Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δοξάζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δοξάζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δοξάζω»
 
δοξάζω: φρονώ, θεωρώ, νομίζω, δοξάζω
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δοξάζω, δοξάζεις, δοξάζει, δοξάζομεν, δοξάζετε, δοξάζουσι(ν)
Υποτακτική
δοξάζω, δοξάζς, δοξάζ, δοξάζωμεν, δοξάζητε, δοξάζωσι(ν)
Ευκτική
δοξάζοιμι, δοξάζοις, δοξάζοι, δοξάζοιμεν, δοξάζοιτε, δοξάζοιεν
Προστακτική
---, δόξαζε, δοξαζέτω, ---, δοξάζετε, δοξαζόντων (ή δοξαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
δοξάζειν
Μετοχή
δοξάζων, δοξάζουσα, δοξάζον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δοξάζων, το δοξάζοντος, τ δοξάζοντι, τόν δοξάζοντα, δοξάζων
ο δοξάζοντες, τν δοξαζόντων, τος δοξάζουσι, τούς δοξάζοντας, δοξάζοντες
 
Θηλυκό
δοξάζουσα, τς δοξαζούσης, τ δοξαζούσ, τήν δοξάζουσαν, δοξάζουσα
α δοξάζουσαι, τν δοξαζουσν, τας δοξαζούσαις, τάς δοξαζούσας, δοξάζουσαι
 
Ουδέτερο
τό δοξάζον, το δοξάζοντος, τ δοξάζοντι, τό δοξάζον, δοξάζον
τά δοξάζοντα, τν δοξαζόντων, τος δοξάζουσι, τά δοξάζοντα, δοξάζοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
δόξαζον, δόξαζες, δόξαζε, δοξάζομεν, δοξάζετε, δόξαζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
δοξάσω, δοξάσεις, δοξάσει, δοξάσομεν, δοξάσετε, δοξάσουσι(ν)
Ευκτική
δοξάσοιμι, δοξάσοις, δοξάσοι, δοξάσοιμεν, δοξάσοιτε, δοξάσοιεν
Απαρέμφατο
δοξάσειν
Μετοχή
δοξάσων, δοξάσουσα, δοξσον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δοξάσων, το δοξάσοντος, τ δοξάσοντι, τόν δοξάσοντα, δοξάσων
ο δοξάσοντες, τν δοξασόντων, τος δοξάσουσι, τούς δοξάσοντας, δοξάσοντες
 
Θηλυκό
δοξάσουσα, τς δοξασούσης, τ δοξασούσ, τήν δοξάσουσαν, δοξάσουσα
α δοξάσουσαι, τν δοξασουσν, τας δοξασούσαις, τάς δοξασούσας, δοξάσουσαι
 
Ουδέτερο
τό δοξάσον, το δοξάσοντος, τ δοξάσοντι, τό δοξάσον, δοξάσον
τά δοξάσοντα, τν δοξασόντων, τος δοξάσουσι, τά δοξάσοντα, δοξάσοντα
 
Αόριστος
Οριστική
δόξασα, δόξασας, δόξασε(ν), δοξάσαμεν, δοξάσατε, δόξασαν
Υποτακτική
δοξάσω, δοξάσς, δοξάσ, δοξάσωμεν, δοξάσητε, δοξάσωσι(ν)
Ευκτική
δοξάσαιμι, δοξάσαις ή δοξάσειας, δοξάσαι ή δοξάσειε(ν), δοξάσαιμεν, δοξάσαιτε, δοξάσαιεν ή δοξάσειαν
Προστακτική
---, δόξασον, δοξασάτω, ---, δοξάσατε, δοξασάντων (ή δοξασάτωσαν)
Απαρέμφατο
δοξάσαι
Μετοχή
δοξάσας, δοξάσασα, δοξσαν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δοξάσας, το δοξάσαντος, τ δοξάσαντι, τόν δοξάσαντα, δοξάσας
ο δοξάσαντες, τν δοξασάντων, τος δοξάσασι, τούς δοξάσαντας, δοξάσαντες
 
Θηλυκό
δοξάσασα, τς δοξασάσης, τ δοξασάσ, τήν δοξάσασαν, δοξάσασα
α δοξάσασαι, τν δοξασασν, τας δοξασάσαις, τάς δοξασάσας, δοξάσασαι
 
Ουδέτερο
τό δοξάσαν, το δοξάσαντος, τ δοξάσαντι, τό δοξάσαν, δοξάσαν
τά δοξάσαντα, τν δοξασάντων, τος δοξάσασι, τά δοξάσαντα, δοξάσαντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδόξακα, δεδόξακας, δεδόξακε, δεδοξάκαμεν, δεδοξάκατε, δεδοξάκασι(ν)
 
Υποτακτική
δεδοξακώς- δεδοξακυα- δεδοξακός
δεδοξακώς- δεδοξακυα- δεδοξακός ς
δεδοξακώς- δεδοξακυα- δεδοξακός
δεδοξακότες- δεδοξακυαι- δεδοξακότα μεν
δεδοξακότες- δεδοξακυαι- δεδοξακότα τε
δεδοξακότες- δεδοξακυαι- δεδοξακότα σι
 
Ευκτική
δεδοξακώς- δεδοξακυα- δεδοξακός εην
δεδοξακώς- δεδοξακυα- δεδοξακός εης
δεδοξακώς- δεδοξακυα- δεδοξακός εη
δεδοξακότες- δεδοξακυαι- δεδοξακότα εμεν
δεδοξακότες- δεδοξακυαι- δεδοξακότα ετε
δεδοξακότες- δεδοξακυαι- δεδοξακότα εεν
 
Προστακτική
---
δεδοξακώς- δεδοξακυα- δεδοξακός σθι
δεδοξακώς- δεδοξακυα- δεδοξακός στω
---
δεδοξακότες- δεδοξακυαι- δεδοξακότα στε
δεδοξακότες- δεδοξακυαι- δεδοξακότα στων
 
Απαρέμφατο
δεδοξακέναι
Μετοχή
δεδοξακώς- δεδοξακυα- δεδοξακός
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δεδοξακώς, το δεδοξακότος, τ δεδοξακότι, τόν δεδοξακότα, δεδοξακώς
ο δεδοξακότες, τν δεδοξακότων, τος δεδοξακόσι, τούς δεδοξακότας, δεδοξακότες
 
Θηλυκό
δεδοξακυα, τς δεδοξακυίας, τ δεδοξακυί, τήν δεδοξακυαν, δεδοξακυα
α δεδοξακυαι, τν δεδοξακυιν, τας δεδοξακυίαις, τάς δεδοξακυίας, δεδοξακυαι
 
Ουδέτερο
τό δεδοξακός, το δεδοξακότος, τ δεδοξακότι, τό δεδοξακός, δεδοξακός
τά δεδοξακότα, τν δεδοξακότων, τος δεδοξακόσι, τά δεδοξακότα, δεδοξακότα
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δοξάζομαι, δοξάζ ή δοξάζει, δοξάζεται, δοξαζόμεθα, δοξάζεσθε, δοξάζονται
Υποτακτική
δοξάζωμαι, δοξάζ, δοξάζηται, δοξαζώμεθα, δοξάζησθε, δοξάζωνται
Ευκτική
δοξαζοίμην, δοξάζοιο, δοξάζοιτο, δοξαζοίμεθα, δοξάζοισθε, δοξάζοιντο
Προστακτική
---, δοξάζου, δοξαζέσθω, ---, δοξάζεσθε, δοξαζέσθων ή δοξαζέσθωσαν
Απαρέμφατο
δοξάζεσθαι
Μετοχή
δοξαζόμενος
δοξαζομένη
δοξαζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
δοξαζόμην, δοξάζου, δοξάζετο, δοξαζόμεθα, δοξάζεσθε, δοξάζοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
δοξασθήσομαι, δοξασθήσ ή δοξασθήσει, δοξασθήσεται, δοξασθησόμεθα, δοξασθήσεσθε, δοξασθήσονται
Ευκτική
δοξασθησοίμην, δοξασθήσοιο, δοξασθήσοιτο, δοξασθησοίμεθα, δοξασθήσοισθε, δοξασθήσοιντο
Απαρέμφατο
δοξασθήσεσθαι
Μετοχή
δοξασθησόμενος
δοξασθησομένη
δοξασθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
δοξάσθην, δοξάσθης, δοξάσθη, δοξάσθημεν, δοξάσθητε, δοξάσθησαν
Υποτακτική
δοξασθ, δοξασθς, δοξασθ, δοξασθμεν, δοξασθτε, δοξασθσι(ν)
Ευκτική
δοξασθείην, δοξασθείης, δοξασθείη, δοξασθείημεν ή δοξασθεμεν, δοξασθείητε ή δοξασθετε, δοξασθείησαν ή δοξασθεεν
Προστακτική
---, δοξάσθητι, δοξασθήτω, ---, δοξάσθητε, δοξασθέντων ή δοξασθήτωσαν
Απαρέμφατο
δοξασθναι
Μετοχή
δοξασθείς
δοξασθεσα
δοξασθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδόξασμαι, δεδόξασαι, δεδόξασται, δεδοξάσμεθα, δεδόξασθε, δεδοξασμένοι εσί
 
Υποτακτική
δεδοξασμένος- δεδοξασμένη- δεδοξασμένον
δεδοξασμένος- δεδοξασμένη- δεδοξασμένον ς
δεδοξασμένος- δεδοξασμένη- δεδοξασμένον
δεδοξασμένοι- δεδοξασμέναι- δεδοξασμένα μεν
δεδοξασμένοι- δεδοξασμέναι- δεδοξασμένα τε
δεδοξασμένοι- δεδοξασμέναι- δεδοξασμένα σι
 
Ευκτική
δεδοξασμένος- δεδοξασμένη- δεδοξασμένον εην
δεδοξασμένος- δεδοξασμένη- δεδοξασμένον εης
δεδοξασμένος- δεδοξασμένη- δεδοξασμένον εη
δεδοξασμένοι- δεδοξασμέναι- δεδοξασμένα εμεν
δεδοξασμένοι- δεδοξασμέναι- δεδοξασμένα ετε
δεδοξασμένοι- δεδοξασμέναι- δεδοξασμένα εεν
 
Προστακτική
---, δεδόξασο, δεδοξάσθω, ---, δεδόξασθε, δεδοξάσθων ή δεδοξάσθωσαν
 
Απαρέμφατο
δεδοξάσθαι
Μετοχή
δεδοξασμένος,
δεδοξασμένη,
δεδοξασμένον
 
Υπερσυντέλικος
δεδοξάσμην, δεδόξασο, δεδόξαστο, δεδοξάσμεθα, δεδόξασθε, δεδοξασμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου