Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εἴργω»
Οριστική
εἴργω, εἴργεις, εἴργει, εἴργομεν, εἴργετε, εἴργουσι(ν)
εἴργω, εἴργῃς, εἴργῃ, εἴργωμεν, εἴργητε, εἴργωσι(ν)
εἴργοιμι, εἴργοις, εἴργοι, εἴργοιμεν, εἴργοιτε, εἴργοιεν
---, εἶργε, εἰργέτω, ---, εἴργετε, εἰργόντων (ή εἰργέτωσαν)
εἴργειν
εἴργων, εἴργουσα, εἶργον
Οριστική
εἶργον, εἶργες, εἶργε, εἴργομεν, εἴργετε, εἶργον
Οριστική
εἴρξω, εἴρξεις, εἴρξει, εἴρξομεν, εἴρξετε, εἴρξουσι(ν)
εἴρξοιμι, εἴρξοις, εἴρξοι, εἴρξοιμεν, εἴρξοιτε, εἴρξοιεν
εἴρξειν
εἴρξων, εἴρξουσα, εἶρξον
Οριστική
εἶρξα, εἶρξας, εἶρξε(ν), εἴρξαμεν, εἴρξατε, εἶρξαν
εἴρξω, εἴρξῃς, εἴρξῃ, εἴρξωμεν, εἴρξητε, εἴρξωσι(ν)
εἴρξαιμι, εἴρξαις (ή εἴρξειας), εἴρξαι (ή εἴρξειε), εἴρξαιμεν, εἴρξαιτε, εἴρξαιεν (ή εἴρξειαν)
---, εἶρξον, εἰρξάτω, ---, εἴρξατε, εἰρξάντων (ή εἰρξάτωσαν)
εἶρξαι
εἴρξας, εἴρξασα, εἶρξαν
Οριστική
εἴρξας ἔχω, εἴρξας ἔχεις, εἴρξας ἔχει, εἴρξαντες ἔχομεν, εἴρξαντες ἔχετε, εἴρξαντες ἔχουσι(ν)
Οριστική
εἴρξας εἶχον, εἴρξας εἶχες, εἴρξας εἶχε(ν), εἴρξαντες εἴχομεν, εἴρξαντες εἴχετε, εἴρξαντες εἶχον
Οριστική
εἴργομαι, εἴργῃ (ή εἴργει), εἴργεται, εἰργόμεθα, εἴργεσθε, εἴργονται
εἴργωμαι, εἴργῃ, εἴργηται, εἰργώμεθα, εἴργησθε, εἴργωνται
εἰργοίμην, εἴργοιο, εἴργοιτο, εἰργοίμεθα, εἴργοισθε, εἴργοιντο
---, εἴργου, εἰργέσθω, ---, εἴργεσθε, εἰργέσθων (ή εἰργέσθωσαν)
εἴργεσθαι
εἰργόμενος, εἰργομένη, εἰργόμενον
Οριστική
εἰργόμην, εἴργου, εἴργετο, εἰργόμεθα, εἴργεσθε, εἴργοντο
Οριστική
εἴρξομαι, εἴρξῃ (ή εἴρξει), εἴρξεται, εἰρξόμεθα, εἴρξεσθε, εἴρξονται
εἰρξοίμην, εἴρξοιο, εἴρξοιτο, εἰρξοίμεθα, εἴρξοισθε, εἴρξοιντο
εἴρξεσθαι
εἰρξόμενος, εἰρξομένη, εἰρξόμενον
Οριστική
εἴρχθην, εἴρχθης, εἴρχθη, εἴρχθημεν, εἴρχθητε, εἴρχθησαν
εἰρχθῶ, εἰρχθῇς, εἰρχθῇ, εἰρχθῶμεν, εἰρχθῆτε, εἰρχθῶσι(ν)
εἰρχθείην, εἰρχθείης, εἰρχθείη, εἰρχθείμεν (ή εἰρχθείημεν), εἰρχθεῖτε (ή εἰρχθείητε), εἰρχθεῖεν (ή εἰρχθείησαν)
---, εἴρχθητι, εἰρχθήτω, ---, εἴρχθητε, εἰρχθέντων (ή εἰρχθήτωσαν)
εἰρχθῆναι
εἰρχθείς, εἰρχθεῖσα, εἰρχθέν
Οριστική
εἶργμαι, εἶρξαι, εἶρκται, εἴργμεθα, εἶρχθε, εἰργμένοι εἰσί(ν)
εἰργμένος (-η, -ον) ὦ
εἰργμένος (-η, -ον) ᾖς
εἰργμένοι (-αι, -α) ὦμεν
εἰργμένος (-η, -ον) εἴην
---, εἶρξο, εἴρχθω, ---, εἶρχθε, εἴρχθων
εἶρχθαι
εἰργμένος, εἰργμένη, εἰργμένον
Οριστική
εἴργμην, εἶρξο, εἶρκτο, εἴργμεθα, εἶρχθε, εἰργμένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου