Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐρίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐρίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐρίζω»
 
ἐρίζω: φιλονικώ
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἐρίζω, ἐρίζεις, ἐρίζει, ἐρίζομεν, ἐρίζετε, ἐρίζουσι(ν)
Υποτακτική
ἐρίζω, ἐρίζῃς, ἐρίζῃ, ἐρίζωμεν, ἐρίζητε, ἐρίζωσι(ν)
Ευκτική
ἐρίζοιμι, ἐρίζοις, ἐρίζοι, ἐρίζοιμεν, ἐρίζοιτε, ἐρίζοιεν
Προστακτική
---, ἔριζε, ἐριζέτω, ---, ἐρίζετε, ἐριζόντων (ή ἐριζέτωσαν)
Απαρέμφατο
ἐρίζειν
Μετοχή
ἐρίζων, ἐρίζουσα, ἐρίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἤριζον, ἤριζες, ἤριζε, ἠρίζομεν, ἠρίζετε, ἤριζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἐρίσω, ἐρίσεις, ἐρίσει, ἐρίσομεν, ἐρίσετε, ἐρίσουσι(ν)
Ευκτική
ἐρίσοιμι, ἐρίσοις, ἐρίσοι, ἐρίσοιμεν, ἐρίσοιτε, ἐρίσοιεν
Απαρέμφατο
ἐρίσειν
Μετοχή
ἐρίσων, ἐρίσουσα, ἐρίσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἤρισα, ἤρισας, ἤρισε(ν), ἠρίσαμεν, ἠρίσατε, ἤρισαν
Υποτακτική
ἐρίσω, ἐρίσῃς, ἐρίσῃ, ἐρίσωμεν, ἐρίσητε, ἐρίσωσι(ν)
Ευκτική
ἐρίσαιμι, ἐρίσαις (ή ἐρίσειας), ἐρίσαι (ή ἐρίσειε[ν]), ἐρίσαιμεν, ἐρίσαιτε, ἐρίσαιεν (ή ἐρίσειαν)
Προστακτική
---, ἔρισον, ἐρισάτω, ---, ἐρίσατε, ἐρισάντων (ή ἐρισάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἐρίσαι
Μετοχή
ἐρίσας, ἐρίσασα, ἐρίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἤρικα, ἤρικας, ἤρικε, ἠρίκαμεν, ἠρίκατε, ἠρίκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἠρικὼς - ἠρικυῖα - ἠρικὸς ὦ
ἠρικὼς - ἠρικυῖα - ἠρικὸς ᾖς
ἠρικὼς - ἠρικυῖα - ἠρικὸς ᾖ
ἠρικότες - ἠρικυῖαι - ἠρικότα ὦμεν
ἠρικότες - ἠρικυῖαι - ἠρικότα ἦτε
ἠρικότες - ἠρικυῖαι - ἠρικότα ὦσι(ν)
ή
ἠρίκω, ἠρίκῃς, ἠρίκῃ, ἠρίκωμεν, ἠρίκητε, ἠρίκωσι(ν)
 
Ευκτική
ἠρικὼς - ἠρικυῖα - ἠρικὸς εἴην
ἠρικὼς - ἠρικυῖα - ἠρικὸς εἴης
ἠρικὼς - ἠρικυῖα - ἠρικὸς εἴη
ἠρικότες - ἠρικυῖαι - ἠρικότα εἴημεν (ή εἶμεν)
ἠρικότες - ἠρικυῖαι - ἠρικότα εἴητε (ή εἶτε)
ἠρικότες - ἠρικυῖαι - ἠρικότα εἴησαν (ή εἶεν)
ή
ἠρίκοιμι, ἠρίκοις, ἠρίκοι, ἠρίκοιμεν, ἠρίκοιτε, ἠρίκοιεν
Προστακτική
---, ἠρικώς ἴσθι, ἠρικὼς ἔστω, ---, ἠρικότες ἔστε, ἠρικότες ἔστων
Απαρέμφατο
ἠρικέναι
Μετοχή
ἠρικώς, ἠρικυῖα, ἠρικός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἐρίζομαι, ἐρίζῃ (ή ἐρίζει), ἐρίζεται, ἐριζόμεθα, ἐρίζεσθε, ἐρίζονται
Υποτακτική
ἐρίζωμαι, ἐρίζῃ, ἐρίζηται, ἐριζώμεθα, ἐρίζησθε, ἐρίζωνται
Ευκτική
ἐριζοίμην, ἐρίζοιο, ἐρίζοιτο, ἐριζοίμεθα, ἐρίζοισθε, ἐρίζοιντο
Προστακτική
---, ἐρίζου, ἐριζέσθω, ---, ἐρίζεσθε, ἐριζέσθων (ή ἐριζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
ἐρίζεσθαι
Μετοχή
ἐριζόμενος
ἐριζομένη
ἐριζόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
ἠρισάμην, ἠρίσω, ἠρίσατο, ἠρισάμεθα, ἠρίσασθε, ἠρίσαντο
Υποτακτική
ἐρίσωμαι, ἐρίσῃ, ἐρίσηται, ἐρισώμεθα, ἐρίσησθε, ἐρίσωνται
Ευκτική
ἐρισαίμην, ἐρίσαιο, ἐρίσαιτο, ἐρισαίμεθα, ἐρίσαισθε, ἐρίσαιντο
Προστακτική
---, ἔρισαι, ἐρισάσθω, ---, ἐρίσασθε, ἐρισάσθων (ή ἐρισάσθωσαν)
Απαρέμφατο
ἐρίσασθαι
Μετοχή
ἐρισάμενος
ἐρισαμένη
ἐρισάμενον
 
Μέσος Παρακείμενος
Οριστική
ἤρισμαι, ἤρισαι, ἤρισται, ἠρίσμεθα, ἤρισθε, ἠρισμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ἠρισμένος- ἠρισμένη- ἠρισμένον ὦ
ἠρισμένος- ἠρισμένη- ἠρισμένον ᾖς
ἠρισμένος- ἠρισμένη- ἠρισμένον ᾖ
ἠρισμένοι- ἠρισμέναι- ἠρισμένα ὦμεν
ἠρισμένοι- ἠρισμέναι- ἠρισμένα ἦτε
ἠρισμένοι- ἠρισμέναι- ἠρισμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἠρισμένος- ἠρισμένη- ἠρισμένον εἴην
ἠρισμένος- ἠρισμένη- ἠρισμένον εἴης
ἠρισμένος- ἠρισμένη- ἠρισμένον εἴη
ἠρισμένοι- ἠρισμέναι- ἠρισμένα εἶμεν
ἠρισμένοι- ἠρισμέναι- ἠρισμένα εἶτε
ἠρισμένοι- ἠρισμέναι- ἠρισμένα εἶεν
 
Προστακτική
---, ἤρισο, ἠρίσθω, ---, ἤρισθε, ἠρίσθων
 
Απαρέμφατο
ἠρίσθαι
Μετοχή
ἠρισμένος,
ἠρισμένη,
ἠρισμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου