Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἑτοιμάζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἑτοιμάζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τοιμάζω»
 
τοιμάζω: παρασκευάζω, προμηθεύω, προετοιμάζω, προετοιμάζω τον εαυτό μου
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
τοιμάζω, τοιμάζεις, τοιμάζει, τοιμάζομεν, τοιμάζετε, τοιμάζουσι(ν)
Υποτακτική
τοιμάζω, τοιμάζς, τοιμάζ, τοιμάζωμεν, τοιμάζητε, τοιμάζωσι(ν)
Ευκτική
τοιμάζοιμι, τοιμάζοις, τοιμάζοι, τοιμάζοιμεν, τοιμάζοιτε, τοιμάζοιεν
Προστακτική
---, τοίμαζε, τοιμαζέτω, ---, τοιμάζετε, τοιμαζόντων (ή τοιμαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
τοιμάζειν
Μετοχή
τοιμάζων, τοιμάζουσα, τοιμάζον
 
Παρατατικός
Οριστική
τοίμαζον, τοίμαζες, τοίμαζε, τοιμάζομεν, τοιμάζετε, τοίμαζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
τοιμάσω, τοιμάσεις, τοιμάσει, τοιμάσομεν, τοιμάσετε, τοιμάσουσι(ν)
Ευκτική
τοιμάσοιμι, τοιμάσοις, τοιμάσοι, τοιμάσοιμεν, τοιμάσοιτε, τοιμάσοιεν
Απαρέμφατο
τοιμάσειν
Μετοχή
τοιμάσων, τοιμάσουσα, τοιμάσον
 
Αόριστος
Οριστική
τοίμασα, τοίμασας, τοίμασε(ν), τοιμάσαμεν, τοιμάσατε, τοίμασαν
Υποτακτική
τοιμάσω, τοιμάσς, τοιμάσ, τοιμάσωμεν, τοιμάσητε, τοιμάσωσι(ν)
Ευκτική
τοιμάσαιμι, τοιμάσαις ή τοιμάσειας, τοιμάσαι ή τοιμάσειε(ν), τοιμάσαιμεν, τοιμάσαιτε, τοιμάσαιεν ή τοιμάσειαν
Προστακτική
---, τοίμασον, τοιμασάτω, ---, τοιμάσατε, τοιμασάντων (ή τοιμασάτωσαν)
Απαρέμφατο
τοιμάσαι
Μετοχή
τοιμάσας, τοιμάσασα, τοιμάσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τοίμακα (και τητοίμακα), τοίμακας, τοίμακε, τοιμάκαμεν, τοιμάκατε, τοιμάκασι(ν)
 
Υποτακτική
τοιμακώς- τοιμακυα- τοιμακός
τοιμακώς- τοιμακυα- τοιμακός ς
τοιμακώς- τοιμακυα- τοιμακός
τοιμακότες- τοιμακυαι- τοιμακότα μεν
τοιμακότες- τοιμακυαι- τοιμακότα τε
τοιμακότες- τοιμακυαι- τοιμακότα σι
 
Ευκτική
τοιμακώς- τοιμακυα- τοιμακός εην
τοιμακώς- τοιμακυα- τοιμακός εης
τοιμακώς- τοιμακυα- τοιμακός εη
τοιμακότες- τοιμακυαι- τοιμακότα εμεν (εημεν)
τοιμακότες- τοιμακυαι- τοιμακότα ετε (εητε)
τοιμακότες- τοιμακυαι- τοιμακότα εεν (εησαν)
 
Προστακτική
---
τοιμακώς- τοιμακυα- τοιμακός σθι
τοιμακώς- τοιμακυα- τοιμακός στω
---
τοιμακότες- τοιμακυαι- τοιμακότα στε
τοιμακότες- τοιμακυαι- τοιμακότα στων
 
Απαρέμφατο
τοιμακέναι
Μετοχή
τοιμακώς- τοιμακυα- τοιμακός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
τοιμάζομαι, τοιμάζ ή τοιμάζει, τοιμάζεται, τοιμαζόμεθα, τοιμάζεσθε, τοιμάζονται
Υποτακτική
τοιμάζωμαι, τοιμάζ, τοιμάζηται, τοιμαζώμεθα, τοιμάζησθε, τοιμάζωνται
Ευκτική
τοιμαζοίμην, τοιμάζοιο, τοιμάζοιτο, τοιμαζοίμεθα, τοιμάζοισθε, τοιμάζοιντο
Προστακτική
---, τοιμάζου, τοιμαζέσθω, ---, τοιμάζεσθε, τοιμαζέσθων ή τοιμαζέσθωσαν
Απαρέμφατο
τοιμάζεσθαι
Μετοχή
τοιμαζόμενος
τοιμαζομένη
τοιμαζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
τοιμαζόμην, τοιμάζου, τοιμάζετο, τοιμαζόμεθα, τοιμάζεσθε, τοιμάζοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας (ως μέσος)
Οριστική
τοιμασθήσομαι, τοιμασθήσ ή τοιμασθήσει, τοιμασθήσεται, τοιμασθησόμεθα, τοιμασθήσεσθε, τοιμασθήσονται
Ευκτική
τοιμασθησοίμην, τοιμασθήσοιο, τοιμασθήσοιτο, τοιμασθησοίμεθα, τοιμασθήσοισθε, τοιμασθήσοιντο
Απαρέμφατο
τοιμασθήσεσθαι
Μετοχή
τοιμασθησόμενος
τοιμασθησομένη
τοιμασθησόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
τοιμασάμην, τοιμάσω, τοιμάσατο, τοιμασάμεθα, τοιμάσασθε, τοιμάσαντο
Υποτακτική
τοιμάσωμαι, τοιμάσ, τοιμάσηται, τοιμασώμεθα, τοιμάσησθε, τοιμάσωνται
Ευκτική
τοιμασαίμην, τοιμάσαιο, τοιμάσαιτο, τοιμασαίμεθα, τοιμάσαισθε, τοιμάσαιντο
Προστακτική
---, τοίμασαι, τοιμασάσθω, ---, τοιμάσασθε, τοιμασάσθων ή τοιμασάσθωσαν
Απαρέμφατο
τοιμάσασθαι
Μετοχή
τοιμασάμενος
τοιμασαμένη
τοιμασάμενον
 
Παθητικός Αόριστος (ως μέσος)
Οριστική
τοιμάσθην, τοιμάσθης, τοιμάσθη, τοιμάσθημεν, τοιμάσθητε, τοιμάσθησαν
Υποτακτική
τοιμασθ, τοιμασθς, τοιμασθ, τοιμασθμεν, τοιμασθτε, τοιμασθσι(ν)
Ευκτική
τοιμασθείην, τοιμασθείης, τοιμασθείη, τοιμασθείημεν ή τοιμασθεμεν, τοιμασθείητε ή τοιμασθετε, τοιμασθείησαν ή τοιμασθεεν
Προστακτική
---, τοιμάσθητι, τοιμασθήτω, ---, τοιμάσθητε, τοιμασθέντων ή τοιμασθήτωσαν
Απαρέμφατο
τοιμασθναι
Μετοχή
τοιμασθείς
τοιμασθεσα
τοιμασθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τοίμασμαι, τοίμασαι, τοίμασται, τοιμάσμεθα, τοίμασθε, τοιμασμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
τοιμασμένος- τοιμασμένη- τοιμασμένον
τοιμασμένος- τοιμασμένη- τοιμασμένον ς
τοιμασμένος- τοιμασμένη- τοιμασμένον
τοιμασμένοι- τοιμασμέναι- τοιμασμένα μεν
τοιμασμένοι- τοιμασμέναι- τοιμασμένα τε
τοιμασμένοι- τοιμασμέναι- τοιμασμένα σι
 
Ευκτική
τοιμασμένος- τοιμασμένη- τοιμασμένον εην
τοιμασμένος- τοιμασμένη- τοιμασμένον εης
τοιμασμένος- τοιμασμένη- τοιμασμένον εη
τοιμασμένοι- τοιμασμέναι- τοιμασμένα εμεν (εημεν)
τοιμασμένοι- τοιμασμέναι- τοιμασμένα ετε (εητε)
τοιμασμένοι- τοιμασμέναι- τοιμασμένα εεν (εησαν)
 
Προστακτική
---, τοίμασο, τοιμάσθω, ---, τοίμασθε, τοιμάσθων ή τοιμάσθωσαν
 
Απαρέμφατο
τοιμάσθαι
Μετοχή
τοιμασμένος,
τοιμασμένη,
τοιμασμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
τοιμάσμην, τοίμασο, τοίμαστο, τοιμάσμεθα, τοίμασθε, τοιμασμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου