Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ξενίζω»
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Οριστική
ξενίζω, ξενίζεις, ξενίζει, ξενίζομεν, ξενίζετε, ξενίζουσι(ν)
ξενίζω, ξενίζῃς, ξενίζῃ, ξενίζωμεν, ξενίζητε, ξενίζωσι(ν)
ξενίζοιμι, ξενίζοις, ξενίζοι, ξενίζοιμεν, ξενίζοιτε, ξενίζοιεν
Προστακτική
---, ξένιζε, ξενιζέτω, ---, ξενίζετε, ξενιζόντων (ή ξενιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
ξενίζειν
Μετοχή
ξενίζων, ξενίζουσα, ξενίζον
Οριστική
ἐξένιζον, ἐξένιζες, ἐξένιζε, ἐξενίζομεν, ἐξενίζετε, ἐξένιζον
Οριστική
ξενιῶ, ξενιεῖς, ξενιεῖ, ξενιοῦμεν, ξενιεῖτε, ξενιοῦσι(ν)
ξενιοίην ή ξενιοῖμι, ξενιοίης ή ξενιοῖς, ξενιοίη ή ξενιοῖ, ξενιοῖμεν, ξενιοῖτε, ξενιοῖεν
ξενιεῖν
ξενιῶν, ξενιοῦσα, ξενιοῦν
Οριστική
ἐξένισα, ἐξένισας, ἐξένισε(ν), ἐξενίσαμεν, ἐξενίσατε, ἐξένισαν
ξενίσω, ξενίσῃς, ξενίσῃ, ξενίσωμεν, ξενίσητε, ξενίσωσι(ν)
ξενίσαιμι, ξενίσαις ή ξενίσειας, ξενίσαι ή ξενίσειε(ν), ξενίσαιμεν, ξενίσαιτε, ξενίσαιεν ή ξενίσειαν
Προστακτική
---, ξένισον, ξενισάτω, ---, ξενίσατε, ξενισάντων (ή ξενισάτωσαν)
Απαρέμφατο
ξενῖσαι
ξενίσας, ξενίσασα, ξενίσαν
Οριστική
ξενίζομαι, ξενίζῃ ή ξενίζει, ξενίζεται, ξενιζόμεθα, ξενίζεσθε, ξενίζονται
ξενίζωμαι, ξενίζῃ, ξενίζηται, ξενιζώμεθα, ξενίζησθε, ξενίζωνται
ξενιζοίμην, ξενίζοιο, ξενίζοιτο, ξενιζοίμεθα, ξενίζοισθε, ξενίζοιντο
Προστακτική
---, ξενίζου, ξενιζέσθω, ---, ξενίζεσθε, ξενιζέσθων ή ξενιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
ξενίζεσθαι
Μετοχή
ξενιζόμενος
ξενιζομένη
ξενιζόμενον
Οριστική
ἐξενιζόμην, ἐξενίζου, ἐξενίζετο, ἐξενιζόμεθα, ἐξενίζεσθε, ἐξενίζοντο
Οριστική
ἐξενίσθην, ἐξενίσθης, ἐξενίσθη, ἐξενίσθημεν, ἐξενίσθητε, ἐξενίσθησαν
ξενισθῶ, ξενισθῇς, ξενισθῇ, ξενισθῶμεν, ξενισθῆτε, ξενισθῶσι(ν)
ξενισθείην, ξενισθείης, ξενισθείη, ξενισθεῖμεν, ξενισθεῖτε, ξενισθεῖεν
---, ξενίσθητι, ξενισθήτω, ---, ξενίσθητε, ξενισθέντων ή ξενισθήτωσαν
Απαρέμφατο
ξενισθῆναι
ξενισθείς
ξενισθεῖσα
(Μόνο Μετοχή: ἐξενισμένος)
ἐξενισμένος


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου