Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος εὐλογῶ (εὐλογέω-ῶ) | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος εὐλογῶ (εὐλογέω-ῶ)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος ελογλογέω-)
 
ελογ: επαινώ, τιμώ, λέω καλά λόγια για κάποιον
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ελογ, ελογες, ελογε, ελογομεν, ελογετε, ελογοσι(ν)
Υποτακτική
ελογ, ελογς, ελογ, ελογμεν, ελογτε, ελογσι(ν)
Ευκτική
ελογομι, ελογος, ελογο (ή ελογοίην, ελογοίης, ελογοίη), ελογομεν, ελογοτε, ελογοεν
Προστακτική
---, ελόγει, ελογείτω, ---, ελογετε, ελογούντων
Απαρέμφατο
ελογεν
Μετοχή
ελογν, ελογοσα, ελογον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ελογν, το ελογοντος, τ ελογοντι, τόν ελογοντα, ελογν
ο ελογοντες, τν ελογούντων, τος ελογοσι, τούς ελογοντας, ελογοντες
 
Θηλυκό
ελογοσα, τς ελογούσης, τ ελογούσ, τήν ελογοσαν, ελογοσα
α ελογοσαι, τν ελογουσν, τας ελογούσαις, τάς ελογούσας, ελογοσαι
 
Ουδέτερο
τό ελογον, το ελογοντος, τ ελογοντι, τό ελογον, ελογον
τά ελογοντα, τν ελογούντων, τος ελογοσι, τά ελογοντα, ελογοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ηλόγουν, ηλόγεις, ηλόγει, ηλογομεν, ηλογετε, ηλόγουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ελογήσω, ελογήσεις, ελογήσει, ελογήσομεν, ελογήσετε, ελογήσουσι(ν)
Ευκτική
ελογήσοιμι, ελογήσοις, ελογήσοι, ελογήσοιμεν, ελογήσοιτε, ελογήσοιεν
Απαρέμφατο
ελογήσειν
Μετοχή
ελογήσων, ελογήσουσα, ελογσον
 
Αόριστος
Οριστική
ηλόγησα, ηλόγησας, ηλόγησε(ν), ηλογήσαμεν, ηλογήσατε, ηλόγησαν
Υποτακτική
ελογήσω, ελογήσς, ελογήσ, ελογήσωμεν, ελογήσητε, ελογήσωσι(ν)
Ευκτική
ελογήσαιμι, ελογήσαις ή ελογήσειας, ελογήσαι ή ελογήσειε(ν), ελογήσαιμεν, ελογήσαιτε, ελογήσαιεν ή ελογήσειαν
Προστακτική
---, ελόγησον, ελογησάτω, ---, ελογήσατε, ελογησάντων ή ελογησάτωσαν
Απαρέμφατο
ελογσαι
Μετοχή
ελογήσας, ελογήσασα, ελογσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ηλόγηκα ή ελόγηκα, ηλόγηκας, ηλόγηκε(ν), ηλογήκαμεν, ηλογήκατε, ηλογήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ηλογηκώς - ηλογηκυα - ηλογηκός
ηλογηκώς - ηλογηκυα - ηλογηκός ς
ηλογηκώς - ηλογηκυα - ηλογηκός
ηλογηκότες - ηλογηκυαι - ηλογηκότα μεν
ηλογηκότες - ηλογηκυαι - ηλογηκότα τε
ηλογηκότες - ηλογηκυαι - ηλογηκότα σι
 
ή ελογήκω, ελογήκς, ελογήκ, ελογήκωμεν, ελογήκητε, ελογήκωσι
 
Ευκτική
ηλογηκώς - ηλογηκυα - ηλογηκός εην
ηλογηκώς - ηλογηκυα - ηλογηκός εης
ηλογηκώς - ηλογηκυα - ηλογηκός εη
ηλογηκότες - ηλογηκυαι - ηλογηκότα εμεν (εημεν)
ηλογηκότες - ηλογηκυαι - ηλογηκότα ετε (εητε)
ηλογηκότες - ηλογηκυαι - ηλογηκότα εεν (εησαν)
 
ή ελογήκοιμι, ελογήκοις, ελογήκοι, ελογήκοιμεν, ελογήκοιτε, ελογήκοιεν
 
Προστακτική
---, ηλογηκώς σθι, ηλογηκώς στω, ---, ηλογηκότες στε, ηλογηκότες στων
 
Απαρέμφατο
ηλογηκέναι
Μετοχή
ηλογηκώς, ηλογηκυα, ηλογηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ηλογήκειν, ηλογήκεις, ηλογήκει, ηλογήκεμεν, ηλογήκετε, ηλογήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ελογομαι, ελογ ή ελογε, ελογεται, ελογούμεθα, ελογεσθε, ελογονται
Υποτακτική
ελογμαι, ελογ, ελογται, ελογώμεθα, ελογσθε, ελογνται
Ευκτική
ελογοίμην, ελογοο, ελογοτο, ελογοίμεθα, ελογοσθε, ελογοντο
Προστακτική
---, ελογο, ελογείσθω, ---, ελογεσθε, ελογείσθων
Απαρέμφατο
ελογεσθαι
Μετοχή
ελογούμενος, ελογουμένη, ελογούμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ελογούμενος, το ελογουμένου, τ ελογουμέν, τόν ελογούμενον, ελογούμενε
ο ελογούμενοι, τν ελογουμένων, τος ελογουμένοις, τούς ελογουμένους, ελογούμενοι
 
Θηλυκό
ελογουμένη, τς ελογουμένης, τ ελογουμέν, τήν ελογουμένην, ελογουμένη
α ελογούμεναι, τν ελογουμένων, τας ελογουμέναις, τάς ελογουμένας, ελογούμεναι
 
Ουδέτερο
τό ελογούμενον, το ελογουμένου, τ ελογουμέν, τό ελογούμενον, ελογούμενον
τά ελογούμενα, τν ελογουμένων, τος ελογουμένοις, τά ελογούμενα, ελογούμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
ηλογούμην, ηλογο, ηλογετο, ηλογούμεθα, ηλογεσθε, ηλογοντο
 
Μέλλοντας Μέσος (ως παθητικός)
Οριστική
ελογήσομαι, ελογήσ ή ελογήσει, ελογήσεται, ελογησόμεθα, ελογήσεσθε, ελογήσονται
Ευκτική
ελογησοίμην, ελογήσοιο, ελογήσοιτο, ελογησοίμεθα, ελογήσοισθε, ελογήσοιντο
Απαρέμφατο
ελογήσεσθαι
Μετοχή
ελογησόμενος, ελογησομένη, ελογησόμενον
 
Μέλλοντας Παθητικός
Οριστική
ελογηθήσομαι, ελογηθήσ ή ελογηθήσει, ελογηθήσεται, ελογηθησόμεθα, ελογηθήσεσθε, ελογηθήσονται
Ευκτική
ελογηθησοίμην, ελογηθήσοιο, ελογηθήσοιτο, ελογηθησοίμεθα, ελογηθήσοισθε, ελογηθήσοιντο
Απαρέμφατο
ελογηθήσεσθαι
Μετοχή
ελογηθησόμενος, ελογηθησομένη, ελογηθησόμενον
 
Αόριστος Παθητικός (Α΄)
Οριστική
ηλογήθην, ηλογήθης, ηλογήθη, ηλογήθημεν, ηλογήθητε, ηλογήθησαν
Υποτακτική
ελογηθ, ελογηθς, ελογηθ, ελογηθμεν, ελογηθτε, ελογηθσι(ν)
Ευκτική
ελογηθείην, ελογηθείης, ελογηθείη, ελογηθείημεν (ελογηθεμεν), ελογηθείητε (ελογηθετε), ελογηθείησαν (ελογηθεεν)
Προστακτική
---, ελογήθητι, ελογηθήτω, ---, ελογήθητε, ελογηθέντων ή ελογηθήτωσαν
Απαρέμφατο
ελογηθναι
Μετοχή
ελογηθείς, ελογηθεσα, ελογηθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ελογηθείς, το ελογηθέντος, τ ελογηθέντι, τόν ελογηθέντα, ελογηθείς
ο ελογηθέντες, τν ελογηθέντων, τος ελογηθεσι, τούς ελογηθέντας, ελογηθέντες
 
Θηλυκό
ελογηθεσα, τς ελογηθείσης, τ ελογηθείσ, τήν ελογηθεσαν, ελογηθεσα
α ελογηθεσαι, τν ελογηθεισν, τας ελογηθείσαις, τάς ελογηθείσας, ελογηθεσαι
 
Ουδέτερο
τό ελογηθέν, το ελογηθέντος, τ ελογηθέντι, τό ελογηθέν, ελογηθέν
τά ελογηθέντα, τν ελογηθέντων, τος ελογηθεσι, τά ελογηθέντα, ελογηθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
ηλόγημαι, ηλόγησαι, ηλόγηται, ηλογήμεθα, ηλόγησθε, ηλόγηνται
 
Υποτακτική
ηλογημένος - ηλογημένη - ηλογημένον
ηλογημένος - ηλογημένη - ηλογημένον ς
ηλογημένος - ηλογημένη - ηλογημένον
ηλογημένοι - ηλογημέναι - ηλογημένα μεν
ηλογημένοι - ηλογημέναι - ηλογημένα τε
ηλογημένοι - ηλογημέναι - ηλογημένα σι
 
Ευκτική
ηλογημένος - ηλογημένη - ηλογημένον εην
ηλογημένος - ηλογημένη - ηλογημένον εης
ηλογημένος - ηλογημένη - ηλογημένον εη
ηλογημένοι - ηλογημέναι - ηλογημένα εμεν (εημεν)
ηλογημένοι - ηλογημέναι - ηλογημένα ετε (εητε)
ηλογημένοι - ηλογημέναι - ηλογημένα εεν (εησαν)
 
Προστακτική
---, ηλόγησο, ηλογήσθω, ---, ηλόγησθε, ηλογήσθων
 
Απαρέμφατο
ηλογσθαι
Μετοχή
ηλογημένος, ηλογημένη, ηλογημένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου