Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική
κλίση ρήματος «εὐτρεπίζω»
εὐτρεπίζω: επισκευάζω, τακτοποιώ, συμφιλιώνω
[Το ι του ρήματος
είναι βραχύχρονο]
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
εὐτρεπίζω, εὐτρεπίζεις, εὐτρεπίζει, εὐτρεπίζομεν, εὐτρεπίζετε, εὐτρεπίζουσι(ν)
Υποτακτική
εὐτρεπίζω, εὐτρεπίζῃς, εὐτρεπίζῃ, εὐτρεπίζωμεν, εὐτρεπίζητε, εὐτρεπίζωσι(ν)
Ευκτική
εὐτρεπίζοιμι, εὐτρεπίζοις, εὐτρεπίζοι, εὐτρεπίζοιμεν, εὐτρεπίζοιτε, εὐτρεπίζοιεν
Προστακτική
---, εὐτρέπιζε, εὐτρεπιζέτω, ---, εὐτρεπίζετε, εὐτρεπιζόντων (ή εὐτρεπιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
εὐτρεπίζειν
Μετοχή
εὐτρεπίζων, εὐτρεπίζουσα, εὐτρεπίζον
Παρατατικός
Οριστική
ηὐτρέπιζον, ηὐτρέπιζες, ηὐτρέπιζε, ηὐτρεπίζομεν, ηὐτρεπίζετε, ηὐτρέπιζον
Μέλλοντας
Οριστική
εὐτρεπιῶ, εὐτρεπιεῖς, εὐτρεπιεῖ, εὐτρεπιοῦμεν, εὐτρεπιεῖτε, εὐτρεπιοῦσι(ν)
Ευκτική
εὐτρεπιοῖμι, εὐτρεπιοῖς, εὐτρεπιοῖ ή εὐτρεπιοίην, εὐτρεπιοίης, εὐτρεπιοίη, εὐτρεπιοῖμεν, εὐτρεπιοῖτε, εὐτρεπιοῖεν
Απαρέμφατο
εὐτρεπιεῖν
Μετοχή
εὐτρεπιῶν, εὐτρεπιοῦσα, εὐτρεπιοῦν
Αόριστος
Οριστική
ηὐτρέπισα, ηὐτρέπισας, ηὐτρέπισε(ν), ηὐτρεπίσαμεν, ηὐτρεπίσατε, ηὐτρέπισαν
Υποτακτική
εὐτρεπίσω, εὐτρεπίσῃς, εὐτρεπίσῃ, εὐτρεπίσωμεν, εὐτρεπίσητε, εὐτρεπίσωσι(ν)
Ευκτική
εὐτρεπίσαιμι, εὐτρεπίσαις ή εὐτρεπίσειας, εὐτρεπίσαι ή εὐτρεπίσειε(ν), εὐτρεπίσαιμεν, εὐτρεπίσαιτε, εὐτρεπίσαιεν ή εὐτρεπίσειαν
Προστακτική
---, εὐτρέπισον, εὐτρεπισάτω, ---, εὐτρεπίσατε, εὐτρεπισάντων (ή εὐτρεπισάτωσαν)
Απαρέμφατο
εὐτρεπίσαι
Μετοχή
εὐτρεπίσας, εὐτρεπίσασα, εὐτρεπίσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
εὐτρεπίζομαι, εὐτρεπίζῃ ή εὐτρεπίζει, εὐτρεπίζεται, εὐτρεπιζόμεθα, εὐτρεπίζεσθε, εὐτρεπίζονται
Υποτακτική
εὐτρεπίζωμαι, εὐτρεπίζῃ, εὐτρεπίζηται, εὐτρεπιζώμεθα, εὐτρεπίζησθε, εὐτρεπίζωνται
Ευκτική
εὐτρεπιζοίμην, εὐτρεπίζοιο, εὐτρεπίζοιτο, εὐτρεπιζοίμεθα, εὐτρεπίζοισθε, εὐτρεπίζοιντο
Προστακτική
---, εὐτρεπίζου, εὐτρεπιζέσθω, ---, εὐτρεπίζεσθε, εὐτρεπιζέσθων ή εὐτρεπιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
εὐτρεπίζεσθαι
Μετοχή
εὐτρεπιζόμενος
εὐτρεπιζομένη
εὐτρεπιζόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ηὐτρεπιζόμην, ηὐτρεπίζου, ηὐτρεπίζετο, ηὐτρεπιζόμεθα, ηὐτρεπίζεσθε, ηὐτρεπίζοντο
Μέσος Αόριστος
Οριστική
ηὐτρεπισάμην, ηὐτρέπισω, ηὐτρεπίσατο, ηὐτρεπισάμεθα, ηὐτρεπίσασθε, ηὐτρεπίσαντο
Υποτακτική
εὐτρεπίσωμαι, εὐτρεπίσῃ, εὐτρεπίσηται, εὐτρεπισώμεθα, εὐτρεπίσησθε, εὐτρεπίσωνται
Ευκτική
εὐτρεπισαίμην, εὐτρεπίσαιο, εὐτρεπίσαιτο, εὐτρεπισαίμεθα, εὐτρεπίσαισθε, εὐτρεπίσαιντο
Προστακτική
---, εὐτρέπισαι, εὐτρεπισάσθω, ---, εὐτρεπίσασθε, εὐτρεπισάσθων ή εὐτρεπισάσθωσαν
Απαρέμφατο
εὐτρεπίσασθαι
Μετοχή
εὐτρεπισάμενος
εὐτρεπισαμένη
εὐτρεπισάμενον
Παρακείμενος
Οριστική
ηὐτρέπισμαι, ηὐτρέπισαι, ηὐτρέπισται, ηὐτρεπίσμεθα, ηὐτρέπισθε, ηὐτρεπισμένοι εἰσί(ν)
Υποτακτική
ηὐτρεπισμένος- ηὐτρεπισμένη- ηὐτρεπισμένον ὦ
ηὐτρεπισμένος- ηὐτρεπισμένη- ηὐτρεπισμένον ᾖς
ηὐτρεπισμένος- ηὐτρεπισμένη- ηὐτρεπισμένον ᾖ
ηὐτρεπισμένοι- ηὐτρεπισμέναι- ηὐτρεπισμένα ὦμεν
ηὐτρεπισμένοι- ηὐτρεπισμέναι- ηὐτρεπισμένα ἦτε
ηὐτρεπισμένοι- ηὐτρεπισμέναι- ηὐτρεπισμένα ὦσι
Ευκτική
ηὐτρεπισμένος- ηὐτρεπισμένη- ηὐτρεπισμένον εἴην
ηὐτρεπισμένος- ηὐτρεπισμένη- ηὐτρεπισμένον εἴης
ηὐτρεπισμένος- ηὐτρεπισμένη- ηὐτρεπισμένον εἴη
ηὐτρεπισμένοι- ηὐτρεπισμέναι- ηὐτρεπισμένα εἶμεν
ηὐτρεπισμένοι- ηὐτρεπισμέναι- ηὐτρεπισμένα εἶτε
ηὐτρεπισμένοι- ηὐτρεπισμέναι- ηὐτρεπισμένα εἶεν
Προστακτική
---, ηὐτρέπισο, ηὐτρεπίσθω, ---, ηὐτρέπισθε, ηὐτρεπίσθων
Απαρέμφατο
ηὐτρεπίσθαι
Μετοχή
ηὐτρεπισμένος,
ηὐτρεπισμένη,
ηὐτρεπισμένον
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ηὐτρεπίσμην, ηὐτρέπισο, ηὐτρέπιστο, ηὐτρεπίσμεθα, ηὐτρέπισθε, ηὐτρεπισμένοι ἦσαν
Οριστική
εὐτρεπίζω, εὐτρεπίζεις, εὐτρεπίζει, εὐτρεπίζομεν, εὐτρεπίζετε, εὐτρεπίζουσι(ν)
εὐτρεπίζω, εὐτρεπίζῃς, εὐτρεπίζῃ, εὐτρεπίζωμεν, εὐτρεπίζητε, εὐτρεπίζωσι(ν)
εὐτρεπίζοιμι, εὐτρεπίζοις, εὐτρεπίζοι, εὐτρεπίζοιμεν, εὐτρεπίζοιτε, εὐτρεπίζοιεν
---, εὐτρέπιζε, εὐτρεπιζέτω, ---, εὐτρεπίζετε, εὐτρεπιζόντων (ή εὐτρεπιζέτωσαν)
εὐτρεπίζειν
εὐτρεπίζων, εὐτρεπίζουσα, εὐτρεπίζον
Οριστική
ηὐτρέπιζον, ηὐτρέπιζες, ηὐτρέπιζε, ηὐτρεπίζομεν, ηὐτρεπίζετε, ηὐτρέπιζον
Οριστική
εὐτρεπιῶ, εὐτρεπιεῖς, εὐτρεπιεῖ, εὐτρεπιοῦμεν, εὐτρεπιεῖτε, εὐτρεπιοῦσι(ν)
εὐτρεπιοῖμι, εὐτρεπιοῖς, εὐτρεπιοῖ ή εὐτρεπιοίην, εὐτρεπιοίης, εὐτρεπιοίη, εὐτρεπιοῖμεν, εὐτρεπιοῖτε, εὐτρεπιοῖεν
εὐτρεπιεῖν
εὐτρεπιῶν, εὐτρεπιοῦσα, εὐτρεπιοῦν
Οριστική
ηὐτρέπισα, ηὐτρέπισας, ηὐτρέπισε(ν), ηὐτρεπίσαμεν, ηὐτρεπίσατε, ηὐτρέπισαν
εὐτρεπίσω, εὐτρεπίσῃς, εὐτρεπίσῃ, εὐτρεπίσωμεν, εὐτρεπίσητε, εὐτρεπίσωσι(ν)
εὐτρεπίσαιμι, εὐτρεπίσαις ή εὐτρεπίσειας, εὐτρεπίσαι ή εὐτρεπίσειε(ν), εὐτρεπίσαιμεν, εὐτρεπίσαιτε, εὐτρεπίσαιεν ή εὐτρεπίσειαν
---, εὐτρέπισον, εὐτρεπισάτω, ---, εὐτρεπίσατε, εὐτρεπισάντων (ή εὐτρεπισάτωσαν)
εὐτρεπίσαι
εὐτρεπίσας, εὐτρεπίσασα, εὐτρεπίσαν
Οριστική
εὐτρεπίζομαι, εὐτρεπίζῃ ή εὐτρεπίζει, εὐτρεπίζεται, εὐτρεπιζόμεθα, εὐτρεπίζεσθε, εὐτρεπίζονται
εὐτρεπίζωμαι, εὐτρεπίζῃ, εὐτρεπίζηται, εὐτρεπιζώμεθα, εὐτρεπίζησθε, εὐτρεπίζωνται
εὐτρεπιζοίμην, εὐτρεπίζοιο, εὐτρεπίζοιτο, εὐτρεπιζοίμεθα, εὐτρεπίζοισθε, εὐτρεπίζοιντο
---, εὐτρεπίζου, εὐτρεπιζέσθω, ---, εὐτρεπίζεσθε, εὐτρεπιζέσθων ή εὐτρεπιζέσθωσαν
εὐτρεπίζεσθαι
εὐτρεπιζόμενος
Οριστική
ηὐτρεπιζόμην, ηὐτρεπίζου, ηὐτρεπίζετο, ηὐτρεπιζόμεθα, ηὐτρεπίζεσθε, ηὐτρεπίζοντο
Οριστική
ηὐτρεπισάμην, ηὐτρέπισω, ηὐτρεπίσατο, ηὐτρεπισάμεθα, ηὐτρεπίσασθε, ηὐτρεπίσαντο
εὐτρεπίσωμαι, εὐτρεπίσῃ, εὐτρεπίσηται, εὐτρεπισώμεθα, εὐτρεπίσησθε, εὐτρεπίσωνται
εὐτρεπισαίμην, εὐτρεπίσαιο, εὐτρεπίσαιτο, εὐτρεπισαίμεθα, εὐτρεπίσαισθε, εὐτρεπίσαιντο
---, εὐτρέπισαι, εὐτρεπισάσθω, ---, εὐτρεπίσασθε, εὐτρεπισάσθων ή εὐτρεπισάσθωσαν
εὐτρεπίσασθαι
εὐτρεπισάμενος
Οριστική
ηὐτρέπισμαι, ηὐτρέπισαι, ηὐτρέπισται, ηὐτρεπίσμεθα, ηὐτρέπισθε, ηὐτρεπισμένοι εἰσί(ν)
ηὐτρεπισμένος- ηὐτρεπισμένη- ηὐτρεπισμένον ὦ
ηὐτρεπισμένος- ηὐτρεπισμένη- ηὐτρεπισμένον ᾖς
ηὐτρεπισμένοι- ηὐτρεπισμέναι- ηὐτρεπισμένα ὦμεν
ηὐτρεπισμένος- ηὐτρεπισμένη- ηὐτρεπισμένον εἴην
---, ηὐτρέπισο, ηὐτρεπίσθω, ---, ηὐτρέπισθε, ηὐτρεπίσθων
ηὐτρεπίσθαι
ηὐτρεπισμένος,
Οριστική
ηὐτρεπίσμην, ηὐτρέπισο, ηὐτρέπιστο, ηὐτρεπίσμεθα, ηὐτρέπισθε, ηὐτρεπισμένοι ἦσαν


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου