Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀρχέομαι - ὀρχοῦμαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὀρχέομαι - ὀρχοῦμαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ρχέομαι - ρχομαι»
 
ρχομαι: χορεύω
 
Ενεστώτας
Οριστική
ρχομαι, ρχ / ρχε, ρχεται, ρχούμεθα, ρχεσθε, ρχονται
Υποτακτική
ρχμαι, ρχ, ρχται, ρχώμεθα, ρχσθε, ρχνται
Ευκτική
ρχοίμην, ρχοο, ρχοτο, ρχοίμεθα, ρχοσθε, ρχοντο
Προστακτική
---, ρχο, ρχείσθω, ---, ρχεσθε, ρχείσθων
Απαρέμφατο
ρχεσθαι
Μετοχή
ρχούμενος
ρχουμένη
ρχούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ρχούμην, ρχο, ρχετο, ρχούμεθα, ρχεσθε, ρχοντο
 
Μέλλοντας (Μέσος)
Οριστική
ρχήσομαι, ρχήσ / ρχήσει, ρχήσεται, ρχησόμεθα, ρχήσεσθε, ρχήσονται
Ευκτική
ρχησοίμην, ρχήσοιο, ρχήσοιτο, ρχησοίμεθα, ρχήσοισθε, ρχήσοιντο
Απαρέμφατο
ρχήσεσθαι
Μετοχή
ρχησόμενος
ρχησομένη
ρχησόμενον
 
Αόριστος (Μέσος)
Οριστική
ρχησάμην, ρχήσω, ρχήσατο, ρχησάμεθα, ρχήσασθε, ρχήσαντο
Υποτακτική
ρχήσωμαι, ρχήσ, ρχήσηται, ρχησώμεθα, ρχήσησθε, ρχήσωνται
Ευκτική
ρχησαίμην, ρχήσαιο, ρχήσαιτο, ρχησαίμεθα, ρχήσαισθε, ρχήσαιντο
Προστακτική
---, ρχησαι, ρχησάσθω, ---, ρχήσασθε, ρχησάσθων ή ρχησάσθωσαν
Απαρέμφατο
ρχήσασθαι
Μετοχή
ρχησάμενος
ρχησαμένη
ρχησάμενον
 
Κλίση μετοχών
 
Μετοχή Ενεστώτα (ρχούμενος, ρχουμένη, ρχούμενον)
Αρσενικό
ρχούμενος, το ρχουμένου, τ ρχουμέν, τόν ρχούμενον, ρχούμενε
ο ρχούμενοι, τν ρχουμένων, τος ρχουμένοις, τούς ρχουμένους, ρχούμενοι
 
Θηλυκό
ρχουμένη, τς ρχουμένης, τ ρχουμέν, τήν ρχουμένην, ρχουμένη
α ρχούμεναι, τν ρχουμένων, τας ρχουμέναις, τάς ρχουμένας, ρχούμεναι
 
Ουδέτερο
τό ρχούμενον, το ρχουμένου, τ ρχουμέν, τό ρχούμενον, ρχούμενον
τά ρχούμενα, τν ρχουμένων, τος ρχουμένοις, τά ρχούμενα, ρχούμενα
 
Μετοχή Μέλλοντα (ρχησόμενος, ρχησομένη, ρχησόμενον)
Αρσενικό
ρχησόμενος, το ρχησομένου, τ ρχησομέν, τόν ρχησόμενον, ρχησόμενε
ο ρχησόμενοι, τν ρχησομένων, τος ρχησομένοις, τούς ρχησομένους, ρχησόμενοι
 
Θηλυκό
ρχησομένη, τς ρχησομένης, τ ρχησομέν, τήν ρχησομένην, ρχησομένη
α ρχησόμεναι, τν ρχησομένων, τας ρχησομέναις, τάς ρχησομένας, ρχησόμεναι
 
Ουδέτερο
τό ρχησόμενον, το ρχησομένου, τ ρχησομέν, τό ρχησόμενον, ρχησόμενον
τά ρχησόμενα, τν ρχησομένων, τος ρχησομένοις, τά ρχησόμενα, ρχησόμενα
 
Μετοχή Αορίστου (ρχησάμενος, ρχησαμένη, ρχησάμενον)
Αρσενικό
ρχησάμενος, το ρχησαμένου, τ ρχησαμέν, τόν ρχησάμενον, ρχησάμενε
ο ρχησάμενοι, τν ρχησαμένων, τος ρχησαμένοις, τούς ρχησαμένους, ρχησάμενοι
 
Θηλυκό
ρχησαμένη, τς ρχησαμένης, τ ρχησαμέν, τήν ρχησαμένην, ρχησαμένη
α ρχησάμεναι, τν ρχησαμένων, τας ρχησαμέναις, τάς ρχησαμένας, ρχησάμεναι
 
Ουδέτερο
τό ρχησάμενον, το ρχησαμένου, τ ρχησαμέν, τό ρχησάμενον, ρχησάμενον
τά ρχησάμενα, τν ρχησαμένων, τος ρχησαμένοις, τά ρχησάμενα, ρχησάμενα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου