Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐαγγελίζομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐαγγελίζομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εαγγελίζομαι»
 
εαγγελίζομαι: αναγγέλλω ευχάριστες ειδήσεις
 
Ενεστώτας
Οριστική
εαγγελίζομαι, εαγγελίζ / εαγγελίζει, εαγγελίζεται, εαγγελιζόμεθα, εαγγελίζεσθε, εαγγελίζονται
Υποτακτική
εαγγελίζωμαι, εαγγελίζ, εαγγελίζηται, εαγγελιζώμεθα, εαγγελίζησθε, εαγγελίζωνται
Ευκτική
εαγγελιζοίμην, εαγγελίζοιο, εαγγελίζοιτο, εαγγελιζοίμεθα, εαγγελίζοισθε, εαγγελίζοιντο
Προστακτική
---, εαγγελίζου, εαγγελιζέσθω, ---, εαγγελίζεσθε, εαγγελιζέσθων ή εαγγελιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
εαγγελίζεσθαι
Μετοχή
εαγγελιζόμενος
εαγγελιζομένη
εαγγελιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
εηγγελιζόμην, εηγγελίζου, εηγγελίζετο, εηγγελιζόμεθα, εηγγελίζεσθε, εηγγελίζοντο
 
Μέλλοντας (Μέσης Φωνής)
Οριστική
εαγγελιομαι, εαγγελι ή εαγγελιε, εαγγελιεται, εαγγελιούμεθα, εαγγελιεσθε, εαγγελιονται
Ευκτική
εαγγελιοίμην, εαγγελιοο, εαγγελιοτο, εαγγελιοίμεθα, εαγγελιοσθε, εαγγελιοντο
Απαρέμφατο
εαγγελιεσθαι
Μετοχή
εαγγελιούμενος
εαγγελιουμένη
εαγγελιούμενον
 
Αόριστος (Μέσης Φωνής)
Οριστική
εηγγελισάμην, εηγγελίσω, εηγγελίσατο, εηγγελισάμεθα, εηγγελίσασθε, εηγγελίσαντο
Υποτακτική
εαγγελίσωμαι, εαγγελίσ, εαγγελίσηται, εαγγελισώμεθα, εαγγελίσησθε, εαγγελίσωνται
Ευκτική
εαγγελισαίμην, εαγγελίσαιο, εαγγελίσαιτο, εαγγελισαίμεθα, εαγγελίσαισθε, εαγγελίσαιντο
Προστακτική
---, εαγγέλισαι, εαγγελισάσθω, ---, εαγγελίσασθε, εαγγελισάσθων ή εαγγελισάσθωσαν
Απαρέμφατο
εαγγελίσασθαι
Μετοχή
εαγγελισάμενος
εαγγελισαμένη
εαγγελισάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
εηγγελίσθην, εηγγελίσθης, εηγγελίσθη, εηγγελίσθημεν, εηγγελίσθητε, εηγγελίσθησαν
Υποτακτική
εαγγελισθ, εαγγελισθς, εαγγελισθ, εαγγελισθμεν, εαγγελισθτε, εαγγελισθσι(ν)
Ευκτική
εαγγελισθείην, εαγγελισθείης, εαγγελισθείη, εαγγελισθείημεν ή εαγγελισθεμεν, εαγγελισθείητε ή εαγγελισθετε, εαγγελισθείησαν ή εαγγελισθεεν
Προστακτική
---, εαγγελίσθητι, εαγγελισθήτω, ---, εαγγελίσθητε, εαγγελισθέντων ή εαγγελισθήτωσαν
Απαρέμφατο
εαγγελισθναι
Μετοχή
εαγγελισθείς
εαγγελισθεσα
εαγγελισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εηγγέλισμαι, εηγγέλισαι, εηγγέλισται, εηγγελίσμεθα, εηγγέλισθε, εηγγελισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
εηγγελισμένος- εηγγελισμένη-εηγγελισμένον
εηγγελισμένος- εηγγελισμένη-εηγγελισμένον ς
εηγγελισμένος- εηγγελισμένη-εηγγελισμένον
εηγγελισμένοι- εηγγελισμέναι-εηγγελισμένα μεν
εηγγελισμένοι- εηγγελισμέναι-εηγγελισμένα τε
εηγγελισμένοι- εηγγελισμέναι-εηγγελισμένα σι
 
Ευκτική
εηγγελισμένος- εηγγελισμένη-εηγγελισμένον εην
εηγγελισμένος- εηγγελισμένη-εηγγελισμένον εης
εηγγελισμένος- εηγγελισμένη-εηγγελισμένον εη
εηγγελισμένοι- εηγγελισμέναι-εηγγελισμένα εημεν (εμεν)
εηγγελισμένοι- εηγγελισμέναι-εηγγελισμένα εητε (ετε)
εηγγελισμένοι- εηγγελισμέναι-εηγγελισμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, εηγγέλισο, εηγγελίσθω, ---, εηγγέλισθε, εηγγελίσθων ή εηγγελίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
εηγγελίσθαι
Μετοχή
εηγγελισμένος,
εηγγελισμένη,
εηγγελισμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου