Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐτρεπίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐτρεπίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ετρεπίζω»
 
ετρεπίζω: επισκευάζω, τακτοποιώ, συμφιλιώνω
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ετρεπίζω, ετρεπίζεις, ετρεπίζει, ετρεπίζομεν, ετρεπίζετε, ετρεπίζουσι(ν)
Υποτακτική
ετρεπίζω, ετρεπίζς, ετρεπίζ, ετρεπίζωμεν, ετρεπίζητε, ετρεπίζωσι(ν)
Ευκτική
ετρεπίζοιμι, ετρεπίζοις, ετρεπίζοι, ετρεπίζοιμεν, ετρεπίζοιτε, ετρεπίζοιεν
Προστακτική
---, ετρέπιζε, ετρεπιζέτω, ---, ετρεπίζετε, ετρεπιζόντων (ή ετρεπιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
ετρεπίζειν
Μετοχή
ετρεπίζων, ετρεπίζουσα, ετρεπίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
ητρέπιζον, ητρέπιζες, ητρέπιζε, ητρεπίζομεν, ητρεπίζετε, ητρέπιζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ετρεπι, ετρεπιες, ετρεπιε, ετρεπιομεν, ετρεπιετε, ετρεπιοσι(ν)
Ευκτική
ετρεπιομι, ετρεπιος, ετρεπιο ή ετρεπιοίην, ετρεπιοίης, ετρεπιοίη, ετρεπιομεν, ετρεπιοτε, ετρεπιοεν
Απαρέμφατο
ετρεπιεν
Μετοχή
ετρεπιν, ετρεπιοσα, ετρεπιον
 
Αόριστος
Οριστική
ητρέπισα, ητρέπισας, ητρέπισε(ν), ητρεπίσαμεν, ητρεπίσατε, ητρέπισαν
Υποτακτική
ετρεπίσω, ετρεπίσς, ετρεπίσ, ετρεπίσωμεν, ετρεπίσητε, ετρεπίσωσι(ν)
Ευκτική
ετρεπίσαιμι, ετρεπίσαις ή ετρεπίσειας, ετρεπίσαι ή ετρεπίσειε(ν), ετρεπίσαιμεν, ετρεπίσαιτε, ετρεπίσαιεν ή ετρεπίσειαν
Προστακτική
---, ετρέπισον, ετρεπισάτω, ---, ετρεπίσατε, ετρεπισάντων (ή ετρεπισάτωσαν)
Απαρέμφατο
ετρεπίσαι
Μετοχή
ετρεπίσας, ετρεπίσασα, ετρεπίσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ετρεπίζομαι, ετρεπίζ ή ετρεπίζει, ετρεπίζεται, ετρεπιζόμεθα, ετρεπίζεσθε, ετρεπίζονται
Υποτακτική
ετρεπίζωμαι, ετρεπίζ, ετρεπίζηται, ετρεπιζώμεθα, ετρεπίζησθε, ετρεπίζωνται
Ευκτική
ετρεπιζοίμην, ετρεπίζοιο, ετρεπίζοιτο, ετρεπιζοίμεθα, ετρεπίζοισθε, ετρεπίζοιντο
Προστακτική
---, ετρεπίζου, ετρεπιζέσθω, ---, ετρεπίζεσθε, ετρεπιζέσθων ή ετρεπιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
ετρεπίζεσθαι
Μετοχή
ετρεπιζόμενος
ετρεπιζομένη
ετρεπιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ητρεπιζόμην, ητρεπίζου, ητρεπίζετο, ητρεπιζόμεθα, ητρεπίζεσθε, ητρεπίζοντο
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
ητρεπισάμην, ητρέπισω, ητρεπίσατο, ητρεπισάμεθα, ητρεπίσασθε, ητρεπίσαντο
Υποτακτική
ετρεπίσωμαι, ετρεπίσ, ετρεπίσηται, ετρεπισώμεθα, ετρεπίσησθε, ετρεπίσωνται
Ευκτική
ετρεπισαίμην, ετρεπίσαιο, ετρεπίσαιτο, ετρεπισαίμεθα, ετρεπίσαισθε, ετρεπίσαιντο
Προστακτική
---, ετρέπισαι, ετρεπισάσθω, ---, ετρεπίσασθε, ετρεπισάσθων ή ετρεπισάσθωσαν
Απαρέμφατο
ετρεπίσασθαι
Μετοχή
ετρεπισάμενος
ετρεπισαμένη
ετρεπισάμενον
 
Παρακείμενος
Οριστική
ητρέπισμαι, ητρέπισαι, ητρέπισται, ητρεπίσμεθα, ητρέπισθε, ητρεπισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
ητρεπισμένος- ητρεπισμένη- ητρεπισμένον
ητρεπισμένος- ητρεπισμένη- ητρεπισμένον ς
ητρεπισμένος- ητρεπισμένη- ητρεπισμένον
ητρεπισμένοι- ητρεπισμέναι- ητρεπισμένα μεν
ητρεπισμένοι- ητρεπισμέναι- ητρεπισμένα τε
ητρεπισμένοι- ητρεπισμέναι- ητρεπισμένα σι
 
Ευκτική
ητρεπισμένος- ητρεπισμένη- ητρεπισμένον εην
ητρεπισμένος- ητρεπισμένη- ητρεπισμένον εης
ητρεπισμένος- ητρεπισμένη- ητρεπισμένον εη
ητρεπισμένοι- ητρεπισμέναι- ητρεπισμένα εμεν
ητρεπισμένοι- ητρεπισμέναι- ητρεπισμένα ετε
ητρεπισμένοι- ητρεπισμέναι- ητρεπισμένα εεν
 
Προστακτική
---, ητρέπισο, ητρεπίσθω, ---, ητρέπισθε, ητρεπίσθων
 
Απαρέμφατο
ητρεπίσθαι
Μετοχή
ητρεπισμένος,
ητρεπισμένη,
ητρεπισμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ητρεπίσμην, ητρέπισο, ητρέπιστο, ητρεπίσμεθα, ητρέπισθε, ητρεπισμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου