Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εἰκάζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εἰκάζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εκάζω»
 
εκάζω: απεικονίζω, παρομοιάζω, παραβάλλω, συμπεραίνω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
εκάζω, εκάζεις, εκάζει, εκάζομεν, εκάζετε, εκάζουσι(ν)
Υποτακτική
εκάζω, εκάζς, εκάζ, εκάζωμεν, εκάζητε, εκάζωσι(ν)
Ευκτική
εκάζοιμι, εκάζοις, εκάζοι, εκάζοιμεν, εκάζοιτε, εκάζοιεν
Προστακτική
---, εκαζε, εκαζέτω, ---, εκάζετε, εκαζόντων (ή εκαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
εκάζειν
Μετοχή
εκάζων, εκάζουσα, εκάζον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
εκάζων, το εκάζοντος, τ εκάζοντι, τόν εκάζοντα, εκάζων
ο εκάζοντες, τν εκαζόντων, τος εκάζουσι, τούς εκάζοντας, εκάζοντες
 
Θηλυκό
εκάζουσα, τς εκαζούσης, τ εκαζούσ, τήν εκάζουσαν, εκάζουσα
α εκάζουσαι, τν εκαζουσν, τας εκαζούσαις, τάς εκαζούσας, εκάζουσαι
 
Ουδέτερο
τό εκάζον, το εκάζοντος, τ εκάζοντι, τό εκάζον, εκάζον
τά εκάζοντα, τν εκαζόντων, τος εκάζουσι, τά εκάζοντα, εκάζοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
εκαζον, εκαζες, εκαζε, εκάζομεν, εκάζετε, εκαζον  
& καζον, καζες, καζε, κάζομεν, κάζετε, καζον
 
Μέλλοντας (μέσος ως ενεργητικός)
Οριστική
εκάσομαι, εκάσ (ή εκάσει), εκάσεται, εκασόμεθα, εκάσεσθε, εκάσονται
Ευκτική
εκασοίμην, εκάσοιο, εκάσοιτο, εκασοίμεθα, εκάσοισθε, εκάσοιντο
Απαρέμφατο
εκάσεσθαι
Μετοχή
εκασόμενος, εκασομένη, εκασόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
εκασα, εκασας, εκασε(ν), εκάσαμεν, εκάσατε, εκασαν
& κασα, κασας, κασε(ν), κάσαμεν, κάσατε, κασαν
Υποτακτική
εκάσω, εκάσς, εκάσ, εκάσωμεν, εκάσητε, εκάσωσι(ν)
Ευκτική
εκάσαιμι, εκάσαις ή εκάσειας, εκάσαι ή εκάσειε(ν), εκάσαιμεν, εκάσαιτε, εκάσαιεν ή εκάσειαν
Προστακτική
---, εκασον, εκασάτω, ---, εκάσατε, εκασάντων (ή εκασάτωσαν)
Απαρέμφατο
εκάσαι
Μετοχή
εκάσας, εκάσασα, εκάσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εκακα, εκακας, εκακε, εκάκαμεν, εκάκατε, εκάκασι(ν) (ή περιφραστικά: εκάσας χω)
 
Υποτακτική
εκακώς- εκακυα- εκακός
εκακώς- εκακυα- εκακός ς
εκακώς- εκακυα- εκακός
εκακότες- εκακυαι- εκακότα μεν
εκακότες- εκακυαι- εκακότα τε
εκακότες- εκακυαι- εκακότα σι(ν)
 
Ευκτική
εκακώς- εκακυα- εκακός εην
εκακώς- εκακυα- εκακός εης
εκακώς- εκακυα- εκακός εη
εκακότες- εκακυαι- εκακότα εημεν (εμεν)
εκακότες- εκακυαι- εκακότα εητε (ετε)
εκακότες- εκακυαι- εκακότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
εκακώς- εκακυα- εκακός σθι
εκακώς- εκακυα- εκακός στω
---
εκακότες- εκακυαι- εκακότα στε
εκακότες- εκακυαι- εκακότα στων
 
Απαρέμφατο
εκακέναι
Μετοχή
εκακώς- εκακυα- εκακός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
εκάσας εχον, εκάσας εχες, εκάσας εχε, εκάσαντες εχομεν, εκάσαντες εχετε, εκάσαντες εχον
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
εκάζομαι, εκάζ (ή εκάζει), εκάζεται, εκαζόμεθα, εκάζεσθε, εκάζονται
Υποτακτική
εκάζωμαι, εκάζ, εκάζηται, εκαζώμεθα, εκάζησθε, εκάζωνται
Ευκτική
εκαζοίμην, εκάζοιο, εκάζοιτο, εκαζοίμεθα, εκάζοισθε, εκάζοιντο
Προστακτική
---, εκάζου, εκαζέσθω, ---, εκάζεσθε, εκαζέσθων (ή εκαζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
εκάζεσθαι
Μετοχή
εκαζόμενος
εκαζομένη
εκαζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
εκαζόμην, εκάζου, εκάζετο, εκαζόμεθα, εκάζεσθε, εκάζοντο  
& καζόμην, κάζου, κάζετο, καζόμεθα, κάζεσθε, κάζοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας Α΄
Οριστική
εκασθήσομαι, εκασθήσ (ή εκασθήσει), εκασθήσεται, εκασθησόμεθα, εκασθήσεσθε, εκασθήσονται
Ευκτική
εκασθησοίμην, εκασθήσοιο, εκασθήσοιτο, εκασθησοίμεθα, εκασθήσοισθε, εκασθήσοιντο
Απαρέμφατο
εκασθήσεσθαι
Μετοχή
εκασθησόμενος
εκασθησομένη
εκασθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
εκάσθην, εκάσθης, εκάσθη, εκάσθημεν, εκάσθητε, εκάσθησαν  
& κάσθην, κάσθης, κάσθη, κάσθημεν, κάσθητε, κάσθησαν
Υποτακτική
εκασθ, εκασθς, εκασθ, εκασθμεν, εκασθτε, εκασθσι(ν)
Ευκτική
εκασθείην, εκασθείης, εκασθείη, εκασθείημεν (ή εκασθεμεν), εκασθείητε (ή εκασθετε), εκασθείησαν (ή εκασθεεν)
Προστακτική
---, εκάσθητι, εκασθήτω, ---, εκάσθητε, εκασθέντων (ή εκασθήτωσαν)
Απαρέμφατο
εκασθναι
Μετοχή
εκασθείς
εκασθεσα
εκασθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
εκασθείς, το εκασθέντος, τ εκασθέντι, τόν εκασθέντα, εκασθείς
ο εκασθέντες, τν εκασθέντων, τος εκασθεσι, τούς εκασθέντας, εκασθέντες
 
Θηλυκό
εκασθεσα, τς εκασθείσης, τ εκασθείσ, τήν εκασθεσαν, εκασθεσα
α εκασθεσαι, τν εκασθεισν, τας εκασθείσαις, τάς εκασθείσας, εκασθεσαι
 
Ουδέτερο
τό εκασθέν, το εκασθέντος, τ εκασθέντι, τό εκασθέν, εκασθέν
τά εκασθέντα, τν εκασθέντων, τος εκασθεσι, τά εκασθέντα, εκασθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
εκασμαι, εκασαι, εκασται, εκάσμεθα, εκασθε, εκασμένοι εσί(ν)
& κασμαι, κασαι, κασται, κάσμεθα, κασθε, εκασμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
εκασμένος- εκασμένη- εκασμένον
εκασμένος- εκασμένη- εκασμένον ς
εκασμένος- εκασμένη- εκασμένον
εκασμένοι- εκασμέναι- εκασμένα μεν
εκασμένοι- εκασμέναι- εκασμένα τε
εκασμένοι- εκασμέναι- εκασμένα σι
 
Ευκτική
εκασμένος- εκασμένη- εκασμένον εην
εκασμένος- εκασμένη- εκασμένον εης
εκασμένος- εκασμένη- εκασμένον εη
εκασμένοι- εκασμέναι- εκασμένα εημεν (εμεν)
εκασμένοι- εκασμέναι- εκασμένα εητε (ετε)
εκασμένοι- εκασμέναι- εκασμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, εκασο, εκάσθω, ---, εκασθε, εκάσθων (ή εκάσθωσαν)
 
Απαρέμφατο
εκάσθαι
Μετοχή
εκασμένος
εκασμένη
εκασμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
εκάσμην, εκασο, εκαστο, εκάσμεθα, εκασθε, εκασμένοι σαν
& κάσμην, κασο, καστο, κάσμεθα, κασθε, εκασμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου