Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πολιορκέω - πολιορκῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πολιορκέω - πολιορκῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πολιορκέω - πολιορκ»
 
πολιορκ: περικλείω πόλη με στρατεύματα, για να παραδοθεί
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
πολιορκ, πολιορκες, πολιορκε, πολιορκομεν, πολιορκετε, πολιορκοσι(ν)
Υποτακτική
πολιορκ, πολιορκς, πολιορκ, πολιορκμεν, πολιορκτε, πολιορκσι(ν)
Ευκτική
πολιορκομι, πολιορκος, πολιορκο ή πολιορκοίην, πολιορκοίης, πολιορκοίη, πολιορκομεν, πολιορκοτε, πολιορκοεν
Προστακτική
---, πολιόρκει, πολιορκείτω, ---, πολιορκετε, πολιορκούντων
Απαρέμφατο
πολιορκεν
Μετοχή
πολιορκν, πολιορκοσα, πολιορκον
 
Παρατατικός
Οριστική
πολιόρκουν, πολιόρκεις, πολιόρκει, πολιορκομεν, πολιορκετε, πολιόρκουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
πολιορκήσω, πολιορκήσεις, πολιορκήσει, πολιορκήσομεν, πολιορκήσετε, πολιορκήσουσι(ν)
Ευκτική
πολιορκήσοιμι, πολιορκήσοις, πολιορκήσοι, πολιορκήσοιμεν, πολιορκήσοιτε, πολιορκήσοιεν
Απαρέμφατο
πολιορκήσειν
Μετοχή
πολιορκήσων, πολιορκήσουσα, πολιορκσον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
πολιορκήσων, το πολιορκήσοντος, τ πολιορκήσοντι, τόν πολιορκήσοντα, πολιορκήσων
ο πολιορκήσοντες, τν πολιορκησόντων, τος πολιορκήσουσι, τούς πολιορκήσοντας, πολιορκήσοντες
 
Θηλυκό
πολιορκήσουσα, τς πολιορκησούσης, τ πολιορκησούσ, τήν πολιορκήσουσαν, πολιορκήσουσα
α πολιορκήσουσαι, τν πολιορκησουσν, τας πολιορκησούσαις, τάς πολιορκησούσας, πολιορκήσουσαι
 
Ουδέτερο
τό πολιορκσον, το πολιορκήσοντος, τ πολιορκήσοντι, τό πολιορκσον, πολιορκσον
τά πολιορκήσοντα, τν πολιορκησόντων, τος πολιορκήσουσι, τά πολιορκήσοντα, πολιορκήσοντα
 
Αόριστος
Οριστική
πολιόρκησα, πολιόρκησας, πολιόρκησε(ν), πολιορκήσαμεν, πολιορκήσατε, πολιόρκησαν
Υποτακτική
πολιορκήσω, πολιορκήσς, πολιορκήσ, πολιορκήσωμεν, πολιορκήσητε, πολιορκήσωσι(ν)
Ευκτική
πολιορκήσαιμι, πολιορκήσαις ή πολιορκήσειας, πολιορκήσαι ή πολιορκήσειε(ν), πολιορκήσαιμεν, πολιορκήσαιτε, πολιορκήσαιεν ή πολιορκήσειαν
Προστακτική
---, πολιόρκησον, πολιορκησάτω, ---, πολιορκήσατε, πολιορκησάντων ή πολιορκησάτωσαν
Απαρέμφατο
πολιορκσαι
Μετοχή
πολιορκήσας, πολιορκήσασα, πολιορκσαν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
πολιορκήσας, το πολιορκήσαντος, τ πολιορκήσαντι, τόν πολιορκήσαντα, πολιορκήσας
ο πολιορκήσαντες, τν πολιορκησάντων, τος πολιορκήσασι, τούς πολιορκήσαντας, πολιορκήσαντες
 
Θηλυκό
πολιορκήσασα, τς πολιορκησάσης, τ πολιορκησάσ, τήν πολιορκήσασαν, πολιορκήσασα
α πολιορκήσασαι, τν πολιορκησασν, τας πολιορκησάσαις, τάς πολιορκησάσας, πολιορκήσασαι
 
Ουδέτερο
τό πολιορκσαν, το πολιορκήσαντος, τ πολιορκήσαντι, τό πολιορκσαν, πολιορκσαν
τά πολιορκήσαντα, τν πολιορκησάντων, τος πολιορκήσασι, τά πολιορκήσαντα, πολιορκήσαντα
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
πολιορκομαι, πολιορκ ή πολιορκε, πολιορκεται, πολιορκούμεθα, πολιορκεσθε, πολιορκονται
Υποτακτική
πολιορκμαι, πολιορκ, πολιορκται, πολιορκώμεθα, πολιορκσθε, πολιορκνται
Ευκτική
πολιορκοίμην, πολιορκοο, πολιορκοτο, πολιορκοίμεθα, πολιορκοσθε, πολιορκοντο
Προστακτική
---, πολιορκο, πολιορκείσθω, ---, πολιορκεσθε, πολιορκείσθων
Απαρέμφατο
πολιορκεσθαι
Μετοχή
πολιορκούμενος
πολιορκουμένη
πολιορκούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
πολιορκούμην, πολιορκο, πολιορκετο, πολιορκούμεθα, πολιορκεσθε, πολιορκοντο
 
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
πολιορκήσομαι, πολιορκήσ ή πολιορκήσει, πολιορκήσεται, πολιορκησόμεθα, πολιορκήσεσθε, πολιορκήσονται
Ευκτική
πολιορκησοίμην, πολιορκήσοιο, πολιορκήσοιτο, πολιορκησοίμεθα, πολιορκήσοισθε, πολιορκησοιντο
Απαρέμφατο
πολιορκήσεσθαι
Μετοχή
πολιορκησόμενος
πολιορκησομένη
πολιορκησόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
πολιορκηθήσομαι, πολιορκηθήσ ή πολιορκηθήσει, πολιορκηθήσεται, πολιορκηθησόμεθα, πολιορκηθήσεσθε, πολιορκηθήσονται
Ευκτική
πολιορκηθησοίμην, πολιορκηθήσοιο, πολιορκηθήσοιτο, πολιορκηθησοίμεθα, πολιορκηθήσοισθε, πολιορκηθήσοιντο
Απαρέμφατο
πολιορκηθήσεσθαι
Μετοχή
πολιορκηθησόμενος
πολιορκηθησομένη
πολιορκηθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
πολιορκήθην, πολιορκήθης, πολιορκήθη, πολιορκήθημεν, πολιορκήθητε, πολιορκήθησαν
Υποτακτική
πολιορκηθ, πολιορκηθς, πολιορκηθ, πολιορκηθμεν, πολιορκηθτε, πολιορκηθσι(ν)
Ευκτική
πολιορκηθείην, πολιορκηθείης, πολιορκηθείη, πολιορκηθεμεν, πολιορκηθετε, πολιορκηθεεν
Προστακτική
---, πολιορκήθητι, πολιορκηθήτω, ---, πολιορκήθητε, πολιορκηθέντων ή πολιορκηθήτωσαν
Απαρέμφατο
πολιορκηθναι
Μετοχή
πολιορκηθείς
πολιορκηθεσα
πολιορκηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πεπολιόρκημαι, πεπολιόρκησαι, πεπολιόρκηται, πεπολιορκήμεθα, πεπολιόρκησθε, πεπολιόρκηνται
 
Υποτακτική
πεπολιορκημένος- πεπολιορκημένη- πεπολιορκημένον
πεπολιορκημένος- πεπολιορκημένη- πεπολιορκημένον ς
πεπολιορκημένος- πεπολιορκημένη- πεπολιορκημένον
πεπολιορκημένοι- πεπολιορκημέναι- πεπολιορκημένα μεν
πεπολιορκημένοι- πεπολιορκημέναι- πεπολιορκημένα τε
πεπολιορκημένοι- πεπολιορκημέναι- πεπολιορκημένα σι
 
Ευκτική
πεπολιορκημένος- πεπολιορκημένη- πεπολιορκημένον εην
πεπολιορκημένος- πεπολιορκημένη- πεπολιορκημένον εης
πεπολιορκημένος- πεπολιορκημένη- πεπολιορκημένον εη
πεπολιορκημένοι- πεπολιορκημέναι- πεπολιορκημένα εμεν
πεπολιορκημένοι- πεπολιορκημέναι- πεπολιορκημένα ετε
πεπολιορκημένοι- πεπολιορκημέναι- πεπολιορκημένα εεν
 
Προστακτική
---, πεπολιόρκησο, πεπολιορκήσθω, ---, πεπολιόρκησθε, πεπολιορκήσθων
 
Απαρέμφατο
πεπολιορκσθαι
Μετοχή
πεπολιορκημένος,
πεπολιορκημένη,
πεπολιορκημένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου