Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἑτοιμάζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἑτοιμάζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἑτοιμάζω»
 
ἑτοιμάζω: παρασκευάζω, προμηθεύω, προετοιμάζω, προετοιμάζω τον εαυτό μου
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἑτοιμάζω, ἑτοιμάζεις, ἑτοιμάζει, ἑτοιμάζομεν, ἑτοιμάζετε, ἑτοιμάζουσι(ν)
Υποτακτική
ἑτοιμάζω, ἑτοιμάζῃς, ἑτοιμάζῃ, ἑτοιμάζωμεν, ἑτοιμάζητε, ἑτοιμάζωσι(ν)
Ευκτική
ἑτοιμάζοιμι, ἑτοιμάζοις, ἑτοιμάζοι, ἑτοιμάζοιμεν, ἑτοιμάζοιτε, ἑτοιμάζοιεν
Προστακτική
---, ἑτοίμαζε, ἑτοιμαζέτω, ---, ἑτοιμάζετε, ἑτοιμαζόντων (ή ἑτοιμαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
ἑτοιμάζειν
Μετοχή
ἑτοιμάζων, ἑτοιμάζουσα, ἑτοιμάζον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἡτοίμαζον, ἡτοίμαζες, ἡτοίμαζε, ἡτοιμάζομεν, ἡτοιμάζετε, ἡτοίμαζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἑτοιμάσω, ἑτοιμάσεις, ἑτοιμάσει, ἑτοιμάσομεν, ἑτοιμάσετε, ἑτοιμάσουσι(ν)
Ευκτική
ἑτοιμάσοιμι, ἑτοιμάσοις, ἑτοιμάσοι, ἑτοιμάσοιμεν, ἑτοιμάσοιτε, ἑτοιμάσοιεν
Απαρέμφατο
ἑτοιμάσειν
Μετοχή
ἑτοιμάσων, ἑτοιμάσουσα, ἑτοιμάσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἡτοίμασα, ἡτοίμασας, ἡτοίμασε(ν), ἡτοιμάσαμεν, ἡτοιμάσατε, ἡτοίμασαν
Υποτακτική
ἑτοιμάσω, ἑτοιμάσῃς, ἑτοιμάσῃ, ἑτοιμάσωμεν, ἑτοιμάσητε, ἑτοιμάσωσι(ν)
Ευκτική
ἑτοιμάσαιμι, ἑτοιμάσαις ή ἑτοιμάσειας, ἑτοιμάσαι ή ἑτοιμάσειε(ν), ἑτοιμάσαιμεν, ἑτοιμάσαιτε, ἑτοιμάσαιεν ή ἑτοιμάσειαν
Προστακτική
---, ἑτοίμασον, ἑτοιμασάτω, ---, ἑτοιμάσατε, ἑτοιμασάντων (ή ἑτοιμασάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἑτοιμάσαι
Μετοχή
ἑτοιμάσας, ἑτοιμάσασα, ἑτοιμάσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἡτοίμακα (και ἑτητοίμακα), ἡτοίμακας, ἡτοίμακε, ἡτοιμάκαμεν, ἡτοιμάκατε, ἡτοιμάκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἡτοιμακώς- ἡτοιμακυῖα- ἡτοιμακός ὦ
ἡτοιμακώς- ἡτοιμακυῖα- ἡτοιμακός ᾖς
ἡτοιμακώς- ἡτοιμακυῖα- ἡτοιμακός ᾖ
ἡτοιμακότες- ἡτοιμακυῖαι- ἡτοιμακότα ὦμεν
ἡτοιμακότες- ἡτοιμακυῖαι- ἡτοιμακότα ἦτε
ἡτοιμακότες- ἡτοιμακυῖαι- ἡτοιμακότα ὦσι
 
Ευκτική
ἡτοιμακώς- ἡτοιμακυῖα- ἡτοιμακός εἴην
ἡτοιμακώς- ἡτοιμακυῖα- ἡτοιμακός εἴης
ἡτοιμακώς- ἡτοιμακυῖα- ἡτοιμακός εἴη
ἡτοιμακότες- ἡτοιμακυῖαι- ἡτοιμακότα εἶμεν (εἴημεν)
ἡτοιμακότες- ἡτοιμακυῖαι- ἡτοιμακότα εἶτε (εἴητε)
ἡτοιμακότες- ἡτοιμακυῖαι- ἡτοιμακότα εἶεν (εἴησαν)
 
Προστακτική
---
ἡτοιμακώς- ἡτοιμακυῖα- ἡτοιμακός ἴσθι
ἡτοιμακώς- ἡτοιμακυῖα- ἡτοιμακός ἔστω
---
ἡτοιμακότες- ἡτοιμακυῖαι- ἡτοιμακότα ἔστε
ἡτοιμακότες- ἡτοιμακυῖαι- ἡτοιμακότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἡτοιμακέναι
Μετοχή
ἡτοιμακώς- ἡτοιμακυῖα- ἡτοιμακός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἑτοιμάζομαι, ἑτοιμάζῃ ή ἑτοιμάζει, ἑτοιμάζεται, ἑτοιμαζόμεθα, ἑτοιμάζεσθε, ἑτοιμάζονται
Υποτακτική
ἑτοιμάζωμαι, ἑτοιμάζῃ, ἑτοιμάζηται, ἑτοιμαζώμεθα, ἑτοιμάζησθε, ἑτοιμάζωνται
Ευκτική
ἑτοιμαζοίμην, ἑτοιμάζοιο, ἑτοιμάζοιτο, ἑτοιμαζοίμεθα, ἑτοιμάζοισθε, ἑτοιμάζοιντο
Προστακτική
---, ἑτοιμάζου, ἑτοιμαζέσθω, ---, ἑτοιμάζεσθε, ἑτοιμαζέσθων ή ἑτοιμαζέσθωσαν
Απαρέμφατο
ἑτοιμάζεσθαι
Μετοχή
ἑτοιμαζόμενος
ἑτοιμαζομένη
ἑτοιμαζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἡτοιμαζόμην, ἡτοιμάζου, ἡτοιμάζετο, ἡτοιμαζόμεθα, ἡτοιμάζεσθε, ἡτοιμάζοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας (ως μέσος)
Οριστική
ἑτοιμασθήσομαι, ἑτοιμασθήσῃ ή ἑτοιμασθήσει, ἑτοιμασθήσεται, ἑτοιμασθησόμεθα, ἑτοιμασθήσεσθε, ἑτοιμασθήσονται
Ευκτική
ἑτοιμασθησοίμην, ἑτοιμασθήσοιο, ἑτοιμασθήσοιτο, ἑτοιμασθησοίμεθα, ἑτοιμασθήσοισθε, ἑτοιμασθήσοιντο
Απαρέμφατο
ἑτοιμασθήσεσθαι
Μετοχή
ἑτοιμασθησόμενος
ἑτοιμασθησομένη
ἑτοιμασθησόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
ἡτοιμασάμην, ἡτοιμάσω, ἡτοιμάσατο, ἡτοιμασάμεθα, ἡτοιμάσασθε, ἡτοιμάσαντο
Υποτακτική
ἑτοιμάσωμαι, ἑτοιμάσῃ, ἑτοιμάσηται, ἑτοιμασώμεθα, ἑτοιμάσησθε, ἑτοιμάσωνται
Ευκτική
ἑτοιμασαίμην, ἑτοιμάσαιο, ἑτοιμάσαιτο, ἑτοιμασαίμεθα, ἑτοιμάσαισθε, ἑτοιμάσαιντο
Προστακτική
---, ἑτοίμασαι, ἑτοιμασάσθω, ---, ἑτοιμάσασθε, ἑτοιμασάσθων ή ἑτοιμασάσθωσαν
Απαρέμφατο
ἑτοιμάσασθαι
Μετοχή
ἑτοιμασάμενος
ἑτοιμασαμένη
ἑτοιμασάμενον
 
Παθητικός Αόριστος (ως μέσος)
Οριστική
ἡτοιμάσθην, ἡτοιμάσθης, ἡτοιμάσθη, ἡτοιμάσθημεν, ἡτοιμάσθητε, ἡτοιμάσθησαν
Υποτακτική
ἑτοιμασθῶ, ἑτοιμασθῇς, ἑτοιμασθῇ, ἑτοιμασθῶμεν, ἑτοιμασθῆτε, ἑτοιμασθῶσι(ν)
Ευκτική
ἑτοιμασθείην, ἑτοιμασθείης, ἑτοιμασθείη, ἑτοιμασθείημεν ή ἑτοιμασθεῖμεν, ἑτοιμασθείητε ή ἑτοιμασθεῖτε, ἑτοιμασθείησαν ή ἑτοιμασθεῖεν
Προστακτική
---, ἑτοιμάσθητι, ἑτοιμασθήτω, ---, ἑτοιμάσθητε, ἑτοιμασθέντων ή ἑτοιμασθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἑτοιμασθῆναι
Μετοχή
ἑτοιμασθείς
ἑτοιμασθεῖσα
ἑτοιμασθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἡτοίμασμαι, ἡτοίμασαι, ἡτοίμασται, ἡτοιμάσμεθα, ἡτοίμασθε, ἡτοιμασμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ἡτοιμασμένος- ἡτοιμασμένη- ἡτοιμασμένον ὦ
ἡτοιμασμένος- ἡτοιμασμένη- ἡτοιμασμένον ᾖς
ἡτοιμασμένος- ἡτοιμασμένη- ἡτοιμασμένον ᾖ
ἡτοιμασμένοι- ἡτοιμασμέναι- ἡτοιμασμένα ὦμεν
ἡτοιμασμένοι- ἡτοιμασμέναι- ἡτοιμασμένα ἦτε
ἡτοιμασμένοι- ἡτοιμασμέναι- ἡτοιμασμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἡτοιμασμένος- ἡτοιμασμένη- ἡτοιμασμένον εἴην
ἡτοιμασμένος- ἡτοιμασμένη- ἡτοιμασμένον εἴης
ἡτοιμασμένος- ἡτοιμασμένη- ἡτοιμασμένον εἴη
ἡτοιμασμένοι- ἡτοιμασμέναι- ἡτοιμασμένα εἶμεν (εἴημεν)
ἡτοιμασμένοι- ἡτοιμασμέναι- ἡτοιμασμένα εἶτε (εἴητε)
ἡτοιμασμένοι- ἡτοιμασμέναι- ἡτοιμασμένα εἶεν (εἴησαν)
 
Προστακτική
---, ἡτοίμασο, ἡτοιμάσθω, ---, ἡτοίμασθε, ἡτοιμάσθων ή ἡτοιμάσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἡτοιμάσθαι
Μετοχή
ἡτοιμασμένος,
ἡτοιμασμένη,
ἡτοιμασμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἡτοιμάσμην, ἡτοίμασο, ἡτοίμαστο, ἡτοιμάσμεθα, ἡτοίμασθε, ἡτοιμασμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου