Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «νομοθετέω - νομοθετῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «νομοθετέω - νομοθετῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «νομοθετέω - νομοθετ»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
νομοθετ, νομοθετες, νομοθετε, νομοθετομεν, νομοθετετε, νομοθετοσι(ν)
Υποτακτική
νομοθετ, νομοθετς, νομοθετ, νομοθετμεν, νομοθεττε, νομοθετσι(ν)
Ευκτική
νομοθετοίμι, νομοθετος, νομοθετο (ή νομοθετοίην, νομοθετοίης, νομοθετοίη), νομοθετομεν, νομοθετοτε, νομοθετοεν
Προστακτική
---, νομοθέτει, νομοθετείτω, ---, νομοθετετε, νομοθετούντων
Απαρέμφατο
νομοθετεν
Μετοχή
νομοθετν, νομοθετοσα, νομοθετον
 
Παρατατικός
Οριστική
νομοθέτουν, νομοθέτεις, νομοθέτει, νομοθετομεν, νομοθετετε, νομοθέτουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
νομοθετήσω, νομοθετήσεις, νομοθετήσει, νομοθετήσομεν, νομοθετήσετε, νομοθετήσουσι(ν)
Ευκτική
νομοθετήσοιμι, νομοθετήσοις, νομοθετήσοι, νομοθετήσοιμεν, νομοθετήσοιτε, νομοθετήσοιεν
Απαρέμφατο
νομοθετήσειν
Μετοχή
νομοθετήσων, νομοθετήσουσα, νομοθετήσον
 
Αόριστος
Οριστική
νομοθέτησα, νομοθέτησας, νομοθέτησε(ν), νομοθετήσαμεν, νομοθετήσατε, νομοθέτησαν
Υποτακτική
νομοθετήσω, νομοθετήσς, νομοθετήσ, νομοθετήσωμεν, νομοθετήσητε, νομοθετήσωσι(ν)
Ευκτική
νομοθετήσαιμι, νομοθετήσαις (και νομοθετήσειας), νομοθετήσαι (και νομοθετήσειε), νομοθετήσαιμεν, νομοθετήσαιτε, νομοθετήσαιεν (και νομοθετήσειαν)
Προστακτική
---, νομοθέτησον, νομοθετησάτω, ---, νομοθετήσατε, νομοθετησάντων (ή νομοθετησάτωσαν)
Απαρέμφατο
νομοθετσαι
Μετοχή
νομοθετήσας, νομοθετήσασα, νομοθετσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
νενομοθέτηκα, νενομοθέτηκας, νενομοθέτηκε, νενομοθετήκαμεν, νενομοθετήκατε, νενομοθετήκασι(ν)
 
Υποτακτική
νενομοθετηκώς- νενομοθετηκυα- νενομοθετηκός
νενομοθετηκώς- νενομοθετηκυα- νενομοθετηκός ς
νενομοθετηκώς- νενομοθετηκυα- νενομοθετηκός
νενομοθετηκότες- νενομοθετηκυαι- νενομοθετηκότα μεν
νενομοθετηκότες- νενομοθετηκυαι- νενομοθετηκότα τε
νενομοθετηκότες- νενομοθετηκυαι- νενομοθετηκότα σι
 
Ευκτική
νενομοθετηκώς- νενομοθετηκυα- νενομοθετηκός εην
νενομοθετηκώς- νενομοθετηκυα- νενομοθετηκός εης
νενομοθετηκώς- νενομοθετηκυα- νενομοθετηκός εη
νενομοθετηκότες- νενομοθετηκυαι- νενομοθετηκότα εμεν (ή εημεν)
νενομοθετηκότες- νενομοθετηκυαι- νενομοθετηκότα ετε (ή εητε)
νενομοθετηκότες- νενομοθετηκυαι- νενομοθετηκότα εεν (ή εησαν)
 
Προστακτική
---
νενομοθετηκώς- νενομοθετηκυα- νενομοθετηκός σθι
νενομοθετηκώς- νενομοθετηκυα- νενομοθετηκός στω
---
νενομοθετηκότες- νενομοθετηκυαι- νενομοθετηκότα στε
νενομοθετηκότες- νενομοθετηκυαι- νενομοθετηκότα στων
 
Απαρέμφατο
νενομοθετηκέναι
Μετοχή
νενομοθετηκώς, νενομοθετηκυα, νενομοθετηκός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
νομοθετομαι, νομοθετ (και νομοθετε), νομοθετεται, νομοθετούμεθα, νομοθετεσθε, νομοθετονται
Υποτακτική
νομοθετμαι, νομοθετ, νομοθετται, νομοθετώμεθα, νομοθετσθε, νομοθετνται
Ευκτική
νομοθετοίμην, νομοθετοο, νομοθετοτο, νομοθετοίμεθα, νομοθετοσθε, νομοθετοντο
Προστακτική
---, νομοθετο, νομοθετείσθω, ---, νομοθετεσθε, νομοθετείσθων
Απαρέμφατο
νομοθετεσθαι
Μετοχή
νομοθετούμενος
νομοθετουμένη
νομοθετούμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
νομοθετησάμην, νομοθετήσω, νομοθετήσατο, νομοθετησάμεθα, νομοθετήσασθε, νομοθετήσαντο
Υποτακτική
νομοθετήσωμαι, νομοθετήσ, νομοθετήσηται, νομοθετησώμεθα, νομοθετήσησθε, νομοθετήσωνται
Ευκτική
νομοθετησαίμην, νομοθετήσαιο, νομοθετήσαιτο, νομοθετησαίμεθα, νομοθετήσαισθε, νομοθετήσαιντο
Προστακτική
---, νομοθέτησαι, νομοθετησάσθω, ---, νομοθετήσασθε, νομοθετησάσθων (ή νομοθετησάσθωσαν)
Απαρέμφατο
νομοθετήσασθαι
Μετοχή
νομοθετησάμενος
νομοθετησαμένη
νομοθετησάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
νομοθετήθην, νομοθετήθης, νομοθετήθη, νομοθετήθημεν, νομοθετήθητε, νομοθετήθησαν
Υποτακτική
νομοθετηθ, νομοθετηθς, νομοθετηθ, νομοθετηθμεν, νομοθετηθτε, νομοθετηθσι(ν)
Ευκτική
νομοθετηθείην, νομοθετηθείης, νομοθετηθείη, νομοθετηθεμεν, νομοθετηθετε, νομοθετηθεεν
Προστακτική
---, νομοθετήθητι, νομοθετηθήτω, ---, νομοθετήθητε, νομοθετηθέντων (ή νομοθετηθήτωσαν)
Απαρέμφατο
νομοθετηθναι
Μετοχή
νομοθετηθείς
νομοθετηθεσα
νομοθετηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
νενομοθέτημαι, νενομοθέτησαι, νενομοθέτηται, νενομοθετήμεθα, νενομοθέτησθε, νενομοθέτηνται
 
Υποτακτική
νενομοθετημένος- νενομοθετημένη-νενομοθετημένον
νενομοθετημένος- νενομοθετημένη-νενομοθετημένον ς
νενομοθετημένος- νενομοθετημένη-νενομοθετημένον
νενομοθετημένοι- νενομοθετημέναι-νενομοθετημένα μεν
νενομοθετημένοι- νενομοθετημέναι-νενομοθετημένα τε
νενομοθετημένοι- νενομοθετημέναι-νενομοθετημένα σι
 
Ευκτική
νενομοθετημένος- νενομοθετημένη-νενομοθετημένον εην
νενομοθετημένος- νενομοθετημένη-νενομοθετημένον εης
νενομοθετημένος- νενομοθετημένη-νενομοθετημένον εη
νενομοθετημένοι- νενομοθετημέναι-νενομοθετημένα εμεν (ή εημεν)
νενομοθετημένοι- νενομοθετημέναι-νενομοθετημένα ετε (ή εητε)
νενομοθετημένοι- νενομοθετημέναι-νενομοθετημένα εεν (ή εησαν)
 
Προστακτική
---, νενομοθέτησο, νενομοθετήσθω, --- νενομοθέτησθε, νενομοθετήσθων
 
Απαρέμφατο
νενομοθετσθαι
Μετοχή
νενομοθετημένος,
νενομοθετημένη,
νενομοθετημένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου