Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐρείδω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐρείδω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Bartolome Esteban Murillo

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ρείδω»
 
ρείδω: στηρίζω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ρείδω, ρείδεις, ρείδει, ρείδομεν, ρείδετε, ρείδουσι(ν)
Υποτακτική
ρείδω, ρείδς, ρείδ, ρείδωμεν, ρείδητε, ρείδωσι(ν)
Ευκτική
ρείδοιμι, ρείδοις, ρείδοι, ρείδοιμεν, ρείδοιτε, ρείδοιεν
Προστακτική
---, ρειδε, ρειδέτω, ---, ρείδετε, ρειδόντων (ή ρειδέτωσαν)
Απαρέμφατο
ρείδειν
Μετοχή
ρείδων, ρείδουσα, ρεδον
 
Παρατατικός
Οριστική
ρειδον, ρειδες, ρειδε, ρείδομεν, ρείδετε, ρειδον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ρείσω, ρείσεις, ρείσει, ρείσομεν, ρείσετε, ρείσουσι(ν)
Ευκτική
ρείσοιμι, ρείσοις, ρείσοι, ρείσοιμεν, ρείσοιτε, ρείσοιεν
Απαρέμφατο
ρείσειν
Μετοχή
ρείσων, ρείσουσα, ρεσον
 
Αόριστος
Οριστική
ρεισα, ρεισας, ρεισε(ν), ρείσαμεν, ρείσατε, ρεισαν
Υποτακτική
ρείσω, ρείσς, ρείσ, ρείσωμεν, ρείσητε, ρείσωσι(ν)
Ευκτική
ρείσαιμι, ρείσαις ή ρείσειας, ρείσαι ή ρείσειε(ν), ρείσαιμεν, ρείσαιτε, ρείσαιεν ή ρείσειαν
Προστακτική
---, ρεισον, ρεισάτω, ---, ρείσατε, ρεισάντων (ή ρεισάτωσαν)
Απαρέμφατο
ρεσαι
Μετοχή
ρείσας, ρείσασα, ρεσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ρεικα, ρεικας, ρεικε, ρείκαμεν, ρείκατε, ρείκασι(ν)
& ρήρεικα, ρήρεικας, ρήρεικε, ρηρείκαμεν, ρηρείκατε, ρηρείκασι(ν)
 
Υποτακτική
ρεικώς- ρεικυα- ρεικός
ρεικώς- ρεικυα- ρεικός ς
ρεικώς- ρεικυα- ρεικός
ρεικότες- ρεικυαι- ρεικότα μεν
ρεικότες- ρεικυαι- ρεικότα τε
ρεικότες- ρεικυαι- ρεικότα σι
 
ή
 
ρηρεικώς- ρηρεικυα- ρηρεικός
ρηρεικώς- ρηρεικυα- ρηρεικός ς
ρηρεικώς- ρηρεικυα- ρηρεικός
ρηρεικότες- ρηρεικυαι- ρηρεικότα μεν
ρηρεικότες- ρηρεικυαι- ρηρεικότα τε
ρηρεικότες- ρηρεικυαι- ρηρεικότα σι
 
ή
 
ρηρείκω, ρηρείκς, ρηρείκ, ρηρείκωμεν, ρηρείκητε, ρηρείκωσι(ν)
 
Ευκτική
ρεικώς- ρεικυα- ρεικός εην
ρεικώς- ρεικυα- ρεικός εης
ρεικώς- ρεικυα- ρεικός εη
ρεικότες- ρεικυαι- ρεικότα εημεν (εμεν)
ρεικότες- ρεικυαι- ρεικότα εητε (ετε)
ρεικότες- ρεικυαι- ρεικότα εησαν (εεν)

ή
 
ρηρεικώς- ρηρεικυα- ρηρεικός εην
ρηρεικώς- ρηρεικυα- ρηρεικός εης
ρηρεικώς- ρηρεικυα- ρηρεικός εη
ρηρεικότες- ρηρεικυαι- ρηρεικότα εημεν (εμεν)
ρηρεικότες- ρηρεικυαι- ρηρεικότα εητε (ετε)
ρηρεικότες- ρηρεικυαι- ρηρεικότα εησαν (εεν)

ή
 
ρηρείκοιμι, ρηρείκοις, ρηρείκοι, ρηρείκοιμεν, ρηρείκοιτε, ρηρείκοιεν
 
Προστακτική
---
ρεικώς- ρεικυα- ρεικός σθι
ρεικώς- ρεικυα- ρεικός στω
---
ρεικότες- ρεικυαι- ρεικότα στε
ρεικότες- ρεικυαι- ρεικότα στων

ή
 
---
ρηρεικώς- ρηρεικυα- ρηρεικός σθι
ρηρεικώς- ρηρεικυα- ρηρεικός στω
---
ρηρεικότες- ρηρεικυαι- ρηρεικότα στε
ρηρεικότες- ρηρεικυαι- ρηρεικότα στων
 
Απαρέμφατο
ρεικέναι
Μετοχή
ρεικώς- ρεικυα- ρεικός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ρείδομαι, ρείδ/ρείδει, ρείδεται, ρειδόμεθα, ρείδεσθε, ρείδονται
Υποτακτική
ρείδωμαι, ρείδ, ρείδηται, ρειδώμεθα, ρείδησθε, ρείδωνται
Ευκτική
ρειδοίμην, ρείδοιο, ρείδοιτο, ρειδοίμεθα, ρείδοισθε, ρείδοιντο
Προστακτική
---, ρείδου, ρειδέσθω, ---, ρείδεσθε, ρειδέσθων (ή ρειδέσθωσαν)
Απαρέμφατο
ρείδεσθαι
Μετοχή
ρειδόμενος
ρειδομένη
ρειδόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ρειδόμην, ρείδου, ρείδετο, ρειδόμεθα, ρείδεσθε, ρείδοντο
 
Μέλλοντας Μέσος
Οριστική
ρείσομαι, ρείσ/ρείσει, ρείσεται, ρεισόμεθα, ρείσεσθε, ρείσονται
Ευκτική
ρεισοίμην, ρείσοιο, ρείσοιτο, ρεισοίμεθα, ρείσοισθε, ρείσοιντο
Απαρέμφατο
ρείσεσθαι
Μετοχή
ρεισόμενος
ρεισομένη
ρεισόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ρεισθήσομαι, ρεισθήσ ή ρεισθήσει, ρεισθήσεται, ρεισθησόμεθα, ρεισθήσεσθε, ρεισθήσονται
Ευκτική
ρεισθησοίμην, ρεισθήσοιο, ρεισθήσοιτο, ρεισθησοίμεθα, ρεισθήσοισθε, ρεισθήσοιντο
Απαρέμφατο
ρεισθήσεσθαι
Μετοχή
ρεισθησόμενος
ρεισθησομένη
ρεισθησόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
ρεισάμην, ρείσω, ρείσατο, ρεισάμεθα, ρείσασθε, ρείσαντο
Υποτακτική
ρείσωμαι, ρείσ, ρείσηται, ρεισώμεθα, ρείσησθε, ρείσωνται
Ευκτική
ρεισαίμην, ρείσαιο, ρείσαιτο, ρεισαίμεθα, ρείσαισθε, ρείσαιντο
Προστακτική
---, ρεισαι, ρεισάσθω, ---, ρείσασθε, ρεισάσθων (ή ρεισάσθωσαν)
Απαρέμφατο
ρείσασθαι
Μετοχή
ρεισάμενος
ρεισαμένη
ρεισάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ρείσθην, ρείσθης, ρείσθη, ρείσθημεν, ρείσθητε, ρείσθησαν
Υποτακτική
ρεισθ, ρεισθς, ρεισθ, ρεισθμεν, ρεισθτε, ρεισθσι(ν)
Ευκτική
ρεισθείην, ρεισθείης, ρεισθείη, ρεισθείημεν ή ρεισθεμεν, ρεισθείητε ή ρεισθετε, ρεισθείησαν ή ρεισθεεν
Προστακτική
---, ρείσθητι, ρεισθήτω, ---, ρείσθητε, ρεισθέντων (ή ρεισθήτωσαν)
Απαρέμφατο
ρεισθναι
Μετοχή
ρεισθείς
ρεισθεσα
ρεισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ρεισμαι, ρεισαι, ρεισται, ρείσμεθα, ρεισθε, ρεισμένοι εσί(ν)
& ρήρεισμαι, ρήρεισαι, ρήρεισται, ρηρείσμεθα, ρήρεισθε, ρηρεισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
ρεισμένος- ρεισμένη- ρεισμένον
ρεισμένος- ρεισμένη- ρεισμένον ς
ρεισμένος- ρεισμένη- ρεισμένον
ρεισμένοι- ρεισμέναι- ρεισμένα μεν
ρεισμένοι- ρεισμέναι- ρεισμένα τε
ρεισμένοι- ρεισμέναι- ρεισμένα σι

ή
 
ρηρεισμένος- ρηρεισμένη- ρηρεισμένον
ρηρεισμένος- ρηρεισμένη- ρηρεισμένον ς
ρηρεισμένος- ρηρεισμένη- ρηρεισμένον
ρηρεισμένοι- ρηρεισμέναι- ρηρεισμένα μεν
ρηρεισμένοι- ρηρεισμέναι- ρηρεισμένα τε
ρηρεισμένοι- ρηρεισμέναι- ρηρεισμένα σι
 
Ευκτική
ρεισμένος- ρεισμένη- ρεισμένον εην
ρεισμένος- ρεισμένη- ρεισμένον εης
ρεισμένος- ρεισμένη- ρεισμένον εη
ρεισμένοι- ρεισμέναι- ρεισμένα εημεν (εμεν)
ρεισμένοι- ρεισμέναι- ρεισμένα εητε (ετε)
ρεισμένοι- ρεισμέναι- ρεισμένα εησαν (εεν)

ή
 
ρηρεισμένος- ρηρεισμένη- ρηρεισμένον εην
ρηρεισμένος- ρηρεισμένη- ρηρεισμένον εης
ρηρεισμένος- ρηρεισμένη- ρηρεισμένον εη
ρηρεισμένοι- ρηρεισμέναι- ρηρεισμένα εημεν (εμεν)
ρηρεισμένοι- ρηρεισμέναι- ρηρεισμένα εητε (ετε)
ρηρεισμένοι- ρηρεισμέναι- ρηρεισμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, ρεισο, ρείσθω, ---, ρεισθε, ρείσθων (ή ρείσθωσαν)
ή
---, ρήρεισο, ρηρείσθω, ---, ρήρεισθε, ρηρείσθων (ή ρηρείσθωσαν)
 
Απαρέμφατο
ρεσθαι & ρηρεσθαι
 
Μετοχή
ρεισμένος, ρεισμένη, ρεισμένον
& ρηρεισμένος, ρηρεισμένη, ρηρεισμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ρείσμην, ρεισο, ρειστο, ρείσμεθα, ρεισθε, ρεισμένοι σαν
& ρηρείσμην, ρήρεισο, ρήρειστο, ρηρείσμεθα, ρήρεισθε, ρηρεισμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου