Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐρείδω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐρείδω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Bartolome Esteban Murillo

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐρείδω»
 
ἐρείδω: στηρίζω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἐρείδω, ἐρείδεις, ἐρείδει, ἐρείδομεν, ἐρείδετε, ἐρείδουσι(ν)
Υποτακτική
ἐρείδω, ἐρείδῃς, ἐρείδῃ, ἐρείδωμεν, ἐρείδητε, ἐρείδωσι(ν)
Ευκτική
ἐρείδοιμι, ἐρείδοις, ἐρείδοι, ἐρείδοιμεν, ἐρείδοιτε, ἐρείδοιεν
Προστακτική
---, ἔρειδε, ἐρειδέτω, ---, ἐρείδετε, ἐρειδόντων (ή ἐρειδέτωσαν)
Απαρέμφατο
ἐρείδειν
Μετοχή
ἐρείδων, ἐρείδουσα, ἐρεῖδον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἤρειδον, ἤρειδες, ἤρειδε, ἠρείδομεν, ἠρείδετε, ἤρειδον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἐρείσω, ἐρείσεις, ἐρείσει, ἐρείσομεν, ἐρείσετε, ἐρείσουσι(ν)
Ευκτική
ἐρείσοιμι, ἐρείσοις, ἐρείσοι, ἐρείσοιμεν, ἐρείσοιτε, ἐρείσοιεν
Απαρέμφατο
ἐρείσειν
Μετοχή
ἐρείσων, ἐρείσουσα, ἐρεῖσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἤρεισα, ἤρεισας, ἤρεισε(ν), ἠρείσαμεν, ἠρείσατε, ἤρεισαν
Υποτακτική
ἐρείσω, ἐρείσῃς, ἐρείσῃ, ἐρείσωμεν, ἐρείσητε, ἐρείσωσι(ν)
Ευκτική
ἐρείσαιμι, ἐρείσαις ή ἐρείσειας, ἐρείσαι ή ἐρείσειε(ν), ἐρείσαιμεν, ἐρείσαιτε, ἐρείσαιεν ή ἐρείσειαν
Προστακτική
---, ἔρεισον, ἐρεισάτω, ---, ἐρείσατε, ἐρεισάντων (ή ἐρεισάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἐρεῖσαι
Μετοχή
ἐρείσας, ἐρείσασα, ἐρεῖσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἤρεικα, ἤρεικας, ἤρεικε, ἠρείκαμεν, ἠρείκατε, ἠρείκασι(ν)
& ἐρήρεικα, ἐρήρεικας, ἐρήρεικε, ἐρηρείκαμεν, ἐρηρείκατε, ἐρηρείκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἠρεικώς- ἠρεικυῖα- ἠρεικός ὦ
ἠρεικώς- ἠρεικυῖα- ἠρεικός ᾖς
ἠρεικώς- ἠρεικυῖα- ἠρεικός ᾖ
ἠρεικότες- ἠρεικυῖαι- ἠρεικότα ὦμεν
ἠρεικότες- ἠρεικυῖαι- ἠρεικότα ἦτε
ἠρεικότες- ἠρεικυῖαι- ἠρεικότα ὦσι
 
ή
 
ἐρηρεικώς- ἐρηρεικυῖα- ἐρηρεικός ὦ
ἐρηρεικώς- ἐρηρεικυῖα- ἐρηρεικός ᾖς
ἐρηρεικώς- ἐρηρεικυῖα- ἐρηρεικός ᾖ
ἐρηρεικότες- ἐρηρεικυῖαι- ἐρηρεικότα ὦμεν
ἐρηρεικότες- ἐρηρεικυῖαι- ἐρηρεικότα ἦτε
ἐρηρεικότες- ἐρηρεικυῖαι- ἐρηρεικότα ὦσι
 
ή
 
ἐρηρείκω, ἐρηρείκῃς, ἐρηρείκῃ, ἐρηρείκωμεν, ἐρηρείκητε, ἐρηρείκωσι(ν)
 
Ευκτική
ἠρεικώς- ἠρεικυῖα- ἠρεικός εἴην
ἠρεικώς- ἠρεικυῖα- ἠρεικός εἴης
ἠρεικώς- ἠρεικυῖα- ἠρεικός εἴη
ἠρεικότες- ἠρεικυῖαι- ἠρεικότα εἴημεν (εἶμεν)
ἠρεικότες- ἠρεικυῖαι- ἠρεικότα εἴητε (εἶτε)
ἠρεικότες- ἠρεικυῖαι- ἠρεικότα εἴησαν (εἶεν)

ή
 
ἐρηρεικώς- ἐρηρεικυῖα- ἐρηρεικός εἴην
ἐρηρεικώς- ἐρηρεικυῖα- ἐρηρεικός εἴης
ἐρηρεικώς- ἐρηρεικυῖα- ἐρηρεικός εἴη
ἐρηρεικότες- ἐρηρεικυῖαι- ἐρηρεικότα εἴημεν (εἶμεν)
ἐρηρεικότες- ἐρηρεικυῖαι- ἐρηρεικότα εἴητε (εἶτε)
ἐρηρεικότες- ἐρηρεικυῖαι- ἐρηρεικότα εἴησαν (εἶεν)

ή
 
ἐρηρείκοιμι, ἐρηρείκοις, ἐρηρείκοι, ἐρηρείκοιμεν, ἐρηρείκοιτε, ἐρηρείκοιεν
 
Προστακτική
---
ἠρεικώς- ἠρεικυῖα- ἠρεικός ἴσθι
ἠρεικώς- ἠρεικυῖα- ἠρεικός ἔστω
---
ἠρεικότες- ἠρεικυῖαι- ἠρεικότα ἔστε
ἠρεικότες- ἠρεικυῖαι- ἠρεικότα ἔστων

ή
 
---
ἐρηρεικώς- ἐρηρεικυῖα- ἐρηρεικός ἴσθι
ἐρηρεικώς- ἐρηρεικυῖα- ἐρηρεικός ἔστω
---
ἐρηρεικότες- ἐρηρεικυῖαι- ἐρηρεικότα ἔστε
ἐρηρεικότες- ἐρηρεικυῖαι- ἐρηρεικότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἠρεικέναι
Μετοχή
ἠρεικώς- ἠρεικυῖα- ἠρεικός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἐρείδομαι, ἐρείδῃ/ἐρείδει, ἐρείδεται, ἐρειδόμεθα, ἐρείδεσθε, ἐρείδονται
Υποτακτική
ἐρείδωμαι, ἐρείδῃ, ἐρείδηται, ἐρειδώμεθα, ἐρείδησθε, ἐρείδωνται
Ευκτική
ἐρειδοίμην, ἐρείδοιο, ἐρείδοιτο, ἐρειδοίμεθα, ἐρείδοισθε, ἐρείδοιντο
Προστακτική
---, ἐρείδου, ἐρειδέσθω, ---, ἐρείδεσθε, ἐρειδέσθων (ή ἐρειδέσθωσαν)
Απαρέμφατο
ἐρείδεσθαι
Μετοχή
ἐρειδόμενος
ἐρειδομένη
ἐρειδόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἠρειδόμην, ἠρείδου, ἠρείδετο, ἠρειδόμεθα, ἠρείδεσθε, ἠρείδοντο
 
Μέλλοντας Μέσος
Οριστική
ἐρείσομαι, ἐρείσῃ/ἐρείσει, ἐρείσεται, ἐρεισόμεθα, ἐρείσεσθε, ἐρείσονται
Ευκτική
ἐρεισοίμην, ἐρείσοιο, ἐρείσοιτο, ἐρεισοίμεθα, ἐρείσοισθε, ἐρείσοιντο
Απαρέμφατο
ἐρείσεσθαι
Μετοχή
ἐρεισόμενος
ἐρεισομένη
ἐρεισόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ἐρεισθήσομαι, ἐρεισθήσῃ ή ἐρεισθήσει, ἐρεισθήσεται, ἐρεισθησόμεθα, ἐρεισθήσεσθε, ἐρεισθήσονται
Ευκτική
ἐρεισθησοίμην, ἐρεισθήσοιο, ἐρεισθήσοιτο, ἐρεισθησοίμεθα, ἐρεισθήσοισθε, ἐρεισθήσοιντο
Απαρέμφατο
ἐρεισθήσεσθαι
Μετοχή
ἐρεισθησόμενος
ἐρεισθησομένη
ἐρεισθησόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
ἠρεισάμην, ἠρείσω, ἠρείσατο, ἠρεισάμεθα, ἠρείσασθε, ἠρείσαντο
Υποτακτική
ἐρείσωμαι, ἐρείσῃ, ἐρείσηται, ἐρεισώμεθα, ἐρείσησθε, ἐρείσωνται
Ευκτική
ἐρεισαίμην, ἐρείσαιο, ἐρείσαιτο, ἐρεισαίμεθα, ἐρείσαισθε, ἐρείσαιντο
Προστακτική
---, ἔρεισαι, ἐρεισάσθω, ---, ἐρείσασθε, ἐρεισάσθων (ή ἐρεισάσθωσαν)
Απαρέμφατο
ἐρείσασθαι
Μετοχή
ἐρεισάμενος
ἐρεισαμένη
ἐρεισάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἠρείσθην, ἠρείσθης, ἠρείσθη, ἠρείσθημεν, ἠρείσθητε, ἠρείσθησαν
Υποτακτική
ἐρεισθῶ, ἐρεισθῇς, ἐρεισθῇ, ἐρεισθῶμεν, ἐρεισθῆτε, ἐρεισθῶσι(ν)
Ευκτική
ἐρεισθείην, ἐρεισθείης, ἐρεισθείη, ἐρεισθείημεν ή ἐρεισθεῖμεν, ἐρεισθείητε ή ἐρεισθεῖτε, ἐρεισθείησαν ή ἐρεισθεῖεν
Προστακτική
---, ἐρείσθητι, ἐρεισθήτω, ---, ἐρείσθητε, ἐρεισθέντων (ή ἐρεισθήτωσαν)
Απαρέμφατο
ἐρεισθῆναι
Μετοχή
ἐρεισθείς
ἐρεισθεῖσα
ἐρεισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἤρεισμαι, ἤρεισαι, ἤρεισται, ἠρείσμεθα, ἤρεισθε, ἠρεισμένοι εἰσί(ν)
& ἐρήρεισμαι, ἐρήρεισαι, ἐρήρεισται, ἐρηρείσμεθα, ἐρήρεισθε, ἐρηρεισμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ἠρεισμένος- ἠρεισμένη- ἠρεισμένον ὦ
ἠρεισμένος- ἠρεισμένη- ἠρεισμένον ᾖς
ἠρεισμένος- ἠρεισμένη- ἠρεισμένον ᾖ
ἠρεισμένοι- ἠρεισμέναι- ἠρεισμένα ὦμεν
ἠρεισμένοι- ἠρεισμέναι- ἠρεισμένα ἦτε
ἠρεισμένοι- ἠρεισμέναι- ἠρεισμένα ὦσι

ή
 
ἐρηρεισμένος- ἐρηρεισμένη- ἐρηρεισμένον ὦ
ἐρηρεισμένος- ἐρηρεισμένη- ἐρηρεισμένον ᾖς
ἐρηρεισμένος- ἐρηρεισμένη- ἐρηρεισμένον ᾖ
ἐρηρεισμένοι- ἐρηρεισμέναι- ἐρηρεισμένα ὦμεν
ἐρηρεισμένοι- ἐρηρεισμέναι- ἐρηρεισμένα ἦτε
ἐρηρεισμένοι- ἐρηρεισμέναι- ἐρηρεισμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἠρεισμένος- ἠρεισμένη- ἠρεισμένον εἴην
ἠρεισμένος- ἠρεισμένη- ἠρεισμένον εἴης
ἠρεισμένος- ἠρεισμένη- ἠρεισμένον εἴη
ἠρεισμένοι- ἠρεισμέναι- ἠρεισμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἠρεισμένοι- ἠρεισμέναι- ἠρεισμένα εἴητε (εἶτε)
ἠρεισμένοι- ἠρεισμέναι- ἠρεισμένα εἴησαν (εἶεν)

ή
 
ἐρηρεισμένος- ἐρηρεισμένη- ἐρηρεισμένον εἴην
ἐρηρεισμένος- ἐρηρεισμένη- ἐρηρεισμένον εἴης
ἐρηρεισμένος- ἐρηρεισμένη- ἐρηρεισμένον εἴη
ἐρηρεισμένοι- ἐρηρεισμέναι- ἐρηρεισμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἐρηρεισμένοι- ἐρηρεισμέναι- ἐρηρεισμένα εἴητε (εἶτε)
ἐρηρεισμένοι- ἐρηρεισμέναι- ἐρηρεισμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἤρεισο, ἠρείσθω, ---, ἤρεισθε, ἠρείσθων (ή ἠρείσθωσαν)
ή
---, ἐρήρεισο, ἐρηρείσθω, ---, ἐρήρεισθε, ἐρηρείσθων (ή ἐρηρείσθωσαν)
 
Απαρέμφατο
ἠρεῖσθαι & ἐρηρεῖσθαι
 
Μετοχή
ἠρεισμένος, ἠρεισμένη, ἠρεισμένον
& ἐρηρεισμένος, ἐρηρεισμένη, ἐρηρεισμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἠρείσμην, ἤρεισο, ἤρειστο, ἠρείσμεθα, ἤρεισθε, ἠρεισμένοι ἦσαν
& ἐρηρείσμην, ἐρήρεισο, ἐρήρειστο, ἐρηρείσμεθα, ἐρήρεισθε, ἐρηρεισμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου