίο ένα θαύμα! Το μονοπάτι ξετυλίγεται ανεβαίνοντας την πλαγιά κατάντικρυ στον ήλιο, άλλοτε μέσ’ από βράχια κι άλλοτε πάλι κάτω από τις φυλλωσιές δέντρων που τα κλαδιά τους κατεβαίνουν φιάχνοντας μια στέγη. Χαμηλά κάτω ανοίγει το ρυάκι Μεριαμανέ το δρόμο του με δύναμη και βουίζοντας μέσ’ από τα στενά πετρώματα.
Πριν πάνω από βδομήντα χρόνια οδοιπορούσε στο δρόμο που βρίσκομαι τώρα ένας από τους πρώτους ερευνητές, ο άλλοτε τσοπανάκος κι αργότερα μεγάλος λόγιος και μαζί, όπως θέλω να τονίσω, εγκάρδιος άνθρωπος Ιάκωβος Φαλλμεράγιερ, πηγαίνοντας προς τη μονή της Παναγίας Σουμελά. Πατρίδα του ήταν το Τυρόλο, και στα όμορφα βουνά του ήταν με πίστη αφοσιωμένος. Όταν όμως, όπως εγώ τώρα, είχε μπει στη στενή ρεματιά και παρουσιάσθηκαν μπροστά του τα βουνά του Πόντου με τα δάση τους σ’ όλο τους το πλούτος και το μεγαλείο των χρωμάτων —, τότε φώναξε ενθουσιασμένος: Ένας παράδεισος!
Και είναι πράγματι ένας παράδεισος. Μπορεί να υπάρχουν πιο μεγαλοπρεπείς και πιο θελκτικές κοιλάδες, αλλά και τα δυό αυτά μαζί ενωμένα, όπως στην περίπτωση τούτη, δεν έχουν παρόμοιό τους. Η φύση σπαταλάει εδώ όλα τα πλούτη της για να στολίσει ένα μικρό χώρο με το σκοπό να μπορεί να είναι πιο φειδωλή σε μεγαλύτερες εκτάσεις, ακριβώς όπως η μοίρα που συσσωρεύει τα δώρα της μόνο σε λίγους ανθρώπους κι αφήνει όμως τη μεγάλη μάζα να ζει με τις στερήσεις μόνη έχοντας την ασάλευτη ελπίδα πως την περιμένει εις τους αιώνας των αιώνων το κέρας της Αμαλθείας.
 
Φυσικός παράδεισος
Σταματώ για ν’ αναπαυτώ σε μια πράσινη απότομη κατηφοριά. Γύρω-τριγύρω φωτίζεται μέσα βαθιά το δάσος από τις αχτίνες του ήλιου — ένας κήπος των τέρψεων της φύσης και συνάμα ένα νεκροταφείο για τα φυτά που πέθαναν μέσα σ’ αυτόν. Πελώρια ροδόδεντρα και αζαλέες ανθίζουν με τις κατακόκκινες φούντες τους, σαύρες γλιστράνε με γρηγοράδα πολυάσχολες, κάτι μικρές, πράσινες ανάμεσα από τα μανιτάρια που βρίσκονται μαζί σ' ολόκληρες οικογένειες, βουίζουν οι μέλισσες, μια άγρια μεταξύ τους παραμερίζει τα πάντα, και τα πουλιά το ‘χουν ρίξει έτσι έξω σαν να ‘χαν τρελαθεί απ’ τη χαρά τους. Καθώς είναι σίγουρα απ’ την ιταμότητα και την πονηριά του κυνηγού χοροπηδούν ανέμελα πάνω στα κλαδιά, γιατί ξέρουν βέβαια πως δεν μπορούν να πέσουν από κει γιατί έχουν φτερά. Ίσως να ‘ναι πολύπειρα ζευγάρια, ίσως και να ζευγαρώθηκαν μόλις στη νέα τους φωλιά. Ποιο να ‘ναι άραγε «το μήνυμα του τραγουδιού σου, όμορφο πουλάκι;». Δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα σου γιατί δεν είμαι ο Σίγκφριντ που λούστηκε στου δράκοντα το αίμα!
Τα θαυμαστά της φύσης και η μεγαλοσύνη της ζωής δεν περιγράφονται —, αυτά μόνο να τα αισθανθεί μπορεί κανείς. Αυτό το ξέρω. Και όμως αισθάνομαι πάντοτε την ανάγκη να εξυμνώ τα θαύματα της δημιουργίας. Ίσως να πει κάποιος: καλό είναι κάτι τέτοιο, αλλά το πολύ βλάπτει. Στην περίπτωση αυτή ίσως πετάξει κανείς το βιβλίο μου στο καλάθι των αχρήστων —, εγώ πάντως δεν μπορώ να κάνω αλλιώτικα. Γιατί όπως ο γίγαντας Ανταίος, σύμφωνα με το σοφό μύθο, αποκτούσε νέα δύναμη από την επαφή του με τη μάνα γη, έτσι και οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο σε συναναστροφή με τη φύση αισθάνονται τις δυνάμεις που ηρεμούσαν μέσα τους ν’ αποδεσμεύονται, η ικανότητά τους ν’ απολαμβάνουν το ωραίο να μεγαλώνει, τα αισθητήριά τους να βλέπουν και να δημιουργούν, να δυναμώνουν και ν’ αποκτούν τη διάθεση να λένε τον καλό λόγο και να υμνούν και να χαίρονται τη ζωή.
 
Και να η Παναγία Σουμελά!
Το μονοπάτι ανεβαίνει ακατάπαυστα. Σ’ ένα ιδιαίτερα στενό σημείο γλιστράω —προ πολλού πηγαίνω με τα πόδια— και φτάνω γλιστρώντας ως το χείλος του βαράθρου που σου φέρνει ζάλη όταν το βλέπεις. Βέβαια για ευαίσθητους αναγνώστες θα γινόταν ένα συναρπαστικό κεφάλαιο και θα βοηθούσε το βιβλίο μου να πουληθεί καλύτερα, αν θα γκρεμιζόμουνα και θα πάθαινα ζημιά και θα με πήγαιναν έπειτα στη Σουμελά για να με περιποιηθούν. Δυστυχώς πρόκειται, όπως είναι γνωστό, για μοναστήρι καλογήρων όπου δεν επιτρέπεται να υπάρχουν ούτε καν κότες, κι έπειτα προτιμώ γενικά κατηγορηματικά το να μην γκρεμιστώ στο βάραθρο μολονότι το γκρέμισμα θα είχε μια έξαρση ποιητική.
Έπειτα από δυόμισι ώρες βρισκόμαστε πάλι στην άλλη πλευρά και κατεβαίνουμε απότομα στο ρυάκι Μεριαμανέ. Με ασυγκράτητη ορμή κυλάει με θόρυβο μπροστά και ρίχνει τα δέντρα που τα ξερίζωσαν οι θύελλες του χειμώνα σαν σπιρτόξυλα το ένα πάν’ από το άλλο. Εμπόδιο είναι στο δρόμο μια νέα βαλανιδιά, είναι καταδικασμένη σε θάνατο αλλά έχει ακόμη αρκετή δύναμη μέσα της για να πετάξει μπουμπούκια: έχουν το σχήμα του αυγού, σκεπασμένα με λέπια και ρόδινα φυλλαράκια.
Περπατούσα κιόλας τέσσερις ώρες κοντά στα σύνορα όπου τα φυλλοβόλα χωρίζονται απ’ τα κωνοφόρα δέντρα, όταν με πλημμυρίζει ξαφνικά, καθώς βγαίνω από τους θάμνους, άπλετο χρυσό φως και βλέπω μπροστά μου κάτω βαθιά στην κοιλάδα ένα μοναχικό σπιτάκι που μολονότι χτίσθηκε, όπως φαίνεται, πριν λίγο καιρό, τα κατάφερε ωστόσο να γέρνει προς τη μια πλευρά, και πέρα από μια στεγασμένη ξύλινη γέφυρα, πάνω ψηλά στο επίπεδο βαθούλωμα ενός πελώριου βράχινου τοίχου βαλμένο ένα φωτεινό κτίσμα: τη μονή της Παναγίας Σουμελά.
Σκέπτομαι πως έτσι παρόμοια θα πρέπει να φάνηκε στον πρίγκιπα του παραμυθιού το στοιχειωμένο παλάτι, όπου η όμορφη νια με τις χρυσές της μπούκλες περίμενε να τη σώσουν.
Αφήνουμε τα ζώα κάτω, ένας δρόμος 250 μέτρα ζικ-ζακ πάει προς τα πάνω. Όταν έφτασα πάνω εντελώς εξαντλημένος και ανέβηκα ακόμη την απότομη σκάλα — αληθινή κλίμακα ουράνια — και χτύπησα στην πύλη να μ’ ανοίξουν, χρειάστηκε να περιμένω πολύ ωσότου ανοίξει ο θυρωρός μια μικρή σχισμή στην πόρτα από ξύλο βαλανιδιάς επενδυμένο με σίδερο, για να με ρωτήσει πως με λένε και τι θέλω. Και κράτησε ακόμη ένα ολόκληρο τέταρτο ώσπου ν’ ακούσω τον χαρακτηριστικό ήχο των κλειδιών και να μου ανοίξουν. Εν τω μεταξύ κοίταζα από τη σκάλα το θαυμάσιο τοπίο. Απέναντι στη λάμψη του ήλιου βουνά γεμάτα δάση, βαλμένα το ένα πίσω απ’ το άλλο όπως στη σκηνή ενός θεάτρου. Δεξιά (νότια) ανεβαίνει το φαράγγι ψηλά στο χιονισμένο Κίτοβα Νταγ, και αριστερά (βόρεια) απλώνεται ακαθόριστα μια σειρά από υψώματα ωσότου χαθούν όλα σε υπογάλανους αιθέρες. Με καταπληκτική επινοητικότητα, που την είχε πάντοτε η εκκλησία, αποτραβήχτηκαν πριν χίλια χρόνια σ’ αυτή τη μαγευτική γωνιά της γης ευσεβείς πατέρες, την αμαρτωλή τύρβη του κόσμου τούτου αποταξάμενοι. Και θα νόμιζε κανείς πως εδώ θα πρέπει ο καθείς να αισθάνεται καλά χωρίς να θέλει τίποτε άλλο. Αλλά η πραγματικότητα είναι ωστόσο άλλη, γιατί ο άνθρωπος έτσι όπως είναι φτιαγμένος χρειάζεται μακροχρόνια κάτι περισσότερο από τη φύση, όσο κι αν αυτή διαμόρφωσε γενναιόδωρα κι έφτιαξε τα όντα με μαστορικό χέρι για την τέρψη των αισθήσεών του. Τα σχετικά τα ξέρουμε ήδη από τον Αδάμ και την Εύα του παραδείσου.
 
Υποδοχή στη Μονή
Με υποδέχτηκαν δυό ευγενικοί καλοθρεμμένοι μοναχοί, ο ένας με καλωσόρισε στα ρωσικά εξ ονόματος του ηγούμενου που, όπως είπε, έπασχε από ποδάγρα, και μου ζήτησε συγγνώμη γιατί μ’ έκαναν να περιμένω. Οι άγιοι αδελφοί, είπε, προσευχόντουσαν εκείνη την ώρα και δεν επιτρέπεται να τους ενοχλήσουν.
Με κωδωνοκρουσία που γίνεται μόνο προς τιμήν υψηλών προσώπων μπήκα σ’ ένα μικρό προαύλιο, έπειτα κατεβήκαμε μια σκεπαστή ξύλινη σκάλα κι έβλεπα τώρα μπροστά μου σε μια αληθινή σπηλιά τη μικρή, πανάρχαια εκκλησούλα της Παναγίας με τις χαλασμένες τοιχογραφίες της. Μένει κανείς έκπληκτος για τη στενότητα του χώρου, όπου διάφορα κτίρια από ξύλο και πέτρα είναι βαλμένα το ένα πάνω στο άλλο και συνδέονται μεταξύ τους με σκάλες και γέφυρες. Το εσωτερικό της εκκλησούλας που είναι σχεδόν σκοτεινό φωτίζεται από κρεμαστούς ασημένιους πολυέλαιους. Οι μαυρισμένοι από τους καπνούς τοίχοι είναι ζωγραφισμένοι με εικόνες που δεν αναγνωρίζονται.
 
Η εικόνα του Ευαγγελιστή Λουκά
Σαν το πιο ακριβό ιερό θεωρούν μια εικόνα της Παναγίας με ασημένιο πλαίσιο που τη ζωγράφισε, όπως έχει παραδοθεί, ο ευαγγελιστής Λουκάς. Όπως φαίνεται καθαρά ο άγιος δεν ήταν κανένας καλλιτέχνης στη δουλειά του, ωστόσο ήταν πολύ προκομμένος γιατί, όπως λένε, είχε ζωγραφίσει εξήντα εικόνες της Παναγίας απ’ τις οποίες έχουν διασωθεί δυστυχώς μόνο τρεις: η μια στην Ελλάδα (στην Πελοπόννησο), η άλλη στην Κύπρο, κι έπειτα αυτή που του ήταν η πιο αγαπημένη και που την έφερνε, όπως λένε, πάντοτε μαζί του όπου πήγαινε. Λένε ακόμη πως η εικόνα κάνει θαύματα για όλων των ειδών τις αρρώστιες του σώματος και της ψυχής κι ότι από αιώνες έρχονται οι πιστοί απ’ ολόκληρη τη Μικρασία να την προσκυνήσουν και — αυτό που ενδιαφέρει κύρια τη μονή — να της κάνουν δωρεές. Τον τελευταίο καιρό δυστυχώς — μου έλεγε ο ξεναγός μου — η απιστία και η αθεΐα μεγάλωσε ενώ αντίθετα η ελεημοσύνη των ανθρώπων μίκρυνε, τα κριάρια πλήθυναν και τα πρόβατα ελαττώθηκαν. Όταν του απάντησα πως το μοναστήρι έχει βέβαια μεγάλη περιουσία, σταυροκοπήθηκε και μου είπε:
«Κύριε ελέησον! Έτσι ήταν πρώτα, τώρα όμως δεν πάμε καλά». Μιλώντας όμως έτσι έλεγε ανελέητα ψέματα που ίσως η ορθόδοξη καλογερική του συνείδηση να του το επέτρεπε βέβαια απέναντι ενός ανορθόδοξου προς όφελος της εκκλησίας. Έπειτα από το σήμα αυτό που μου έγινε με την πάσσαλο θεώρησα σωστό ν’ αγοράσω ένα χοντρό κερί που μου προσφέρθηκε. Έβαλα στο χέρι του οδηγού μου, που είχε απλωθεί δήθεν τυχαία δίπλα μου, ένα ασημένιο νόμισμα, διά της οποίας θεαρέστου πράξεως άλλαξε φανερά επί τα βελτίω η ψυχική διάθεση του ξεναγού.
 
Η ιστορία της εικόνας
Η ιστορία της εικόνας είναι στενά συνυφασμένη με την ιστορία της μονής. Σύμφωνα με τον θρύλο, άγγελοι απήγαγαν την εικόνα από το προηγούμενο εγκατοίκημά της στην Ακρόπολη των Αθηνών και την έφεραν εδώ πάνω από τη θάλασσα. Κατόπιν αποκάλυψε η Παναγία καθ’ ύπνον σε δυό ευσεβείς Αθηναίους, τους Σωφρόνιο και Βαρνάβα, τον τόπο όπου βρισκόταν η εικόνα και τους έδωσε την εντολή να πάνε να τη βρούνε. Και τη βρήκαν πράγματι μέσα στο δάσος του Πόντου μπροστά σε μια πέτρινη σπηλιά που τη διεύρυναν κι έκτισαν μέσα μια εκκλησούλα.
Τέτοια υπήρξε λοιπόν η αρχή της μονής της Παναγίας που πρώτα ήταν ένας μικρός τόπος προσκυνήματος κι έπειτα στα μέσα του δέκατου τέταρτου αιώνα επί του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού προικίσθηκε με διάφορα προνόμια κι έγινε γρήγορα ένδοξη με το μεγαλείο και τα πλούτη της.
Μονή και θαυματουργή εικόνα τα κατάφεραν πάντοτε να αλληλοπροστατεύονται. Όταν τον δωδέκατον αιώνα εισέβαλαν, μέσω Αρμενίας, άγριες ορδές Τουρκομάνων, έφτασαν και στην κοιλάδα Μεριαμανέ, επισήμαναν το μοναστήρι, του έκαναν έφοδο παρ’ όλη την ασφαλή του θέση και ήθελαν να το κάψουν. Δεν το κατόρθωσαν όμως. Η φωτιά δεν έπιασε γιατί δεν επιτρεπόταν στη μονή ν’ αφήσει την εικόνα της Παναγίας που διαφύλασσε να μείνει άστεγη. Έπειτ’ απ’ αυτό οι επιδρομείς άρπαξαν την εικόνα απ’ τον τοίχο, την έκαναν κομματάκια και τα πέταξαν στο ρυάκι Μεριαμανέ. Ωστόσο το ορμητικό ρυάκι δεν τα παρέσυρε στα νερά του αλλά τα κράτησε γερά και τα συναρμολόγησε, οπότε αργότερα ανέσυραν οι άγιοι πατέρες την εικόνα απ’ το ρυάκι και την έφεραν πάλι στην παλιά της θέση. Οι περιπέτειες αυτές αύξησαν τη θαυματουργή της δύναμη.
Στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα ξεκίνησε ο κραταιός σουλτάνος Μουράτ Δ΄ από την Τραπεζούντα για να κατακτήσει τη Βαγδάτη. Όταν ανέβηκε με τους σωματοφύλακές του την κοιλάδα της Μεριαμανέ — ο στρατός ακολούθησε τον μεγάλο δρόμο — είδε από την άλλη πλευρά του φαραγγιού τη μονή, πρόσταξε να παραδοθεί κι όταν οι μοναχοί αρνήθηκαν, τότε τη χτύπησε με τα κανόνια του από την απέναντι πλευρά. Και τότε έκανε η εικόνα το θαύμα της για το μοναστήρι. Τα βλήματα δεν έφταναν ως τα τείχη, αλλά εξασθενημένα από το άγιο πνεύμα έπεφταν πριν απ’ το στόχο τους στο φαράγγι —, μια διαδικασία άλλωστε πολύ φυσική, αν στο θρύλο υπάρχει πράγματι ένας πυρήνας αλήθειας, διότι η απόσταση για το βεληνεκές των τότε βλημάτων ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Ο σουλτάνος όμως έδειχνε πως κάτι το υπερφυσικό συμβαίνει στην περίπτωση αυτή. Υποκλίθηκε μπροστά στο θαύμα και όχι μόνο απέφυγε να καταστρέψει το μοναστήρι, αλλά και έκανε μάλιστα τάμα να χαρίσει στη μονή μετά τη νικηφόρα επιστροφή του πλούσια ασημένια σκεύη. Και αργότερα επίσης δώρισε στη μονή σκεύη, ωστόσο όχι ασημένια όπως είχε υποσχεθεί αλλά προς λύπην των μοναχών και απορίαν της εικόνας μόνο από μπακίρι. Πάντως έμεινε έκτοτε η μονή — μολονότι δεν ακούστηκε τίποτε πια για μεγάλα θαύματα, αν σκεφθούμε ότι με τον καιρό μεγάλωνε ολοένα ο αριθμός των απίστων — υπό την ειδική προστασία των οθωμανών αυτοκρατόρων κρατώντας την περιουσία και τα δίκαιά της.
 
Κειμήλια και λείψανα
Η εκκλησούλα περιέχει και άλλα αξιοθέατα πράγματα. Σε μια ασημένια θήκη βρίσκεται ένας σταυρός που τον δώρισε ο Μέγας Κομνηνός Μανουήλ Γ΄ (1390-1420), και που έχει — δεν ξέρουν όμως πια σε ποιο του σημείο ακριβώς — ένα κομματάκι ξύλο από τον σταυρό του Χριστού. Μου έδειξαν επίσης επίμονα και τον ασημένιο δίσκο πλάι, χωρίς όμως να δώσω εγώ — σοφά φερόμενος — σ’ αυτό το έργο τέχνης καμιά ιδιαίτερη σημασία. Έπειτα μου έδειξαν σ’ ένα κιβωτιάκι τα κρανία και τα χέρια των μοναχών Σωφρονίου και Βαρνάβα που κατοικούσαν πρώτα εδώ, καλλιτεχνικούς πολυέλαιους του σουλτάνου Σελίμ Α΄, μια σημαία με την εικόνα της Παναγίας και παλιά κεντήματα που, όπως έλεγαν, ήσαν χίλιων χρονών.
Έτσι είχε τελειώσει η επίσκεψη των θησαυρών της εκκλησίας και ήμουν πολύ ευχαριστημένος, γιατί μέσα στο ναΐδριο επικρατούσε — αντίθετα προς την κάψα του ήλιου έξω — ένα τέτοιο κρύο που χαιρόμουν να βγω στο ύπαιθρο.
Απέναντι από την πόρτα της εκκλησίας υψώνεται ένα μικρό κωδωνοστάσιο και δίπλα του υπάρχει μια σκοτεινή οπή με ένα στενό άνοιγμα. Ο μοναχός έλεγε πως εκεί μέσα κατοικούσαν επί αιώνες και μέχρι πριν από λίγα χρόνια ερημίτες, άγιοι άνθρωποι — και λέγοντας τούτο έκανε το σταυρό του — προς ιδίαν μετάνοιαν και σε αγώνα κατά του διαβόλου χάριν της αρετής. Μ' έπιασε φρίκη όταν μ’ ένα κερί φώτισε το εσωτερικό της τρύπας και είδα τους τοίχους που έσταζαν νερό και το ολισθηρό έδαφος, φρίκη μπρος από μια τέτοια μετανοούσα αρετή και επίδοση σε προσευχές. Αν είναι έτσι, τότε προτιμότερο στον φωτεινό, χαρούμενο κόσμο των αισθήσεων, γεμάτον όλες τις ανθρώπινες αμαρτίες και τα ελαττώματα, παρά κει μέσα εν πάση αρετή και ζωντανοπεθαμένος! Στο συμπέρασμα αυτό θα πρέπει να κατέληξαν με τον καιρό και άλλοι, αφού από πολλά χρόνια είναι το ερημητήριο άδειο. Αντ’ αυτού, και σύμφωνα μ’ όσα μου ‘λεγε ο οδηγός μου, ο οποίος σημειωθήτω εν παρόδω με κοίταζε γεμάτος δυσπιστία, κλείνονται εκεί μέσα ακόμη και σήμερα δαιμονισμένα άτομα για μια νύχτα για να παραδοθούν την άλλη μέρα το πρωί στους δικούς τους, αν όχι σ’ όλες τις περιπτώσεις — όπως εκφράσθηκε ο ξεναγός προσεκτικά —, πάντως στις περισσότερες ως θεραπευμένοι.
 
Στα κελλιά των μοναχών
Αυτόν τον καιρό φιλοξενεί το μοναστήρι μ’ επικεφαλής έναν ηγούμενο δεκαπέντε μοναχούς σε ξεχωριστά κελλιά που περνάνε προσευχόμενοι μια χαρισάμενη ζωή. Τα εισοδήματα της μονής που την ευνοούν, όπως αναφέραμε, και οι σουλτάνοι πρέπει να είναι πολύ μεγάλα, αλλά ο οδηγός μου παραπονιόταν επανειλημμένα — προφανώς για να κεντρίσει τη δωρητική μου δραστηριότητα— για φτώχεια και χαλεπούς καιρούς. Ο ίδιος του, έλεγε, είχε έρθει εδώ από το Άγιον Όρος πριν δώδεκα χρόνια και μπορεί να μετατεθεί κατ’ επιθυμίαν του όποτε θέλει —, δεν θέλει όμως, γιατί, όπως πρόσθεσε χαμογελώντας, εδώ στη Σουμελά είναι μεν άσχημα αλλά οπωσδήποτε πάντοτε καλύτερα από αλλού.
Στη συνέχεια επισκέφθηκα ο ίδιος τα κελλιά των μοναχών. Είναι γενικά φωτεινά δωματιάκια, σχεδόν χωρίς καθίσματα και αντ’ αυτού με πολλά μαξιλάρια και εν μέρει με αρκετά ωραία σκεπάσματα — δώρα ευσεβών προσκυνητών — κατάλληλα να προσφέρουν γαλήνη και περισυλλογή, και τα οποία ωστόσο το αίσθημα μιας ύποπτης φαγούρας που με είχε πιάσει μ’ άφησε να τα δω από κοντά μόνο επιπόλαια. Σ’ ένα από τα κελλιά μου πρόσφερε ο ευγενικός τρόφιμός του ένα φυσικά ακάθαρτο ποτήρι μ’ ένα ανοικτού χρώματος υγρό. Στην αρχή νόμισα πως ήταν νερό και δεν το πήρα αφού τον ευχαρίστησα. Όπως όμως διαπιστώθηκε, όταν χρειάσθηκε να το δοκιμάσω με πραγματικό αποτροπιασμό, δεν ήταν κανένα «κακό νερό», αλλά «θεϊκό νερό» δηλαδή ένα απαίσια δυνατό ρακί. Φαίνεται πως οι μοναχοί ακολουθώντας και τον κανονισμό της μονής στο άρθρο «Περί αδυναμίας του πνεύματος» δεν διάκεινται εν κρυπτώ καθόλου εχθρικά προς τις απολαύσεις της ζωής.
Είδα έναν άλλο μοναχό να ποτίζει λουλούδια που ήσαν μέσα σε μακρουλά ξύλινα κουτιά τοποθετημένα στο παράθυρο. Όταν εξέφρασα τον θαυμασμό μου για την καταπληκτική ποικιλία των φυτών και των ανθέων έβγαλε ο καλόγηρος με το χέρι του από ένα σακουλάκι μια φούχτα σπόρους και είπε πως απ’ αυτούς τους κόκκους που έδειχναν να μοιάζουν όλοι τους ολότελα και που τούς είχε εκείνος επίτηδες ανακατέψει, έβγαιναν όλα τα διάφορα λουλούδια του. Κάθε κόκκος, έλεγε, κρύβει κιόλας μέσα του το μελλοντικό λουλούδι από το φύτρο ως την άνθηση μέχρι την πιο μικρή λεπτομέρεια — δεν είναι αυτό ένα θαύμα; Είπε... Ναί, ω φιλόσοφε ντυμένε το ράσο, έχεις απόλυτα δίκιο. Και αυτό είναι ένα θαύμα και μάλιστα ένα από τα μεγαλύτερα της δημιουργίας.
 
Στον ξενώνα
Το σπίτι για τους προσκυνητές ή ο ξενώνας, όπως τον λένε, είχε κτισθεί μόλις τον τελευταίο καιρό. Από ένα είδος εξώστη με θαυμάσια θέα, μου έδειξαν στο απέναντι κάθετο βράχινο τοίχωμα το σημείο απ’ όπου — πράγμα των αδυνάτων!— είχαν χτυπήσει τα κανόνια του σουλτάνου Μουράτ τα τείχη της μονής, και θα τα είχαν ασφαλώς ρίξει αν τη δύναμη του μπαρουτιού δεν θα την είχε αδυνατίσει η χάρις της Παναγίας.
Τέλος μου πρόσφεραν στο «καλό δωμάτιο» του ξενώνα ένα πρόχειρο γεύμα που ομολογώ το νοσταλγούσα από πολύ ώρα γιατί αισθανόμουνα παρ’ όλα όσα είδα μια μεγάλη πείνα. Θα πρέπει να πω ότι η πολλαπλή εμπειρία μου με δίδαξε να είμαι δύσπιστος απέναντι στην καλογερική διατροφή, ιδιαίτερα απέναντι σ’ εκείνη που παρουσιάζουν στους επισκέπτες σαν απόδειξη ευσεβούς αυταπάρνησης. Παρά κάθε προσδοκία όμως αποδείχθηκαν αυτήν τη φορά τα συστατικά και η παρασκευή των μεζέδων πρώτης τάξεως. Ενώ εγώ έτρωγα είχαν σιγά-σιγά μαζευτεί όλοι οι καλόγηροι, εκτός από τον ηγούμενο που, όπως είπαμε, καταπολεμούσε την ποδάγρα του με προσευχές. Οι μοναχοί ζήτησαν συγγνώμη για την πενιχρότητα του φαγητού, λέγοντας ότι άλλοτε ήταν αλλιώτικα τα πράγματα —τότε θα μου πρόσφεραν κάτι καλύτερο. Ήταν τότε η εποχή που κατέβαιναν στο Τζεβιζλίκ εναλλάξ με γαϊδουράκια κι αγόραζαν εκεί όλα τ’ αναγκαία για τη διατροφή του σώματος και τ’ άλλα χρειαζούμενα. Ο τωρινός όμως ηγούμενος, ένας πολύ αυστηρός άνθρωπος, το θεωρεί ασύμφορο για τη σωτηρία της ψυχής τους να περιφέρονται μακριά απ’ τη μονή και δεν τους αφήνει πλέον να φύγουν. Γι’ αυτό και είναι τώρα εξαρτημένοι από τους χωρικούς και τα δώρα φιλεύσπλαχνων προσκυνητών, κι ότι κι αυτά γίνονται τώρα όλο και πιο σπάνια.
Έπειτ’ απ’ αυτά έβγαλα από την τσέπη μου δυό μετζιντιέ και μπροστά στα μάτια όλων τα έβαλα μεγαλόπρεπα πάνω στο τραπέζι. Κατά τις πέντε η ώρα ξεκίνησα. Ο ηγούμενος μου έστειλε από το κρεβάτι όπου κοιτόταν ένα μπουκαλάκι ρακί σκοτεινού χρώματος, καθώς και την ευλογία του ενώ οι εξαιρετικά οικείοι πλέον μοναχοί με συνόδευσαν όλοι μαζί ως την πύλη της μονής. Εκεί με περίμενε ο θυρωρός. Με άφησε να περάσω με ευσεβείς ευχές και με μια πολύ εύγλωττη, αδύνατο να παρερμηνευθεί, κίνηση του χεριού του. Η επίσκεψή μου είχε τελειώσει, η πύλη που από αιώνες δεν είχε αφήσει να περάσει μέσα καμιά νέα σκέψη έκλεισε πίσω μου.
 
Αποχαιρετισμός
Γρήγορα κατέβηκα τη σκάλα και συνέχισα με τα πόδια πάνω στο απότομο μονοπάτι μολονότι οι αγωγιάτες κουνούσαν (από απελπισία) το κεφάλι τους. Πονάνε όλα τα κόκαλα ενός βετεράνου ιππέα όταν βέβαια κατεβαίνει κατήφορο καβάλα στ’ άλογό του. Ο ήλιος βρίσκεται ακόμη ψηλά πάνω από τα βράχινα τοιχώματα αστραποβολώντας χρυσάφι, κάτω βαθιά φωτίζεται ακόμη το δάσος διαγώνια, αλλά η κοιλάδα είναι βυθισμένη πια στη σκιά.
Διασκελίζω τώρα με γενναία βήματα. Ρίχνω ένα βλέμμα πίσω στην οχυρωμένη μονή, με το εκκλησάκι της, το ερημητήριό της – ο θεός να με φυλάει από τέτοια αρετή! – τους άγιους ανθρώπους της και τους ανθρώπινους αγίους της – και, εμπρός μαρς! Στο σημείο εκείνο που είχα ξαποστάνει το πρωί και είχα ακούσει τη συναυλία των πουλιών, έβγαλα το μπουκαλάκι του ηγούμενου, ήπια λίγο και το πέταξα με το πρόστυχο περιεχόμενό του κάτω στο φαράγγι, όπως έκανε άλλοτε ο βασιλέας της Τούλης με το κύπελλο στη θάλασσα, αλλά όχι λυπημένος και όχι με την πρόθεση ν’ απέχω στο μέλλον απ’ το πιοτό.
Σιγά-σιγά βουβαίνονται τα πουλιά, το βράδυ αργομπαίνει στο σκοτάδι, τα δέντρα ενώνονται σε μαυριδερές μάζες. Σε λίγο απλώνεται παντού η γαλήνη.
Κατά τις εννιά το βράδυ έφτασαν στο Τζεβιζλίκ και στο «ξενοδοχείο» που δεν θα ‘θελα να το θυμάμαι. Ο αμαξάς που με περίμενε είχε τη γνώμη πως ήταν πολύ αργά για το αγώγι προς την Τραπεζούντα που θα κρατούσε δυόμισι ώρες. Αλλά εγώ δεν ήθελα ν’ ακούσω τίποτε απ’ όλ’ αυτά. «Κι αν ο κόσμος θα ‘ταν γεμάτος με διαόλους» – που λέει κι ο ποιητής – «δεύτερη νύχτα να περάσω εγώ στο Τζεβιζλίκ – ποτέ! Κι αν με κρεμάσουν ακόμη...».
Και πράγματι την ίδια νύχτα κιόλας έφτασε ο πεισματάρης αυτός Γερμανός στρατιωτικός στην πρωτεύουσα των Κομνηνών. Θα τον αφήσουμε να μας την περιγράψει κατά τον τρόπο του στο επόμενο διεξοδικό κεφάλαιο.
 
E.V. HOFFMEISTER, Durch Armenien. Eine Wanderung und Der Zug Xenophons bis zum Schwarzen Meere. Eine militär-geographische Studie, Leipzig und Berlin, 1911.
 
ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ, ΡΙΖΑ Μ’...
Η ζωντανή μαρτυρία του Γερμανού αντιστρατήγου Χόφμαϊστερ για την πρωτεύουσα των Κομνηνών 10 χρόνια πριν την Καταστροφή. – Τζεβιζλίκ – Τραπεζούντα. – Η θέση και η ιστορία της. – Οι τρεις εξώστες. – Τύποι του λιμανιού. – Το παλάτι των Κομνηνών. – Πλάτανα. – Αγία Σοφία. – Και ολίγη Κερασούντα...
 
Τζεβιζλίκ – Τραπεζούντα
«Ο δρόμος από το Τζεβιζλίκ (Καρυδιά) στην Τραπεζούντα είναι πολύ καλός. Η κοιλάδα του Ντεϊρμάν Ντερέ (του Πυξίτη) που είναι από τα αρχαία χρόνια περίφημη για την ευφορία της, διασχίζει κάθετα τη βορειότερη οροσειρά των βουνών του Πόντου με τα πλούσια δάση, κατεβαίνοντας σ’ ένα αδιάκοπο κατηφόρισμα ως τη θάλασσα. Από τα βραχώδη τοιχώματα κελαρύζουν τα κρυστάλλινα νερά των βουνών, μεθυστικά αρώματα ανθισμένων δέντρων γεμίζουν τον δροσερό αέρα της νύχτας. Το φεγγάρι δε φαίνεται, αλλά τ’ αστέρια φεγγοβολούν ολόλαμπρα από το βάθος τ’ ουρανού. Άσπρα εξοχικά σπίτια λαμπυρίζουν μέσα από τους ήρεμους θάμνους. Προσπερνάμε πολλά χωριά και αγροκτήματα, ερημικά κοιμητήρια με σκοτεινά κυπαρίσσια, μεγάλα καταλύματα καραβανιών. Η ώρα είναι περασμένη, κι όμως ο δρόμος είναι γεμάτος κίνηση μ’ οδοιπόρους – οι άνδρες είναι Έλληνες με τη γραφική τους ενδυμασία, οι γυναίκες με τα κοντά κόκκινα φορέματα και το κεφάλι τυλιγμένο στις πολύχρωμες μαντίλες, και τα καραβάνια. Όλοι τους αφού αναπαύτηκαν τις ζεστές ώρες, ξεκινούν τώρα με τη δροσιά για την πορεία τους. Θαυμάσιο πρέπει να είναι το ταξίδι τη μέρα με τον ήλιο, αλλά και τη νύχτα είναι επίσης ωραίο. Τα άλογα τρέχουν όσο μπορούν γιατί το ένστιχτο τούς λέει πως το τέλος του δρόμου πλησιάζει.
Έπειτα από κάτι λιγότερο από δυο ώρες κάνουμε στροφή γύρω από μια χαμηλή βουνοράχη που βρίσκεται κάθετα στο δρόμο μας. Άπειρα φώτα λαμποκοπούν μακριά στο βάθος και πάνω σε μια σκοτεινή επιφάνεια: είμαστε στην Τραπεζούντα, την παραθαλάσσια. Βρίσκω κατάλυμα σ’ ένα γερμανικό πανδοχείο. Άψογη καθαριότητα, Γερμανίδα ξενοδόχος, γερμανικό φαγητό και μια φιάλη σαμπάνιας – και βυθίζομαι στο μαλακό κρεβάτι στην αγκαλιά ενός ύπνου όμοιου με το θάνατο.
 
Ιστορία της Τραπεζούντας
ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ, η Τραπεζούς των αρχαίων και του Ξενοφώντα ιδρύθηκε τον έβδομο ή όγδοο αιώνα π.Χ. από τη Σινώπη, την αποικία των Μιλησίων, ή σωστότερα βέβαια εποικίσθηκε από Έλληνες αποίκους. Εδώ σταμάτησε ο Ξενοφών για να αναπαυθεί (με τους Μυρίους). Μετά τη συντριβή της βασιλείας του μεγάλου βασιλέα του Πόντου Μιθριδάτη από τις λεγεώνες του Λουκούλλου και του Πομπηίου (73-63 π.Χ.) μπήκε η Τραπεζούντα, όπως και η πόλη Παλμύρα, σε μια σχέση εξάρτησης από τη Ρώμη, κρατώντας ωστόσο την αυτονομία της, και εξελίχθηκε γρήγορα σε μια μεγάλη και πλούσια πολιτεία. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Τραϊανός (98-117 μ.Χ.), Αδριανός (117-138 μ.Χ.) και ιδιαίτερα ο Ιουστινιανός (483-565 μ.Χ.) έκαναν πολλά για τον εξωραϊσμό της Τραπεζούντας, αλλά και την υποβίβαζαν ολοένα και περισσότερο σε μια επαρχιακή πόλη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μεταβάλλοντάς τη σ’ ένα μεθοριακό φρούριο. Εν τω μεταξύ έπεσε μια φορά στα χέρια των Γότθων, όταν αυτοί την εποχή του αυτοκράτορα Βαλεριανού (253-260 μ.Χ.) ξεκινώντας από τη νότια Ρωσία πάνω στα ρηχά, επίπεδα αμάξια τους που προστατεύονταν κατά του αέρα και του καιρού μόνο με μια σκεπή, επέδραμαν στις ακτές του Πόντου λεηλατώντας και καταστρέφοντας την Τραπεζούντα ολότελα.
 
Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντος
Μετά την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας δια των σταυροφόρων της τετάρτης σταυροφορίας (1204 μ.Χ.) κατέφυγε ένας Αλέξιος από το γένος των Κομνηνών με τη μητέρα του Θάμαρ και μ’ ένα πλήθος τυχοδιωκτών στην Τραπεζούντα, έδωσε ο ίδιος στον εαυτό του τον τίτλο του Μεγάλου Κομνηνού και ίδρυσε εκεί ένα νέο κράτος κατά το βυζαντινό πρότυπο. Από δω κι έπειτα αρχίζει η λαμπρή περίοδος της Τραπεζούντας. Ζωηρή εμπορική κίνηση ιδιαίτερα με τους Γενοβέζους και τους Βενετσιάνους που έπαιζαν τότε τον κύριο ρόλο στην πρωτεύουσα των Κομνηνών, ένα εθιμοτυπικό της Αυλής γεμάτο πολυτέλεια και λάμψη, θαυμάσια κτίρια και η εξαιρετική τοποθεσία της έκαναν την Τραπεζούντα περίφημη στον τότε κόσμο και της προσέδωσαν τον τίτλο της «Βασίλισσας του Ευξείνου».
Η «Αυτοκρατορία της Τραπεζούντος» περιορίσθηκε εδαφικά στις γύρω πολύ εύφορες και πυκνοκατοικημένες παράκτιες περιοχές, έτσι δεν διέθετε ποτέ μεγάλη δύναμη και δεν απέκτησε στην ιστορία ποτέ μια ιδιαίτερη σημασία. Παρ’ όλα αυτά κατόρθωσε χάρη στην πλήρη απόφραξή της προς το νότο με τις σχεδόν ανυπέρβλητες οροσειρές να κρατηθεί στη ζωή επί 250 χρόνια, ως το 1461 όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ την κατέκτησε με έφοδο έπειτα από πολιορκία δυόμισι μηνών γεμάτη απώλειες. Ο νικητής, εξαγριωμένος από την πεισματάρικη αντίσταση, φέρθηκε ορθά-κοφτά. Οι πλούσιοι και οι αριστοκρατικές οικογένειες μεταφέρθηκαν σαν αιχμάλωτοι στο Βυζάντιο και ο τελευταίος Μέγας Κομνηνός Δαβίδ Α΄ εκτελέσθηκε στην Αδριανούπολη, οι πολίτες διανεμήθηκαν σαν σκλάβοι, ενώ στην πόλη άφησαν μόνο τα κατώτερα κοινωνικά στοιχεία και τους πιο φτωχούς. Αυτό υπήρξε το τέλος της ιστορίας της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας: διαγράφηκε από την τάξη των κρατών.
 
Οι Γερμανοί στην Τραπεζούντα
Για να μην περιορίσω ακόμη περισσότερο τον βραχύ χρόνο της παραμονής μου με κοινωνικές υποχρεώσεις, δεν προανήγγειλα την άφιξή μου στον βαλή της Τραπεζούντας. Θα πρέπει όμως να έφθασε κάποια σχετική είδηση στ’ αυτιά του γιατί έστειλε για να με καλωσορίσει τον πρώτο δραγουμάνο του και να με ρωτήσει τι επιθυμίες θα είχα. Αυτές φυσικά, μου μήνυσε ο δραγουμάνος, θα εκπληρωθούν σε ύψιστο βαθμό, μόνο να έχω την καλοσύνη να συγχωρήσω τον βαλή τον ίδιο αν με υποδέχεται όχι όπως ταιριάζει, επειδή είναι από πολύν καιρό άρρωστος και πρέπει να μείνει στο κρεβάτι.
Το Γερμανικό Ράιχ έχει στην Τραπεζούντα ελάχιστα εμπορικά συμφέροντα, γι’ αυτό και δεν έχει πολιτική αντιπροσωπία. Για τον λόγον αυτόν επισκέφθηκα εθιμοτυπικά την άλλη μέρα κιόλας τον καισαροβασιλικό γενικό πρόξενο της Αυστροουγγαρίας, έναν κύριο φον Μόριτς που διαμένει εδώ από πολλά χρόνια.
Με δέχτηκε στο σπίτι του κατά τον πιο υποχρεωτικό τρόπο, έθεσε στη διάθεσή μου για τις ημέρες της παραμονής μου στην Τραπεζούντα τον δραγουμάνο του κι έδωσε προς τιμήν μου ένα λαμπρό γεύμα στο οποίον είχαν κληθεί οι προσωπικότητες των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών. Οι τελευταίοι είχαν για μένα κατά τούτο σημασία ότι θα μου δινόταν η ευκαιρία να ενημερωθώ κι εδώ, σ’ έναν ελεύθερο διάλογο, για την επικρατούσα πολιτική ατμόσφαιρα που την ηύρα εγώ απόλυτα σύμφωνη μ’ εκείνη του Ερζερούμ.
 
Η θέση της Τραπεζούντας
Από τα αρχαία χρόνια αποτελεί η Τραπεζούντα με τους περίπου 50.000 κατοίκους της, απ’ τους οποίους οι μισοί είναι Τούρκοι, την αφετηρία της μεγάλης οδού των καραβανιών μέσω Ερζερούμ προς το Τέμπρις. Ο δρόμος αυτός έχει και σήμερα ακόμη, όπως είδαμε, πολύ ζωηρή κίνηση, μολονότι ένα μέγα μέρος των συγκοινωνιών με την Περσία τού αφαιρέθηκε δια των διακαυκασίων σιδηροδρόμων που τερματίζουν στη διαδρομή Πότι-Μπατούμ. Η θέση της Τραπεζούντας είναι πανέμορφη. Από μια ακτή με πολλούς όρμους, από τη βαθυγάλανη θάλασσα ανεβαίνει η πόλη από πλαγιές γεμάτες θέλγητρα σε υψώματα που βρίσκονται μπροστά από την επιβλητική σειρά των βουνών του Πόντου με τα πλούσια δάση. Το όλο πλαίσιο της ολόλαμπρης εικόνας, η πλούσια εναλλαγή των απόκρημνων βράχων και των χαραδρών που αποτελούν οι κοιλάδες, το παιγνίδι που δημιουργείται έτσι ανάμεσα στο φως και στη σκιά, και ο σχεδόν τροπικός χαρακτήρας του φυτικού κόσμου, θα πρέπει να προκαλούν σε κάθε θεατή, έστω κι αν έχει δει πάνω στον θαυμάσιο πλανήτη μας προηγουμένως πολλά πράγματα, μια αξέχαστη εντύπωση.
Από δυο βαθιά φαράγγια, που απέχουν μεταξύ τους 300-400 μέτρα, περικλείνεται μια στενή βραχώδης επιφάνεια. Έχει τη μορφή ενός ισοσκελούς τριγώνου που είναι στραμμένο προς το νότο, είναι τραπεζοειδές και κατεβαίνει ως τη θάλασσα πέφτοντας από τρεις διαδοχικές εξέδρες. Σ’ αυτήν την τραπεζοειδή επιφάνεια βρίσκεται το αρχαιότερο τμήμα της πόλης που ονομάζεται γι’ αυτό το λόγο Τραπεζούς, δηλαδή Τραπεζούπολις. Τα δυο φαράγγια που προαναφέραμε τα αυλακώνουν ρυάκια που κελαρύζουν κι είναι κατάφυτα από μυρτιές και δάφνες που ξεπετιούνται ψηλά από ανάμεσά τους σκοτεινά κυπαρίσσια και παχύκορμες συκιές. Όπως τα φαράγγια του Άρπα Τσάι και Καρς Τσάι προστάτευαν την πόλη Άνι με την παρόμοια μορφή, έτσι κι εδώ αποτελούσαν τα φαράγγια για την πόλη των Κομνηνών, οχυρωμένη με ισχυρά τείχη, στα παλιά χρόνια μια φυσική, για τα μαχητικά μέσα περασμένων εποχών, μια σχεδόν ανυπέρβλητη αμυντική γραμμή. Ανατολικά της παλιάς πόλης, που θυμίζει ακρόπολη, εκτείνονται, βαλμένα πιο χαμηλά, κατά μήκος της θάλασσας και γύρω από το ευρύχωρο νέο λιμάνι, τα παζάρια, και το ελληνικό τμήμα της πόλης με τον καλούμενο Φραγκομαχαλά.
 
Η θέα από το Μπόζ Τεπέ
Την καλύτερη και ωραιότερη γενική θέα της Τραπεζούντας προσφέρει ο λόφος Μπόζ Τεπέ, στο νότιο μέρος της πόλης, με το δυστυχώς απρόσιτο μοναστήρι καλογραιών της «θεοκαλύπτου Παναγίας» και το τζαμί των δερβίσηδων. Από κει πάνω βλέπει κανείς ακριβώς μπροστά του το νέο λιμάνι με τη ζωηρή κίνηση πολλών πλοίων, σε μικρή απόσταση αριστερά (προς δυσμάς) πάνω σ’ έναν κάβο τον ελληνικό καθεδρικό ναό, κι έπειτα ανεβαίνοντας από το παλιό λιμάνι προς τα νότια – την παλιά πόλη. Το νέο λιμάνι προχωρεί σαν όρμος ως τους πρόποδες του Μπόζ Τεπέ. Δίπλα σ’ αυτό υψώνονται τα γκρίζα τείχη των οχυρωματικών έργων που είχαν κτίσει οι Γενοβέζοι και που χρησιμοποιούνται τώρα σαν στρατώνες και οπλοστάσια. Όταν τα επισκέφθηκα έκαναν στο έμπεδο, δίπλα σε μια πυροβολαρχία του φρουρίου που τα κανόνια της ήσαν στραμμένα προς το λιμάνι –, ακριβώς εκείνη την ώρα ασκήσεις σκοποβολής, όμοια όπως σε μας σε χαλαρές γραμμές με άλματα προς τα μπροστά και πτώσεις πρηνηδόν. Ο νεαρός αξιωματικός που διηύθυνε τις ασκήσεις ήρθε αμέσως σε μένα, λέγοντάς μου να δείξω επιείκεια γιατί οι στρατιώτες ασκούνταν σε συνδυασμούς μόλις για τέταρτη φορά. Ο καθείς χωριστά κάνει καλά το καθήκον του, είπε, αλλά όλοι μαζί δεν τα καταφέρνουν ακόμη αρκετά. Με ρώτησε ακόμη αν θέλω να επισκεφθώ το οχυρό, οπότε θα με ξεναγούσε ευχαρίστως γιατί η υπηρεσία του τελείωσε. Είπα ευχαριστώντας όχι, για τους ίδιους λόγους όπως και σε άλλες περιπτώσεις. Πόσο όμως αλήθεια άλλαξαν οι συνθήκες στη σημερινή Τουρκία εν συγκρίσει προς άλλοτε, όταν ήδη η προσέγγιση ενός ξένου σε στρατώνες ή οχυρωματικά έργα προκαλούσε υποψίες και κινητοποιούσε μια ολόκληρη στρατιά αστυνομικών.
 
Τύποι του λιμανιού
Αμέσως μετά τον ελληνικό μητροπολιτικό ναό κατεβαίνουν τα μακρόσυρτα παζάρια προς το παλιό λιμάνι που αποτελεί τη στενή βόρεια πλευρά της παλιάς πόλης. Τα παζάρια, χωρισμένα κατά τα ανατολίτικα έθιμα σε δρόμους συντεχνιών, περιλαμβάνουν μεν διάφορα έργα χειροτεχνίας, καταναλώσιμα αγαθά και χρηστικά αντικείμενα, μεταξύ άλλων ωραία κομψοτεχνήματα από χρυσό και ασήμι —, δείχνοντας όμως ωστόσο δυνατή ευρωπαϊκή επίδραση και δεν προσφέρουν σ’ αυτόν που έρχεται από την Τιφλίδα ή το Ερζερούμ τίποτε το αξιόλογο.
Αντ’ αυτού αξίζει πολύ περισσότερο ένας περίπατος στο παλιό ψαρολίμανο όπου κινούνται μόνο βάρκες σε παράξενα σχήματα και μικρά ιστιοφόρα και παρουσιάζεται η λαϊκή ζωή στον θεατή σε όλη της τη φυσικότητα. Η ζωή σ’ ένα λιμάνι έχει για μένα παντού και πάντοτε μια ιδιαίτερη γοητεία, ειδικά σ’ ένα λιμάνι του Νότου ή της Ανατολής, όπου κάθε είδους δραστηριότητα εκφράζεται με πολύ θόρυβο και τα χρώματα μέσα στο εκθαμβωτικό φως αστραποβολούν περισσότερο παρά στις χώρες μας. Βρίσκει κανείς σ’ ένα τέτοιο λιμάνι θαυμάσιους λαϊκούς τύπους ανάμεσα στους ανθρώπους των καραβιών, των πωλητών, των ζητιάνων, μαστόρων και προπαντός ανάμεσα στους τούρκους αχθοφόρους, τους χαμάληδες, με τις γεροδεμένες μορφές τους, τα ηλιοκαμένα πρόσωπα με τις κοφτές κατατομές και τους γυμνούς αεικίνητους μυς που έχουν σφυρηλατηθεί με τη βαριά τους εργασία.
 
Οι τρεις εξώστες
Η παλιά πόλη, που την κατοικούν αποκλειστικά Τούρκοι, ανεβαίνει αρχίζοντας από το λιμάνι σε τρεις ταράτσες. Στη μεσαία βρίσκονται το Σεράι και το μεγάλο τέμενος Ορτά Χισσάρ ελ Τζαμί. Αυτό είχε κτισθεί επί Ιουστινιανού αρχικά σαν εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία τη Χρυσοκέφαλο, αργότερα μετατράπηκε σε τζαμί, οι τοιχογραφίες καλύφθηκαν με σουβά από τους μουσουλμάνους που είναι εχθροί των εικόνων και στη θέση του πλακωτού βυζαντινού κωδωνοστασίου μπήκε ο λυγερός αραβικός μιναρές. Η ωραία πύλη επισκιάζεται από θαυμάσια πλατάνια. Και το εσωτερικό είναι από αρχιτεκτονική άποψη πολύ ωραίο, αλλά το όλο κτίσμα έχει δυστυχώς στριμωχθεί έτσι μεταξύ των σπιτιών που να φαίνεται η αξία του πολύ λίγο.
Ο πιο ψηλός εξώστης περιλαμβάνει την ακρόπολη και το παλάτι των Κομνηνών. Μέσα από στενούς, ανηφορικούς, ανώμαλους δρομίσκους σκαρφαλώνει κανείς ψηλά και βρίσκεται γρήγορα ανάμεσα στα επιβλητικά χαλάσματα, σκεπασμένα με θάμνους, της άλλοτε ακρόπολης της Τραπεζούντας. Σ’ αυτήν αποσύρονταν οι κάτοικοι για να σωθούν από εχθρικές επιθέσεις, και όπου τώρα κατοικούν οι πιο φτωχοί, εκεί άλλοτε υψώνονταν παλάτια. Αυτοί είναι οι απόγονοι κείνων που ο Μωάμεθ ο Κατακτητής είχε επιτρέψει να μείνουν στην πόλη.
Η ακρόπολη ήταν προστατευμένη προς τα ανατολικά και δυτικά με τα φαράγγια, προς το βόρειο μέρος – κατά του μεσαίου εξώστη – με τη θέση του ύψους της και με οχυρωματικά έργα, τόσο κατά του εχθρού, όσο και κατά του ίδιου του λαού της που ο ανατολίτικος δεσποτισμός τον θεωρούσε, όπως είναι γνωστό, πάντοτε σαν τον πλησιέστερο εχθρό του.
Προς νότον υψώνεται η περιοχή προς την πλευρά των βουνών, όπου άλλοτε υπήρχε θέατρο και ιππόδρομος. Στο σημείο αυτό είναι η αδύνατη πλευρά της ακρόπολης και ακριβώς εδώ έγιναν όλες οι επιθέσεις των Γότθων, των Γεωργιανών, Σελτζούκων (Αλαεντίν Κεϊκομπάτ του Ικονίου), Τουρκομάνων και τελευταία του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ (του Κατακτητή). Από δω πήραν μεγάλες ποσότητες λίθων και τις χρησιμοποίησαν σε άλλα κτίσματα. Αλλά κι αυτά που έμειναν μαρτυρούν το μέγεθος των άλλοτε κτιρίων και το μεγαλείο τους.
 
Το παλάτι των Κομνηνών
Στην υψωμένη δυτική γωνιά των τειχών με το καστανωπό χρώμα, ανάμεσα στις μυρτιές, τις δάφνες, τα κυπαρίσσια, τις συκιές και τις ροδιές, υπάρχει ακόμη ένας τετραγωνικός πύργος με σπασμένα τα τόξα των παραθύρων του, που έμεινε όμως αβλαβής, βέβαια ετοιμόρροπος και γι’ αυτό με περιφραγμένη την είσοδό του με τοίχο. Εκεί ψηλά μπρος από τον πύργο, ασφαλώς 100 μέτρα πάνω από τον βυθό του δυτικού φαραγγιού, ξάπλωσα κι έβλεπα κάτω προς το παλάτι, το φρούριο, και την πόλη και τη θάλασσα – όλα λουσμένα στο κοκκινωπό φως του ήλιου που βασίλευε. Παντού προβάλλει ανάμεσα στα σπίτια και τους πράσινα πλαισιωμένους βράχους το άσπρο των ανθών, το αντιφέγγισμα των άσπρων πανιών τρεμοπαίζει πάνω στα κύματα, κι από την πόλη ανεβαίνουν προς τα ψηλά οι ήχοι από τετράφωνες καμπάνες: προμηνούν για μένα την άνοιξη.
Το παλάτι ήταν άλλοτε η έδρα ενός λαμπρού βασιλείου. Απ’ τα παράθυρα της αυτοκρατορικής αίθουσας χαιρέτιζαν οι πριγκίπισσες το θαυμάσιο τοπίο που απλωνόταν μπροστά τους. Ήσαν ξακουστές για την ομορφιά τους και τις ποθούσαν όλοι. Σ’ αυτές έρχονταν για να τις προσκυνήσουν, όπως στα παραμύθια, οι ηγεμόνες κι οι πρίγκιπες της Ανατολής, οι Βυζαντινοί, οι Πέρσες, οι Μογγόλοι κι οι Τουρκομάνοι. Εδώ πάνω βρισκόταν ο νυφικός κοιτώνας της πριγκιπέσας Κατερίνας, που με τη φήμη της ασύγκριτης ομορφιάς της είχε τυλίξει στις φλόγες του έρωτα ολάκερη την Ανατολή για ν’ ανεβεί τελικά, έπειτα από θαυμάσιες ερωτικές περιπέτειες σαν Δέσποινα Κατούν, το θρόνο της Περσίας. Και τι δεν έζησαν αυτά τα τείχη εδώ και χίλια χρόνια, σ’ ειρηνικούς καιρούς, πολέμους και βία, τι δεν είδαν, και τι δεν άκουσαν κάτω από τον ήλιο κι από το φως του φεγγαριού που ανάβει τον πόθο!
 
Ο Άγιος Ευγένιος
Ο λόφος Μπόζ Τεπέ αποτελούσε την εποχή της ειδωλολατρίας το κύριο ιερό της λατρείας του Μίθρα, των οργιαστικών εορτών μπροστά στον ιρανό θεό του ήλιου και του φωτός. Σ’ ένα υψωμένο σημείο υπήρχε αφιερωμένη στον Μίθρα μια στήλη με τη μορφή του. Όταν λοιπόν επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.) η αντίδραση της ειδωλολατρίας προκάλεσε μια γενική αιματηρή καταδίωξη της νέας αίρεσης, του χριστιανισμού, που τον θεωρούσε επικίνδυνο για το (ρωμαϊκό) κράτος —, τότε ένας πολίτης της Τραπεζούντας και κρυφός οπαδός του χριστιανισμού, ονόματι Ευγένιος, πήρε την απόφαση να γκρεμίσει κατά τη νύκτα τη στήλη του Μίθρα. Όμως κατά την εκτέλεση της απόφασής του τον έπιασαν και τον καταδίκασαν μαζί με δυο συντρόφους του στον διά λιθοβολισμού θάνατο. Αργότερα τον ανακήρυξαν σε Άγιο Ευγένιο. Με την ιδιότητά του αυτή κατόρθωνε σε καιρό πολέμου και ανάγκης να προσφέρει πολλές υπηρεσίες στην πατρίδα του, σε βαθμό που σιγά-σιγά τον ανεκήρυξαν οι Τραπεζούντιοι σ’ έναν εθνικό τους άγιο. Στη θέση όπου, κατά την παράδοση, είχε μαρτυρήσει έκτισαν οι ευσεβείς Μεγαλοκομνηνοί την εκκλησία του Αγίου Ευγενίου που μετατράπηκε αργότερα από τους Οσμανλήδες στο τέμενος της Γενή Τζουμά. Βαλμένη ανάμεσα σε δάφνες και συκιές, έχει έναν καθαρά βυζαντινό ρυθμό με ωραίο τρούλο που αφήνει να περνάει το φως.
 
Πλάτανα – Αγία Σοφία
Κάπου 15 χιλιόμετρα δυτικά της Τραπεζούντας βρίσκεται η χαρούμενη και εύπορη ελληνική πολίχνη Πλάτανα με το λιμάνι της. Ο καλός αμαξιτός δρόμος που οδηγεί εκεί διασχίζοντας μια ψηλή όχθη γεμάτη δέντρα και κήπους, περνάει από ένα ωραίο περίπτερο, μνημειακό τάφο ενός δολοφονημένου στρατηγού επί Χαμίτ, έπειτα από ειδυλλιακούς ησυχαστήριους τόπους με έξοχα κυπαρίσσια που υψώνονται σαν φρουροί δίπλα στους τάφους, προσπερνά στρατώνες και έμπεδα ασκήσεων και τελικά την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Η αρχαιότερη αυτή εκκλησία της Τραπεζούντας είχε κτισθεί στην υψωμένη ακτή της θάλασσας, κατά το πρότυπο της ομώνυμης αδελφής της στην Κωνσταντινούπολη, επί του Μεγάλου Κομνηνού Μανουήλ Α΄ κατά τον 13ο αιώνα. Αργότερα μετατράπηκε σε τζαμί που σήμερα, επειδή είναι ετοιμόρροπο, δεν χρησιμοποιείται – Άγια-Σοφιά τζαμί – και που κατά τον τελευταίο ρωσοτουρκικό πόλεμο και έπειτα απ’ αυτόν χρησιμοποιήθηκε για ένα χρονικό διάστημα σαν στρατιωτική αποθήκη. Έπειτα από επανειλημμένες ανακαινίσεις αποτελεί σήμερα αναμφισβήτητα ένα από τα ωραιότερα μνημεία βυζαντινής τέχνης. Η είσοδος έχει αποφραχθεί με τοίχο, η μονή έχει εγκαταλειφθεί, αλλά οι θεμέλιοι τοίχοι δείχνουν ακόμη καθαρά τις αρχικές διαστάσεις και τους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς. Σε απόσταση περίπου 30 μέτρων στο περιθώριο της ακτής υψώνεται σαν ένας φρουρός προχωρημένου φυλακίου, ένα τετραγωνικό κωδωνοστάσιο στην είσοδο του οποίου σκαρφάλωσα πάνω από μια χαλασμένη πέτρινη κλίμακα με τη βοήθεια μιας φορητής σκάλας και των παιδιών του χωριού που έπαιζαν εκεί κοντά. Η ξύλινη ελικοειδής σκάλα στο εσωτερικό που οδηγεί στην πλατφόρμα απ’ όπου, όπως μου είπαν πανηγυρικά, η θέα θα ήταν εξαίσια, αποδείχθηκε πως ήταν ακατάλληλη για να την ανεβεί κανείς: έχει γίνει ολόκληρη κομματάκια.
Η πολίχνη Πλάτανα βρίσκεται στην έξοδο από μια γραφική κοιλάδα που τη διασχίζει ο ποταμός Γκαλάμινα Ντερέ, μεταξύ της θάλασσας και κυματοειδών υψωμάτων με δάση, ανάμεσα σε ανθισμένους κήπους και πελώριες καστανιές. Μου είπαν πως για λόγους εδαφικών δυσκολιών θα μπορούσε ίσως η σιδηροδρομική γραμμή που σχεδιάζουν για το Ερζερούμ να ξεκινήσει από τα Πλάτανα αντί της Τραπεζούντας, πράγμα που φαίνεται να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον, γιατί το λιμάνι των Πλατάνων είναι αρκετά προστατευμένο και θα μπορούσε εύκολα να διευρυνθεί και να επεκταθεί.
 
Αποχαιρετισμός
Στις 17 Μαΐου (1911) το βράδυ εγκαταλείπω το λιμάνι της Τραπεζούντας. Ο χωρισμός μού είναι βαρύς. Γαλαζόμαυρος ο θόλος της νύχτας πάνω από τα σκοτεινά βουνά, φεγγοβολεί η πόλη καθώς απλώνεται σ’ όλη την ακτή και στα υψώματα ψηλά, η θάλασσα παίρνει βαθιές αναπνοές, τα φώτα τ’ ουρανού λάμπουν και πηδούν και παίζουν και σπινθηρίζουν πάνω στα κύματα. Το πελώριο πλοίο αρχίζει να τρέμει σιγά καθώς η βαριά προπέλα στριφογυρίζει στο νερό. Αφρίζουν τα κύματα που ξεδιπλώνονται και μια κάτασπρη ουρά σέρνεται από πίσω. Απ’ το βουνό κατεβαίνει το δροσερό αεράκι του δάσους και των ανθών το άρωμα.
 
Π. Κ. Ενεπεκίδη, Τραπεζούντα, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Τρία κέντρα του Μικρασιατικού Ελληνισμού, 1800-1923, Εκδόσεις Ωκεανίδα.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου