Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «νοσέω - νοσῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «νοσέω - νοσῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Gaby Grohovaz
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «νοσέω - νοσ»
 
νοσ: είμαι ασθενής, πάσχω
 
Ενεστώτας
Οριστική
νοσ, νοσες, νοσε, νοσομεν, νοσετε, νοσοσι(ν)
Υποτακτική
νοσ, νοσς, νοσ, νοσμεν, νοστε, νοσσι(ν)
Ευκτική
νοσομι, νοσος, νοσο (ή νοσοίην, νοσοίης, νοσοίη), νοσομεν, νοσοτε, νοσοεν
Προστακτική
---, νόσει, νοσείτω, ---, νοσετε, νοσούντων
Απαρέμφατο
νοσεν
Μετοχή
νοσν, νοσοσα, νοσον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
νοσν, το νοσοντος, τ νοσοντι, τν νοσοντα, νοσν
ο νοσοντες, τν νοσούντων, τος νοσοσι, τος νοσοντας, νοσοντες
 
Θηλυκό
νοσοσα, τς νοσούσης, τ νοσούσ, τν νοσοσαν, νοσοσα
α νοσοσαι, τν νοσουσν, τας νοσούσαις, τς νοσούσας, νοσοσαι
 
Ουδέτερο
τ νοσον, το νοσοντος, τ νοσοντι, τ νοσον, νοσον
τ νοσοντα, τν νοσούντων, τος νοσοσι, τ νοσοντα, νοσοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
νόσουν, νόσεις, νόσει, νοσομεν, νοσετε, νόσουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
νοσήσω, νοσήσεις, νοσήσει, νοσήσομεν, νοσήσετε, νοσήσουσι(ν)
Ευκτική
νοσήσοιμι, νοσήσοις, νοσήσοι, νοσήσοιμεν, νοσήσοιτε, νοσήσοιεν
Απαρέμφατο
νοσήσειν
Μετοχή
νοσήσων, νοσήσουσα, νοσσον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
νοσήσων, το νοσήσοντος, τ νοσήσοντι, τν νοσήσοντα, νοσήσων
ο νοσήσοντες, τν νοσησόντων, τος νοσήσουσι, τος νοσήσοντας, νοσήσοντες
 
Θηλυκό
νοσήσουσα, τς νοσησούσης, τ νοσησούσ, τν νοσήσουσαν, νοσήσουσα
α νοσήσουσαι, τν νοσησουσν, τας νοσησούσαις, τς νοσησούσας, νοσήσουσαι
 
Ουδέτερο
τ νοσσον, το νοσήσοντος, τ νοσήσοντι, τ νοσσον, νοσσον
τ νοσήσοντα, τν νοσησόντων, τος νοσήσουσι, τ νοσήσοντα, νοσήσοντα
 
Αόριστος
Οριστική
νόσησα, νόσησας, νόσησε(ν), νοσήσαμεν, νοσήσατε, νόσησαν
Υποτακτική
νοσήσω, νοσήσς, νοσήσ, νοσήσωμεν, νοσήσητε, νοσήσωσι(ν)
Ευκτική
νοσήσαιμι, νοσήσαις (ή νοσήσειας), νοσήσαι (ή νοσήσειε[ν]), νοσήσαιμεν, νοσήσαιτε, νοσήσαιεν (ή νοσήσειαν)
Προστακτική
---, νόσησον, νοσησάτω, ---, νοσήσατε, νοσησάντων (ή νοσησάτωσαν)
Απαρέμφατο
νοσσαι
Μετοχή
νοσήσας, νοσήσασα, νοσσαν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
νοσήσας, το νοσήσαντος, τ νοσήσαντι, τν νοσήσαντα, νοσήσας
ο νοσήσαντες, τν νοσησάντων, τος νοσήσασι, τος νοσήσαντας, νοσήσαντες
 
Θηλυκό
νοσήσασα, τς νοσησάσης, τ νοσησάσ, τν νοσήσασαν, νοσήσασα
α νοσήσασαι, τν νοσησασν, τας νοσησάσαις, τς νοσησάσας, νοσήσασαι
 
Ουδέτερο
τ νοσσαν, το νοσήσαντος, τ νοσήσαντι, τ νοσσαν, νοσσαν
τ νοσήσαντα, τν νοσησάντων, τος νοσήσασι, τ νοσήσαντα, νοσήσαντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
νενόσηκα, νενόσηκας, νενόσηκε(ν), νενόσηκαμεν, νενόσηκατε, νενόσηκασι(ν)
 
Υποτακτική
νενοσηκς - νενοσηκυα - νενοσηκς
νενοσηκς - νενοσηκυα - νενοσηκς ς
νενοσηκς - νενοσηκυα - νενοσηκς
νενοσηκότες - νενοσηκυαι - νενοσηκότα μεν
νενοσηκότες - νενοσηκυαι - νενοσηκότα τε
νενοσηκότες - νενοσηκυαι - νενοσηκότα σι(ν)
 
Ευκτική
νενοσηκς - νενοσηκυα - νενοσηκς εην
νενοσηκς - νενοσηκυα - νενοσηκς εης
νενοσηκς - νενοσηκυα - νενοσηκς εη
νενοσηκότες - νενοσηκυαι - νενοσηκότα εμεν
νενοσηκότες - νενοσηκυαι - νενοσηκότα ετε
νενοσηκότες - νενοσηκυαι - νενοσηκότα εεν
 
Προστακτική
---
νενοσηκς - νενοσηκυα - νενοσηκς σθι
νενοσηκς - νενοσηκυα - νενοσηκς στω
---
νενοσηκότες - νενοσηκυαι - νενοσηκότα στε
νενοσηκότες - νενοσηκυαι - νενοσηκότα στων
 
Απαρέμφατο
νενοσηκέναι
Μετοχή
νενοσηκώς, νενοσηκυα, νενοσηκός
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
νενοσηκώς, το νενοσηκότος, τ νενοσηκότι, τν νενοσηκότα, νενοσηκώς
ο νενοσηκότες, τν νενοσηκότων, τος νενοσηκόσι, τος νενοσηκότας, νενοσηκότες
 
Θηλυκό
νενοσηκυα, τς νενοσηκυίας, τ νενοσηκυί, τν νενοσηκυαν, νενοσηκυα
α νενοσηκυαι, τν νενοσηκυιν, τας νενοσηκυίαις, τς νενοσηκυίας, νενοσηκυαι
 
Ουδέτερο
τ νενοσηκός, το νενοσηκότος, τ νενοσηκότι, τ νενοσηκός, νενοσηκός
τ νενοσηκότα, τν νενοσηκότων, τος νενοσηκόσι, τ νενοσηκότα, νενοσηκότα
 
ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ
Ενεστώτας (μόνο μετοχή)
Μετοχή
νοσούμενος, νοσουμένη, νοσούμενον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου