Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ξενίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ξενίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ξενίζω»
 
ξενίζω: αμετάβατο: είμαι ξένος, φέρομαι ως ξένος∙ μεταβατικό: φιλοξενώ, περιποιούμαι, ξαφνιάζω, προκαλώ έκπληξη
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ξενίζω, ξενίζεις, ξενίζει, ξενίζομεν, ξενίζετε, ξενίζουσι(ν)
Υποτακτική
ξενίζω, ξενίζῃς, ξενίζῃ, ξενίζωμεν, ξενίζητε, ξενίζωσι(ν)
Ευκτική
ξενίζοιμι, ξενίζοις, ξενίζοι, ξενίζοιμεν, ξενίζοιτε, ξενίζοιεν
Προστακτική
---, ξένιζε, ξενιζέτω, ---, ξενίζετε, ξενιζόντων (ή ξενιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
ξενίζειν
Μετοχή
ξενίζων, ξενίζουσα, ξενίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐξένιζον, ἐξένιζες, ἐξένιζε, ἐξενίζομεν, ἐξενίζετε, ἐξένιζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ξενιῶ, ξενιεῖς, ξενιεῖ, ξενιοῦμεν, ξενιεῖτε, ξενιοῦσι(ν)
Ευκτική
ξενιοίην ή ξενιοῖμι, ξενιοίης ή ξενιοῖς, ξενιοίη ή ξενιοῖ, ξενιοῖμεν, ξενιοῖτε, ξενιοῖεν
Απαρέμφατο
ξενιεῖν
Μετοχή
ξενιῶν, ξενιοῦσα, ξενιοῦν
 
Αόριστος
Οριστική
ἐξένισα, ἐξένισας, ἐξένισε(ν), ἐξενίσαμεν, ἐξενίσατε, ἐξένισαν
Υποτακτική
ξενίσω, ξενίσῃς, ξενίσῃ, ξενίσωμεν, ξενίσητε, ξενίσωσι(ν)
Ευκτική
ξενίσαιμι, ξενίσαις ή ξενίσειας, ξενίσαι ή ξενίσειε(ν), ξενίσαιμεν, ξενίσαιτε, ξενίσαιεν ή ξενίσειαν
Προστακτική
---, ξένισον, ξενισάτω, ---, ξενίσατε, ξενισάντων (ή ξενισάτωσαν)
Απαρέμφατο
ξενῖσαι
Μετοχή
ξενίσας, ξενίσασα, ξενίσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ξενίζομαι, ξενίζῃ ή ξενίζει, ξενίζεται, ξενιζόμεθα, ξενίζεσθε, ξενίζονται
Υποτακτική
ξενίζωμαι, ξενίζῃ, ξενίζηται, ξενιζώμεθα, ξενίζησθε, ξενίζωνται
Ευκτική
ξενιζοίμην, ξενίζοιο, ξενίζοιτο, ξενιζοίμεθα, ξενίζοισθε, ξενίζοιντο
Προστακτική
---, ξενίζου, ξενιζέσθω, ---, ξενίζεσθε, ξενιζέσθων ή ξενιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
ξενίζεσθαι
Μετοχή
ξενιζόμενος
ξενιζομένη
ξενιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐξενιζόμην, ἐξενίζου, ἐξενίζετο, ἐξενιζόμεθα, ἐξενίζεσθε, ἐξενίζοντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐξενίσθην, ἐξενίσθης, ἐξενίσθη, ἐξενίσθημεν, ἐξενίσθητε, ἐξενίσθησαν
Υποτακτική
ξενισθῶ, ξενισθῇς, ξενισθῇ, ξενισθῶμεν, ξενισθῆτε, ξενισθῶσι(ν)
Ευκτική
ξενισθείην, ξενισθείης, ξενισθείη, ξενισθεῖμεν, ξενισθεῖτε, ξενισθεῖεν
Προστακτική
---, ξενίσθητι, ξενισθήτω, ---, ξενίσθητε, ξενισθέντων ή ξενισθήτωσαν
Απαρέμφατο
ξενισθῆναι
Μετοχή
ξενισθείς
ξενισθεῖσα
ξενισθέν
 
Παρακείμενος
(Μόνο Μετοχή: ἐξενισμένος)
Μετοχή
ἐξενισμένος
ἐξενισμένη
ἐξενισμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου