Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καθαίρω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καθαίρω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καθαίρω»
 
καθαίρω: εξαγνίζω, καθαρίζω κάτι, απαλλάσσω την χώρα από κάτι / εξαγνίζομαι
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
καθαίρω, καθαίρεις, καθαίρει, καθαίρομεν, καθαίρετε, καθαίρουσι(ν)
Υποτακτική
καθαίρω, καθαίρῃς, καθαίρῃ, καθαίρωμεν, καθαίρητε, καθαίρωσι(ν)
Ευκτική
καθαίροιμι, καθαίροις, καθαίροι, καθαίροιμεν, καθαίροιτε, καθαίροιεν
Προστακτική
---, κάθαιρε, καθαιρέτω, ---, καθαίρετε, καθαιρόντων ή καθαιρέτωσαν
Απαρέμφατο
καθαίρειν
Μετοχή
καθαίρων, καθαίρουσα, καθαίρον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐκάθαιρον, ἐκάθαιρες, ἐκάθαιρε, ἐκαθαίρομεν, ἐκαθαίρετε, ἐκάθαιρον
 
Μέλλοντας
Οριστική
καθαρῶ, καθαρεῖς, καθαρεῖ, καθαροῦμεν, καθαρεῖτε, καθαροῦσι(ν)
Ευκτική
καθαροῖμι ή καθαροίην, καθαροῖς ή καθαροίης, καθαροῖ ή καθαροίη, καθαροῖμεν, καθαροῖτε, καθαροῖεν
Απαρέμφατο
καθαρεῖν
Μετοχή
καθαρῶν, καθαροῦσα, καθαροῦν
 
Αόριστος
Οριστική
ἐκάθηρα, ἐκάθηρας, ἐκάθηρε(ν), ἐκαθήραμεν, ἐκαθήρατε, ἐκάθηραν
ή
ἐκάθαρα, ἐκάθαρας, ἐκάθαρε(ν), ἐκαθάραμεν, ἐκαθάρατε, ἐκάθαραν
Υποτακτική
καθήρω, καθήρῃς, καθήρῃ, καθήρωμεν, καθήρητε, καθήρωσι(ν)
ή
καθάρω, καθάρῃς, καθάρῃ, καθάρωμεν, καθάρητε, καθάρωσι(ν)
Ευκτική
καθήραιμι, καθήραις ή καθήρειας, καθήραι ή καθήρειε, καθήραιμεν, καθήραιτε, καθήραιεν ή ή καθήρειαν
ή
καθάραιμι, καθάραις ή καθάρειας, καθάραι ή καθάρειε, καθάραιμεν, καθάραιτε, καθάραιεν ή καθάρειαν
Προστακτική
---, κάθηρον, καθηράτω, ---, καθήρατε, καθηράντων ή καθηράτωσαν
ή
---, κάθαρον, καθαράτω, ---, καθάρατε, καθαράντων ή καθαράτωσαν
Απαρέμφατο
καθῆραι ή καθᾶραι
Μετοχή
καθήρας, καθήρασα, καθῆραν ή καθάρας, καθάρασα, καθᾶραν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεκάθαρκα, κεκάθαρκας, κεκάθαρκε, κεκαθάρκαμεν, κεκαθάρκατε, κεκαθάρκασι(ν)
 
Υποτακτική
κεκαθαρκὼς- κεκαθαρκυῖα- κεκαθαρκὸς ὦ
κεκαθαρκὼς- κεκαθαρκυῖα- κεκαθαρκὸς ᾖς
κεκαθαρκὼς- κεκαθαρκυῖα- κεκαθαρκὸς ᾖ
κεκαθαρκότες- κεκαθαρκυῖαι- κεκαθαρκότα ὦμεν
κεκαθαρκότες- κεκαθαρκυῖαι- κεκαθαρκότα ἦτε
κεκαθαρκότες- κεκαθαρκυῖαι- κεκαθαρκότα ὦσι
 
Ευκτική
κεκαθαρκὼς- κεκαθαρκυῖα- κεκαθαρκὸς εἴην
κεκαθαρκὼς- κεκαθαρκυῖα- κεκαθαρκὸς εἴης
κεκαθαρκὼς- κεκαθαρκυῖα- κεκαθαρκὸς εἴη
κεκαθαρκότες- κεκαθαρκυῖαι- κεκαθαρκότα εἶμεν
κεκαθαρκότες- κεκαθαρκυῖαι- κεκαθαρκότα εἶτε
κεκαθαρκότες- κεκαθαρκυῖαι- κεκαθαρκότα εἶεν
 
Προστακτική
---
κεκαθαρκὼς- κεκαθαρκυῖα- κεκαθαρκὸς ἴσθι
κεκαθαρκὼς- κεκαθαρκυῖα- κεκαθαρκὸς ἔστω
---
κεκαθαρκότες- κεκαθαρκυῖαι- κεκαθαρκότα ἔστε
κεκαθαρκότες- κεκαθαρκυῖαι- κεκαθαρκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
κεκαθαρκέναι
Μετοχή
κεκαθαρκώς- κεκαθαρκυῖα- κεκαθαρκός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
καθαίρομαι, καθαίρῃ ή καθαίρει, καθαίρεται, καθαιρόμεθα, καθαίρεσθε, καθαίρονται
Υποτακτική
καθαίρωμαι, καθαίρῃ, καθαίρηται, καθαιρώμεθα, καθαίρησθε, καθαίρωνται
Ευκτική
καθαιροίμην, καθαίροιο, καθαίροιτο, καθαιροίμεθα, καθαίροισθε, καθαίροιντο
Προστακτική
---, καθαίρου, καθαιρέσθω, ---, καθαίρεσθε, καθαιρέσθων ή καθαιρέσθωσαν
Απαρέμφατο
καθαίρεσθαι
Μετοχή
καθαιρόμενος, καθαιρομένη, καθαιρόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐκαθαιρόμην, ἐκαθαίρου, ἐκαθαίρετο, ἐκαθαιρόμεθα, ἐκαθαίρεσθε, ἐκαθαίροντο
 
Μέλλοντας Μέσος
Οριστική
καθαροῦμαι, καθαρῇ ή καθαρεῖ, καθαρεῖται, καθαρούμεθα, καθαρεῖσθε, καθαροῦνται
Ευκτική
καθαροίμην, καθαροῖο, καθαροῖτο, καθαροίμεθα, καθαροῖσθε, καθαροῖντο
Απαρέμφατο
καθαρεῖσθαι
Μετοχή
καθαρούμενος, καθαρουμένη, καθαρούμενον
 
Μέλλοντας Παθητικός
Οριστική
καθαρθήσομαι, καθαρθήσῃ ή καθαρθήσει, καθαρθήσεται, καθαρθησόμεθα, καθαρθήσεσθε, καθαρθήσονται
Ευκτική
καθαρθησοίμην, καθαρθήσοιο, καθαρθήσοιτο, καθαρθησοίμεθα, καθαρθήσοισθε, καθαρθήσοιντο
Απαρέμφατο
καθαρθήσεσθαι
Μετοχή
καθαρθησόμενος, καθαρθησομένη, καθαρθησόμενον
 
Αόριστος Μέσος
Οριστική
ἐκαθηράμην, ἐκαθήρω, ἐκαθήρατο, ἐκαθηράμεθα, ἐκαθήρασθε, ἐκαθήραντο
Υποτακτική
καθήρωμαι, καθήρῃ, καθήρηται, καθηρώμεθα, καθήρησθε, καθήρωνται
Ευκτική
καθηραίμην, καθήραιο, καθήραιτο, καθηραίμεθα, καθήραισθε, καθήραιντο
Προστακτική
---, κάθηραι, καθηράσθω, ---, καθήρασθε, καθηράσθων ή καθηράσθωσαν
Απαρέμφατο
καθήρασθαι
Μετοχή
καθηράμενος, καθηραμένη, καθηράμενον
 
Αόριστος Παθητικός (Α΄)
Οριστική
ἐκαθάρθην, ἐκαθάρθης, ἐκαθάρθη, ἐκαθάρθημεν, ἐκαθάρθητε, ἐκαθάρθησαν
Υποτακτική
καθαρθῶ, καθαρθῇς, καθαρθῇ, καθαρθῶμεν, καθαρθῆτε, καθαρθῶσι(ν)
Ευκτική
καθαρθείην, καθαρθείης, καθαρθείη, καθαρθείημεν ή καθαρθεῖμεν, καθαρθείητε ή καθαρθεῖτε, καθαρθείησαν ή καθαρθεῖεν
Προστακτική
---, καθάρθητι, καθαρθήτω, ---, καθάρθητε, καθαρθέντων ή καθαρθήτωσαν
Απαρέμφατο
καθαρθῆναι
Μετοχή
καθαρθείς, καθαρθεῖσα, καθαρθέν
 
Αόριστος Παθητικός (Β΄) (Διαθέτει μόνο Οριστική και Απαρέμφατο)
Οριστική
ἐκαθάρην, ἐκαθάρης, ἐκαθάρη, ἐκαθάρημεν, ἐκαθάρητε, ἐκαθάρησαν
Απαρέμφατο
καθαρῆναι
 
Παρακείμενος (Μέσος/Παθητικός)
Οριστική
κεκάθαρμαι, κεκάθαρσαι, κεκάθαρται, κεκαθάρμεθα, κεκάθαρσθε, κεκαθαρμένοι εἰσί
 
Υποτακτική
κεκαθαρμένος- κεκαθαρμένη- κεκαθαρμένον ὦ
κεκαθαρμένος- κεκαθαρμένη- κεκαθαρμένον ᾖς
κεκαθαρμένος- κεκαθαρμένη- κεκαθαρμένον ᾖ
κεκαθαρμένοι- κεκαθαρμέναι- κεκαθαρμένα ὦμεν
κεκαθαρμένοι- κεκαθαρμέναι- κεκαθαρμένα ἦτε
κεκαθαρμένοι- κεκαθαρμέναι- κεκαθαρμένα ὦσι
 
Ευκτική
κεκαθαρμένος- κεκαθαρμένη- κεκαθαρμένον εἴην
κεκαθαρμένος- κεκαθαρμένη- κεκαθαρμένον εἴης
κεκαθαρμένος- κεκαθαρμένη- κεκαθαρμένον εἴη
κεκαθαρμένοι- κεκαθαρμέναι- κεκαθαρμένα εἶμεν
κεκαθαρμένοι- κεκαθαρμέναι- κεκαθαρμένα εἶτε
κεκαθαρμένοι- κεκαθαρμέναι- κεκαθαρμένα εἶεν
 
Προστακτική
---, κεκάθαρσο, κεκαθάρθω, ---, κεκάθαρσθε, κεκαθάρθων
 
Απαρέμφατο
κεκαθάρθαι
Μετοχή
κεκαθαρμένος, κεκαθαρμένη, κεκαθαρμένον
 
Υπερσυντέλικος (Μέσος/Παθητικός)
Οριστική
ἐκεκαθάρμην, ἐκεκάθαρσο, ἐκεκάθαρτο, ἐκεκαθάρμεθα, ἐκεκάθαρσθε, κεκαθαρμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου